alt

Προδημοσίευση από τη συλλογή διηγημάτων του Φοίβου Πιομπίνου Επίσκεψη σε μια έκθεση και άλλα διηγήματα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη τις επόμενες μέρες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

 

 

 

 

 

 

Ἐπίσκεψη σὲ μιὰ ἔκθεση

Στὴ Μαριλένα Λ. Λυκιαρδοπούλου

Η ΑΤΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΕΛΑΜΠΕ μετὰ τὸ ξέπλυμά της ἀπὸ τὴν κατακλυσμιαία νεροποντὴ σὰν ἀσημένιος καθρέφτης. Ὁ ἥλιος ἔδυε μέσα στὴ φθινοπωρινή του ἀποθέωση, κι ὁ ἀναστατωμένος οὐρανὸς εἶχε τὴ δραματικότητα ποὺ μόνο τοὺς χειμερινοὺς μῆνες ἀποκτάει, ὅταν πιὰ ἔχει χάσει τὸ ὁμοιόμορφο γαλάζιο χρῶμα του, ποὺ ἐδῶ στὴν Ἀττικὴ παραμένει ἀδιατάρακτο μῆνες ὁλόκληρους. Θαρρεῖς καὶ εἶχε ζωντανέψει κάποιος πίνακας τῆς ὀλλανδικῆς τοπιογραφικῆς σχολῆς, ὅπως λόγου χάριν τοῦ Γιάκομπ βὰν Ρούισνταλ.

Ἦταν ἡ μαγικὴ ἐκείνη ὥρα ποὺ μόνο ὁ Φελλίνι μπόρεσε τόσο μοναδικὰ νὰ τὴν ἀποδώσει στὶς ταινίες του, ἡ ὥρα πού, ἐνῶ κρατάει ἀκόμη τὸ φῶς τῆς μέρας, ἔχουν ἤδη ἀνάψει τὰ φανάρια στοὺς δρόμους καὶ τὰ σπίτια ἀρχίζουν σιγὰ σιγὰ ν’ ἀνάβουν τὰ φῶτα τους.

Τώρα ποὺ ἡ μαυρίλα εἶχε συνεχίσει τὸ δρόμο της πρὸς τὴν Πελοπόννησο, μεγάλα μπαμπακερὰ σύννεφα ἀργοταξίδευαν πάνω ἀπὸ τὶς βιομηχανικὲς ἐγκαταστάσεις τοῦ Θριάσιου πεδίου, παγιδεύοντας κατὰ διαστήματα τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου ποὺ ἔγερνε βιαστικὰ πρὸς τὸν ὁρίζοντα. Στὸ βάθος ὁ θαλάσσιος πορθμὸς ποὺ χωρίζει τὴ Σαλαμίνα ἀπὸ τὴ στεριὰ σκιρτοῦσε, ἀνατρίχιαζε κάτω ἀπὸ τὸ χαροπάλεμα τοῦ φωτός, καὶ γλάροι ζυγιάζονταν ψηλὰ στὸν οὐρανό, κρώζοντας γελαστικά. Ἦταν ἡ μαγικὴ ἐκείνη ὥρα ποὺ μόνο ὁ Φελλίνι μπόρεσε τόσο μοναδικὰ νὰ τὴν ἀποδώσει στὶς ταινίες του, ἡ ὥρα πού, ἐνῶ κρατάει ἀκόμη τὸ φῶς τῆς μέρας, ἔχουν ἤδη ἀνάψει τὰ φανάρια στοὺς δρόμους καὶ τὰ σπίτια ἀρχίζουν σιγὰ σιγὰ ν’ ἀνάβουν τὰ φῶτα τους. Τὰ βουνὰ τῆς Σαλαμίνας διαγράφονταν βιολετιὰ στὸν πιὸ ἀνοιχτόχρωμο οὐρανό, ποὺ ἀλλοῦ χρύσιζε, ἀλλοῦ ρόδιζε κι ἀλλοῦ σκοτείνιαζε.

«Κοίτα αὐτὸ τὸ τριανταφυλλὶ συννεφάκι ποὺ ἀλαργεύει πρὸς τὴν Κόρινθο, νοννίτσα!»
«Τί νομίζεις, πὼς δὲν τὸ βλέπω;»

Στὶς συνήθεις βόλτες ποὺ ἔβγαζε ὁ Κίμωνας τὴ γιαγιά του μὲ τὸ ἁμάξι του, φρόντιζε συνεχῶς νὰ τῆς ἐξάπτει τὴν περιέργεια καὶ νὰ τῆς ἀπασχολεῖ τὴν προσοχὴ σὲ ὁλόκληρη τὴ διαδρομή, νὰ τῆς ἀκονίζει τὴν παρατηρητικότητα καὶ νὰ τῆς κρατάει σ’ ἐγρήγορση τὸ ἐνδιαφέρον.

«Κοίτα πόσο καθαρὰ εἶναι ὅλα, τόσο λαμπικαρισμένα, ἀστραφτερά, ξαναγεννημένα θαρρεῖς».
«Μὰ τὸ βλέπω· στραβὴ δὲν εἶμαι ἀκόμη, δόξα τῷ Θεῷ», ἔλεγε ἡ γιαγιὰ Λευκοθέα τάχα μου λίγο ἐκνευρισμένη, ἀλλὰ κατὰ βάθος κολακευμένη ποὺ ὁ ἐγγονός της ἀσχολιόταν μαζί της.

Ἔξω ἀπὸ τὸ αὐτοκίνητο ξεδιπλωνόταν ἰλιγγιωδῶς ἡ ὀμορφιὰ τῆς ἀσχήμιας ἑνὸς βιομηχανικοῦ —βιοτεχνικοῦ ἂς ποῦμε καλύτερα— τοπίου. Ὅμως ἡ ἑλληνικὴ φύση, κυρίως στὴν Ἀττική, ἔχει τὴν ἰδιότητα νὰ ἀναιρεῖ τὴν κάθε ἀσχήμια, τὴν κάθε περιβαλλοντικὴ βεβήλωση. Κάποια ἀχαμνὰ λιόδεντρα καὶ ψωραλέα πευκάκια ἀντιστέκονταν ἀκόμη στὴν ἐπέλαση τῶν βιομηχανικῶν ἐγκαταστάσεων, καὶ μερικὰ κοπάδια προβάτων ἐπέστρεφαν στὶς στάνες τους στὶς ὑπώρειες τῆς Πάρνηθας.

«Κοίτα κι αὐτὲς τὶς ἐργατικὲς κατοικίες, νοννίτσα· μιὰ χαρὰ δὲν εἶναι ἔτσι εὐάερες κι εὐήλιες ποὺ τὶς ἔκτισαν; Οὐδεμία σχέση μὲ τὶς λονδρέζικες ἐργατικὲς συνοικίες, μὲς στὴν κατήφεια καὶ τὴν γκριζαμάρα, ἰδανικὸ σκηνικὸ γιὰ νὰ κόβεις τὶς φλέβες σου ἢ νὰ τρυπιέσαι».
«Δὲ μοῦ λές, μ’ ἑκατὸν ἑβδομήντα χιλιόμετρα τὴν ὥρα τρέχεις;» ρώτησε δῆθεν ἀδιάφορα ἡ γιαγιά.

Ναί, ἔτρεχε ἀκριβῶς μ’ ἑκατὸν ἑβδομήντα τὴν ὥρα. Ἡ γιαγιὰ εἶχε γι’ ἄλλη μία φορὰ πετύχει διάνα, χωρὶς βέβαια νὰ ἔχει κοιτάξει τὸ κοντέρ, ἀφοῦ δὲν εἶχε πάψει νὰ κοιτάζει ἔκθαμβη τὴ μεγαλειώδη δύση ποὺ ἐκτυλισσόταν μπρὸς στὰ μάτια τους, καθὼς ταξίδευαν πρὸς δυσμάς. Ἡ νόννα λάτρευε τὴν ταχύτητα — τὴν ἐνθουσίαζε καὶ τὴν ἔκανε νὰ ἐξάπτεται σὰν μικρὸ παιδί.

«Οὔτε ἕνα αὐτοκίνητο δὲν μᾶς προσπέρασε μέχρι τώρα. Ὅλους τοὺς φάγαμε!» εἶπε μὲ θριαμβευτικὸ ὕφος καὶ τσαχπινιὰ κοπελιᾶς στὸ βλέμμα. «Μόνο βάλε, σὲ παρακαλῶ, τὸ χέρι σου μέσα, γιατὶ δὲν θέλω νὰ ἐπιστρέψουμε μὲ λιγότερα χέρια στὸ σπίτι μας».

Τὸ παράθυρο τοῦ αὐτοκινήτου ἦταν ἡ καλύτερη ὀθόνη τηλεόρασης, καὶ μάλιστα ζωντανῆς. Ἡ νόννα ἀπολάμβανε νὰ παρακολουθεῖ τοὺς ἐπιβάτες τῶν ἄλλων μποτιλιαρισμένων ὀχημάτων· τοὺς ἔκανε χάζι καὶ εἶχε πάντοτε εὔστοχα σχόλια νὰ κάνει γι’ αὐτούς. Σὲ τέτοιες περιστάσεις δὲν τῆς περνοῦσε τίποτα ἀπαρατήρητο, δὲν τῆς ξέφευγε ἡ παραμικρὴ λεπτομέρεια.

Ἡ νόννα πέταγε τὴ σκούφια της γιὰ «αὐτοκινητάδες», ὅπως ὀνόμαζε τὶς ἐξόδους τους μὲ τὸ αὐτοκίνητο, δύο συνήθως φορὲς τὴν ἑβδομάδα· μάλιστα ἐνθουσιαζόταν ὅποτε τύχαινε νὰ πέσουν σὲ μποτιλιάρισμα στὸ δρόμο τους, καὶ δὲν καταλάβαινε γιατί ὁ Κίμωνας ἐκνευριζόταν καὶ χαλοῦσε, κατὰ τὸ ἰδίωμά της, τὴ ζαχαρένια του, ἀντὶ νὰ τὸ διασκεδάζει κι αὐτός. Ἤξερε πὼς ἔτσι θὰ παρατεινόταν ἡ ἔξοδός τους, καθὼς θὰ καθυστεροῦσε ἡ ἐπιστροφή τους στὸ σπίτι ὅπου τὴν περίμενε ἡ πλήξη τῆς τηλεόρασης. Τὸ παράθυρο τοῦ αὐτοκινήτου ἦταν ἡ καλύτερη ὀθόνη τηλεόρασης, καὶ μάλιστα ζωντανῆς. Ἡ νόννα ἀπολάμβανε νὰ παρακολουθεῖ τοὺς ἐπιβάτες τῶν ἄλλων μποτιλιαρισμένων ὀχημάτων· τοὺς ἔκανε χάζι καὶ εἶχε πάντοτε εὔστοχα σχόλια νὰ κάνει γι’ αὐτούς. Σὲ τέτοιες περιστάσεις δὲν τῆς περνοῦσε τίποτα ἀπαρατήρητο, δὲν τῆς ξέφευγε ἡ παραμικρὴ λεπτομέρεια. Κι ὅ,τι ἔβλεπε θυμόταν νὰ τὸ σχολιάζει στὰ γαλλικά, πράγμα ποὺ τῆς συνέβαινε ὅποτε ἤθελε νὰ πεῖ κάτι στὸν Κίμωνα χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουν οἱ ἄλλοι. Ὁ Κίμωνας κοκκίνιζε ἀπὸ ντροπὴ ὅταν τύχαινε νὰ τοὺς καταλαβαίνουν· ἐπιπλέον αἰσθανόταν σὰν νὰ ἦταν οἱ δυό τους ἀριστοκράτες Ρῶσοι ἐμιγκρέδες, ξεπεσμένοι μετὰ τὴ Ρωσικὴ ἐπανάσταση στὴν Ἑλλάδα, ποὺ συνήθιζαν νὰ μιλοῦν μεταξύ τους γαλλικά. Τὸ ἄλλο ἀδύνατο σημεῖο τῆς νόννας ἦταν πού, καθὼς βαριάκουε ἀλλὰ ἀρνιόταν ἀπὸ κοκεταρία νὰ βάλει ἀκουστικὰ βαρηκοΐας, σχολίαζε τὰ πάντα μὲ τόσο δυνατὴ φωνὴ ὥστε ὅλοι στρέφονταν ἐνοχλημένοι νὰ δοῦν ποιὸς θορυβοῦσε ἔτσι ἀπροκάλυπτα. Ὁ Κίμωνας δὲν θὰ ξεχνοῦσε ποτὲ ποὺ ἡ νόννα του, στὸ ἀρχονταρίκι μιᾶς γυναικείας μονῆς, ἔσκυψε πρὸς τὸ μέρος του γιὰ νὰ τοῦ σχολιάσει ἐμπιστευτικά, πλὴν ὅμως μὲ στεντόρεια φωνή, τὸ μουστακάκι τῆς ἡγουμένης ποὺ καθόταν ἀκριβῶς ἀπέναντί τους.

Μὲ τὰ χρόνια ἡ νόννα ἀποζητοῦσε ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τὶς ἀνθρώπινες συναναστροφὲς καὶ ἤθελε νὰ βρίσκεται μὲ ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο κόσμο, κατὰ προτίμηση νεανικό. Ἄλλωστε περνοῦσε ἀτελείωτες ὧρες ὁλομόναχη μπρὸς στὸ χαζοκούτι. Ὅταν ὁ Κίμωνας τὴν ἀνέβασε ἕνα ὑπέροχο ἀνοιξιάτικο πρωινὸ στὴν κορυφὴ τῆς Πάρνηθας ἀπὸ τὸν ἐπικίνδυνο δρόμο, ὅλο ἀπότομες, σὰν φουρκέτες, στροφές, ἡ νόννα τὸν ρώτησε μὲ δυσαρέσκεια τί γυρεύανε ἐκεῖ πάνω, στὶς ἐρημιές. «Μὰ γιὰ νὰ δοῦμε τὴ φύση», τῆς ἀποκρίθηκε ἀπορημένος ὁ Κίμωνας, ποὺ τοῦ εἶχε βγεῖ ἡ πίστη γιὰ νὰ φτάσουν ὣς ἐκεῖ. «Καὶ τί νὰ τὴν κάνουμε τὴ φύση;» τὸν ἀποστόμωσε ἡ νόννα του, ποὺ ἀρνήθηκε πεισματικὰ νὰ βγεῖ ἀπ’ τὸ ἁμάξι κι ἀπαίτησε νὰ ἐπιστρέψουν πάραυτα στὴν πόλη καὶ στὶς γητειές της.

«Τί λές; Νὰ τὸν περάσουμε κι αὐτὸν τὸν Μενέλαο;» τὴ ρώτησε ὁ Κίμωνας, χρησιμοποιώντας τὸν προσφιλὴ στὸν παππού του ὅρο, ποὺ τὸν εἶχε καθιερώσει στὴν οἰκογένειά του. Γιατὶ «Μενέλαους» ἀποκαλοῦσε κατ’ εὐφημισμὸν ὁ παπποὺς ὅσους τοῦ ἔδιναν στὰ νεῦρα, ὥστε νὰ μὴν καταλαβαίνουν ἀκριβῶς οἱ ἄλλοι τί ἐννοοῦσε καὶ νὰ μὴ συγχύζει τὴν πολυαγαπημένη του Λευκοθέα, ποὺ δὲν ἀνεχόταν τὶς βρισιὲς καὶ τὶς χυδαιότητες κι ἀποστρεφόταν κάθε εἴδους χοντράδες. Ὁ παπποὺς ἔδειχνε ἔτσι σὲ πόσο χαμηλὴ ἐκτίμηση εἶχε τὸν Μυκηναῖο βασιλιά, ποὺ δὲν στάθηκε ἱκανὸς νὰ κρατήσει τὴ γυναίκα του, τὴν περιβόητη ὡραία Ἑλένη, ἡ ὁποία τὸν κεράτωσε μὲ τὸν Πάρι καὶ ὑπῆρξε πρόξενος τόσων συμφορῶν γιὰ τοὺς Τρῶες καὶ τοὺς Ἀχαιούς.

«Νὰ τὸν προσπεράσουμε, θέλεις νὰ πεῖς. Ναί, φά’ τον κι αὐτὸν τὸν Μενέλαο ποὺ κινεῖται λὲς καὶ φοβᾶται μὴν τυχὸν καὶ τοῦ σπάσουν τ’ ἀβγά», ἐνέκρινε ξαναμμένη ἀπὸ τὴν ταχύτητα ἡ ἀκριβολόγος γιαγιά.
«Σοκολατίτσα;»
«Ἀμέ, θέλει καὶ ρώτημα;»

Ἡ σοκολατίτσα, καὶ πιὸ χαϊδευτικὰ «τίτσα», ἀποτελοῦσε μέρος τοῦ ἀπαράβατου τελετουργικοῦ τῶν συχνῶν ἐξορμήσεών τους, κάτι σὰν ἔπαθλο γιὰ τὴ νόννα ποὺ τρελαινόταν γιὰ τὰ γλυκά — πάντοτε σοκολάτα ὑγείας τοῦ Παυλίδη, ἀπὸ ἐκείνη μὲ τὸ μαῦρο περιτύλιγμα, ἄντε καὶ καμιὰ καραμελίτσα, κατὰ προτίμηση ἀπὸ τὶς μαλακὲς σὰν ζελὲ μὲ γεύση διάφορων φρούτων, ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ τὶς σκληρὲς ποὺ ἔβαζαν σὲ δοκιμασία τὶς τεχνητὲς ὀδοντοστοιχίες της.

«Πῶς σοῦ φαίνεται τὸ χρῶμα αὐτοῦ τοῦ σπιτιοῦ, νοννίτσα;»
«Δὲν τρελαίνομαι κιόλας. Σὰν σκέφτομαι ὅμως ὅτι θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι καὶ χειρότερο...»

Γιὰ τὸ χειρότερο ἡ γιαγιὰ κρατοῦσε πάντοτε μιὰ πισινή. Μανιώδης θεατρόφιλη ἀπὸ τὰ παιδικάτα της —πολλὲς φορὲς εἶχε διηγηθεῖ στὸν Κίμωνα πῶς, μωρό, τὴν ταχτάριζε ὁ μεγάλος Αἰμίλιος Βεάκης, οἰκογενειακὸς φίλος τῆς μητέρας της, καὶ πῶς εἶχε παίξει σὲ σχολικὴ παράσταση στὴν ἕκτη δημοτικοῦ, μὲ τὸν Δημητράκη Χόρν—, ἔνιωθε σεβασμὸ γιὰ τὸ μόχθο τῶν συντελεστῶν μιᾶς θεατρικῆς παράστασης, καὶ περισσότερο γιὰ τοὺς ἠθοποιούς, ὅποιο κι ἂν ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δουλειᾶς τους. Ἔτσι, ὅποτε δὲν τῆς ἄρεσε τὸ ἀνέβασμα κάποιου ἔργου, ἔλεγε συνήθως, κλείνοντας τὴν κριτική της: «Ἦταν πάντως μιὰ τίμια παράσταση». Καὶ οἱ δικοί της ἤξεραν πώς, ὅταν ἡ νόννα χαρακτήριζε μιὰ παράσταση τίμια, αὐτὸ σήμαινε πὼς δὲν τῆς εἶχε ἀρέσει καθόλου.

«Κι αὐτὸ τὸ μοντέρνο γλυπτὸ ἐκεῖ πέρα, στὴν πλατεία, πῶς σοῦ φαίνεται, νοννίτσα;» συνέχισε ὁ Κίμωνας γιὰ νὰ ἀσκήσει τὴν προσοχή της.

Μὲ τὰ χρόνια ὡστόσο ἡ νόννα ὅλο καὶ περισσότερο δυσκολευόταν νὰ ἑστιάσει τὸ βλέμμα της πρὸς τὰ ἐκεῖ ὅπου κοίταζε, γιατὶ ὅλο καὶ συχνότερα ζοῦσε πιὰ σ’ ἕναν δικό της κόσμο ὅπου δέσποζε ἡ μορφὴ τῆς μητέρας της.

«Οὔτε μὲ τρελαίνει οὔτε καὶ μὲ πειράζει· τελικὰ ἡ παρουσία του προσθέτει, θαρρῶ».
«Ἄρα, καλύτερα ποὺ ὑπάρχει».
«Τουλάχιστον δὲν ἐνοχλεῖ· δὲν εἶναι δὰ καὶ λίγο αὐτό».
Ἔπειτα συννέφιασε τὸ προσωπάκι της καὶ εἶπε:
«Στενοχωριέμαι πολὺ ποὺ δὲν πήραμε καὶ τὴ μαμὰ μαζί μας».
«Μὰ κάθε φορὰ τὴν παίρνουμε μαζί μας», ἀπολογήθηκε ὁ Κίμωνας. «Ἁπλῶς σήμερα σκέφτηκα πὼς δὲ θά ’ταν ἄσχημα νὰ βγοῦμε καὶ μιὰ φορὰ μόνοι μας ἔξω. Ἔπειτα, ὅπως βλέπεις, δὲν ὑπάρχει θέση γι’ αὐτὴν μπροστά».
«Ναί, ὅμως ὑπάρχει θέση στὸ πίσω μέρος», τὸν ἀποστόμωσε ἡ γιαγιά του.

altΤὸ εἰσιτήριο γιὰ τὸ Παρίσι μὲ μεταμεσονύκτια πτήση μιᾶς ἀεροπορικῆς ἑταιρείας τῆς συμφορᾶς ὁ Κίμωνας τὸ εἶχε βγάλει μῆνες πρὶν μέσω τοῦ διαδικτύου σὲ ἐξαιρετικὰ συμφέρουσα τιμή, ἀφοῦ ἐδῶ καὶ πάρα πολὺν καιρὸ μηρύκαζε τὴν ἰδέα νὰ τὸ στρίψει ἀλὰ γαλλικά. Διαβατήριο δὲν χρειαζόταν· ἀρκοῦσε ἡ νέου τύπου ταυτότητά του, ποὺ ἴσχυε γιὰ ὅλες τὶς χῶρες τῆς συμφωνίας τοῦ Σένγκεν. Τὸ νοίκι τῆς γκαρσονιέρας, ποὺ τὴ διατηροῦσε γιὰ τὶς ἐρωτοδουλειές του, τὸ εἶχε πληρωμένο μέχρι τὸ τέλος τοῦ μήνα, καὶ τὰ λιγοστά του πράγματα τ’ ἄφηνε στὸν κολλητό του, τὸν Πέτρο, ποὺ θὰ ἔπιανε αὐτὸς πιὰ τὸ διαμερισματάκι. Πάντως ὁ Κίμωνας δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ συγκατοικεῖ μὲ τὴ νόννα του γιὰ νὰ τὴ φροντίζει, καὶ στὴν γκαρσονιέρα ἁπλῶς ξενοκοιμόταν περιστασιακά. Τὸ αὐτοκίνητό του εἶχε συμφωνήσει νὰ πάει ὁ Πέτρος νὰ τὸ πάρει ἀπὸ τὸ χῶρο μακρᾶς στάθμευσης τοῦ ἀεροδρομίου μία μέρα μετὰ καὶ νὰ τὸ κρατήσει γιὰ λογαριασμό του μέχρι νεωτέρας. Θὰ ἐπιβαρυνόταν μονάχα μὲ τὰ ἔξοδα στάθμευσης, ποὺ δὲν ἦταν καὶ τόσο φοβερά. Τοῦ εἶχε μάλιστα ἀφήσει τὸ ἀντικλείδι του, ἐνῶ τοῦ εἶχε ὑποδείξει τὸ μέρος κάτω ἀπὸ τὸν προφυλακτήρα ὅπου θὰ ἔκρυβε τὰ δικά του κλειδιά. Μία μεγάλη βαλίτσα ὅλη κι ὅλη, μὲ τὰ ἐντελῶς ἀπαραίτητά του πράγματα καὶ ρουχισμό, τὴ φόρτωσε μαζὶ μὲ τὸν φορητὸ ὑπολογιστή του στὸ πὸρτ μπαγκάζ.

Στὴ μεγάλη τσέπη τοῦ παλτοῦ τῆς γιαγιᾶς του ἔχωσε μὲ τρόπο ἕνα φάκελο μὲ τὴν ταυτότητά της, τὸ τραπεζικό της βιβλιάριο, ποὺ πιστωνόταν μὲ τὴ σύνταξή της, τὸ ἀσφαλιστικό της βιβλιάριο, καθὼς κι ἐκεῖνο τοῦ Ταμείου Ὑγείας της. Συνταξιοδοτικὰ ἡ νόννα του ἦταν πλήρως καλυμμένη ἀπὸ τὴν προσωπική της ἐργασία στὴ Νομαρχία Ἀττικῆς ἀλλὰ κι ἀπὸ τὸν ἄντρα της, ποὺ εἶχε κλείσει τὴν ὑπαλληλικὴ σταδιοδρομία του ὡς ὑψηλόβαθμο στέλεχος τῆς Τράπεζας τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Κίμωνας φρόντισε ἐπίσης νὰ βάλει σὲ μιὰν ἄλλη τσέπη της τὰ κλειδιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους.

Τὴν προηγουμένη εἶχε φωνάξει τὸν κομμωτὴ τῆς γειτονιᾶς γιὰ νὰ κόψει τὰ μαλλιὰ τῆς γιαγιᾶς του. Γιὰ τὴν περίσταση τῆς εἶχε φορέσει ἕνα ὡραῖο ζέρσεϊ φόρεμα καὶ τὰ καλύτερα παπούτσια της, ποὺ ἐκείνη τὰ φύλαγε γιὰ τὸ στερνό της ταξίδι, ὅπως ἔλεγε τότε ποὺ ἦταν ἀκόμη στὰ καλά της καὶ τὴν ἀπασχολοῦσε ἡ ἀξιοπρεπὴς ἔξοδός της ἀπὸ τὸ πάλκο τῆς ζωῆς. Τὸ λαιμό της στόλιζε ἕνα ἐντυπωσιακὸ κολιὲ ἀπὸ ψεύτικες ὅμως πέρλες, ἀσορτὶ μὲ τὰ διακριτικὰ σκουλαρίκια της. Ὁ ἐγγονός της εἶχε φροντίσει ὥστε ἡ ὅλη ἐμφάνισή της νὰ εἶναι μιᾶς «γκρὰντ ντάμ», ὅπως θὰ ἔλεγε ὁ πατέρας του.

Ὅταν ὁ Κίμωνας πῆρε ἀκάθεκτος τὴν ἔξοδο τῆς Ἀττικῆς Ὁδοῦ πρὸς τὴν Ἐλευσίνα, κάνοντας τὰ λάστιχα τοῦ αὐτοκινήτου νὰ στριγκλίσουν, ὅπως στὶς παλαιὲς ἀστυνομικὲς ταινίες τοῦ ἀμερικανικοῦ κινηματογράφου, καὶ τὴ γιαγιά του νὰ χαμογελάει εὐδιάθετη, ἡ νύχτα εἶχε πιὰ σχεδὸν πέσει γιὰ τὰ καλά.

Ὁ Κίμωνας αἰσθανόταν κατάκοπος κι ὁδηγοῦσε νευρικὰ κι ὡστόσο μηχανικά. Ἔνιωθε τὴν ἀκατανίκητη ἐπιθυμία νὰ πέσει ἀμέσως γιὰ ὕπνο καὶ χασμουριόταν ἀκατάπαυστα, σὲ σημεῖο ποὺ κατάφερε νὰ ἐκνευρίσει τὴ συνήθως ἀτάραχη γιαγιά του.

«Ἔτσι ποὺ τὸ πᾶς, θὰ πάθεις ἐξάρθρωση τῆς κάτω σιαγόνος σου», τοῦ εἶπε δῆθεν ἀστεῖα ἀλλ’ ὅμως ἀπηυδισμένη ἀπὸ τὴν ἐκ μέρους του ἔλλειψη καλῶν τρόπων. «Καὶ νὰ πεῖς ὅτι δὲν κοιμήθηκες τοῦ καλοῦ καιροῦ τὸ μεσημέρι! Εἶδα κι ἔπαθα νὰ σὲ ξυπνήσω, εἰδάλλως θὰ νυχτωνόμασταν στὸ σπίτι», συμπλήρωσε ἐνῶ χασμουριόταν καὶ ἡ ἴδια, ἀλλὰ μὲ τάκτ.

Ὅταν ὁ Κίμωνας πῆρε ἀκάθεκτος τὴν ἔξοδο τῆς Ἀττικῆς Ὁδοῦ πρὸς τὴν Ἐλευσίνα, κάνοντας τὰ λάστιχα τοῦ αὐτοκινήτου νὰ στριγκλίσουν, ὅπως στὶς παλαιὲς ἀστυνομικὲς ταινίες τοῦ ἀμερικανικοῦ κινηματογράφου, καὶ τὴ γιαγιά του νὰ χαμογελάει εὐδιάθετη, ἡ νύχτα εἶχε πιὰ σχεδὸν πέσει γιὰ τὰ καλά. Μονάχα στὸ βάθος τοῦ ὁρίζοντα ἀπέμενε λίγο ἀτλαζένιο χρῶμα πάνω ἀπὸ τὶς σκοτεινιασμένες βουνοκορφὲς τῆς Πελοποννήσου. Τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα ποὺ βρίσκονταν ἀρόδο εἶχαν ἀνάψει ὅλα τους τὰ φῶτα, κι ὁ ἀρχαιολογικὸς χῶρος τοῦ Τελεστηρίου εἶχε ἤδη φωταγωγηθεῖ. Ὁ καιρὸς εἶχε ἀνοίξει καὶ τ’ ἀστέρια ἄναβαν τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο στὸ στερέωμα. Τὰ φῶτα στὴν ἀντικρινὴ Σαλαμίνα τρεμόπαιζαν καὶ καθρεφτίζονταν στὰ μαῦρα νερά. Ἡ νεολαία ἄρχιζε νὰ κατακλύζει τὶς καφετέριες, ποὺ ἀνέβασαν τὴν ἔνταση τῆς μουσικῆς τους, δημιουργώντας ἠχητικὸ πανδαιμόνιο. Στὴν παραλία τῆς Ἐλευσίνας κάποιοι ἔκαναν τὸν βραδινό τους περίπατο ἢ ἔβγαζαν τὸν σκύλο τους βόλτα, καὶ ἡ θάλασσα σὰν μουσελίνα βραδινῆς τουαλέτας λίκνιζε ἁπαλὰ τὶς ψαρόβαρκες στὸ μικρὸ λιμανάκι.

[...]

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Ευφραιμίδη «Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» το οποίο κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Αυτό τελειώνει εδώ. Άλλο δεν θα πάρεις από μας». Το υποσχέ...

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού «Η φωνή στα χέρια της» το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στο τέλος της ανάρτησης η playlist του βιβλίου, από την Ντορίνα Παπαλιού.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που παίχτηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του EuroPride 2024.

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης πήγε...

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

Σκέψεις για την Κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και την πατριαρχία στη λογοτεχνία, με αφορμή την έντονη συζήτηση για τον σεξισμό στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση. 

...

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Σκέψεις με αφορμή την έντονη συζήτηση που προκάλεσαν πρόσφατα οι νέες αναγνώσεις δύο πολυδιαβασμένων βιβλίων της νεοελληνικής πεζογραφίας, ενός παλιότερου, της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Μ. Καραγάτση, κι ενός νεότερου, της «Γραμμής του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου. Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

...
«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ανί Ενρό [Annie Ernaux] «Η άλλη κόρη» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η σειρά των δύο αφηγήσεων, η δική μου και η δ...

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

10 βιβλία + 1 διήγημα τα οποία διερευνούν την παρουσία του κουίρ στην ελληνική πεζογραφία.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Ανεξάρτητα από το πόσο απαγορευμένο θέμα αποτελούσε, από το πόσο θα σκανδάλιζε τους αναγνώστες, από το πόσοι εκδότες θα αρνούνταν να το...

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου) επιλέγουμε έξι βιβλία που εξετάζουν το προσφυγικό ζήτημα με νηφάλιο και ουσιαστικό τρόπο.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

«Αν κάνω ένα βήμα θα βρεθώ αλλού» λέει ένας ήρωας της ...

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ