
Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Βασίλη Παπαθεοδώρου Η λευκή απεργία των ροζ φλαμίνγκο που θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Η λευκή απεργία των ροζ φλαμίνγκο
«ΠΟΥΤ... ΠΟΥΤ! ΠΟΥΤ...!»
Άρχισε να φωνάζει με το που άνοιξε τα παντζούρια. Ήξερε πως ο Πουτ δεν μπορούσε να ανέβει την πλαγιά που χώριζε τους ορυζώνες από τις παλιές αλυκές (οι οποίες είχαν αρχίσει πλέον να μετατρέπονται κι αυτές σε βαλτώδεις εκτάσεις ρυζιού), γι' αυτό κατευθύνθηκε προς την ακτή ελπίζοντας ότι το πουλί θα την άκουγε και θα έσπευδε κοντά της να φάει από τα χέρια της.
Βγήκε από το μικρό αγροτόσπιτο κρατώντας μια λεκανίτσα που περιείχε χώμα, θαλασσινό νερό και λίγες, ελάχιστες, γαρίδες, όσες μπόρεσε να μαζέψει τις τελευταίες μέρες και κατάφερε να τις κρατήσει ζωντανές.
«Πουτ!» φώναζε κατηφορίζοντας την πλαγιά, αυτά τα λίγα μέτρα που τη χώριζαν από το επίπεδο της θάλασσας και από τις αλυκές.
Κάποια φλαμίνγκο τρόμαξαν με τη φωνή της, άπλωσαν τα φτερά τους και πέταξαν μακριά, παρασύροντας και άλλα μαζί τους.
«Όχι, όχι, μη φεύγετε... μη...» έκανε με απόγνωση η γυναίκα, που τις τελευταίες εβδομάδες έβλεπε τα πανέμορφα πουλιά να αναχωρούν κατά δεκάδες για ένα ταξίδι που ίσως να μην είχε γυρισμό. «Μη...»
Στην πραγματικότητα, μόνο για τον Πουτ ανησυχούσε, αυτόν έψαχνε, το «δικό» της φλαμίνγκο, που την είχε μάθει, χρόνια τώρα, και δε φοβόταν να φάει γαρίδες από τις χούφτες της, δεν τρόμαζε στο χάιδεμά της.
Άφησε τη λεκάνη κάτω και έβαλε το χέρι της αντήλιο στο μέτωπό της για να ατενίσει καλύτερα. Πώς θα μπορούσε να ξεχωρίσει το φτερωτό της φίλο ανάμεσα σε τόσα πουλιά ούτε η ίδια το ήξερε, πίστευε πάντως ότι θα τον καταλάβαινε. Μέρες τώρα έκανε το ίδιο πράγμα συνέχεια: έβγαινε με τη λεκανίτσα φωνάζοντας το όνομά του, έβλεπε τα πουλιά να λιγοστεύουν, να αραιώνουν, παρακολουθούσε τους ορυζώνες να εξαπλώνονται ραγδαία εκεί όπου άλλοτε υπήρχαν μόνο αλυκές, κοιτούσε με θλίψη τους αλατόλοφους που έστεκαν εγκαταλειμμένοι και απεριποίητοι, αφού κανείς πλέον δε φρόντιζε να ανανεώνει το θαλασσινό νερό τους. Γιατί κανείς δε νοιαζόταν πια για το αλάτι, κανέναν δεν ενδιέφεραν οι αλυκές, κανείς δε συμπονούσε τα φλαμίνγκο, που δεν είχαν πού να γεννήσουν τα αυγά τους.
Η γυναίκα άρχισε ν' ανηφορίζει και πάλι την πλαγιά. Και τότε, μετά από πέντ' έξι βήματα, τον ένιωσε. Ο Πουτ ήταν εκεί, πίσω της, λίγα μέτρα μακρύτερα, και την κοίταζε γέρνοντας δεξιά κι αριστερά το κεφάλι του.
«Πουτ!» έκανε η γυναίκα με ανακούφιση και έτρεξε προς το μέρος του.
Άρχισε να τον χαϊδεύει παρατηρώντας πόσο είχε ξεθωριάσει το υπέροχο ροζ χρώμα του φτερώματός του. Τα πούπουλά του μαδούσαν και της έμεναν στο χέρι, είχε καταντήσει ένα άρρωστο πτηνό που δεχόταν με καρτερικότητα τα χάδια της.
Έβγαλε από τη λεκάνη την πρώτη γαρίδα και την έβαλε μπροστά στο ράμφος του. Ο Πουτ την τσίμπησε δειλά δειλά και, σηκώνοντας το λαιμό του, την κατάπιε με κάποια δυσκολία. Έκανε να του δώσει και δεύτερη, αλλά το φλαμίνγκο έστρεψε το κεφάλι του προς τη μεριά των συντρόφων του που έφευγαν· πέρυσι ήταν δεκάδες χιλιάδες στις αλυκές της Καμάργκ, τώρα είχαν μείνει μόνο κάποιες εκατοντάδες. Έριξε μια τελευταία ματιά στη γυναίκα και κατόπιν άνοιξε τα μεγάλα φτερά του και πέταξε ψηλά στον ουρανό.
Η γυναίκα είδε τα υπόλοιπα φλαμίνγκο να χαμηλώνουν τα ράμφη τους στο έδαφος και μετά να τα σηκώνουν κρώζοντας. Κοιτούσαν ανήσυχα αριστερά και δεξιά, υπήρχε μια νευρικότητα στην ατμόσφαιρα. Έσκυψε και σήκωσε από το χώμα άλλη μια ψόφια γαρίδα, χάιδεψε τη λάσπη παρακεί και, χώνοντας μέσα το χέρι της, ξερίζωσε κάτι μικροσκοπικά φυτά. Τα περιεργάστηκε. Ήταν αρρωστιάρικα. Σήκωσε το βλέμμα και ατένισε όλη την έκταση των αλυκών διακρίνοντας τα ξεραμένα σημεία: ήταν τα περισσότερα.
«Μας περιμένει συμφορά, μεγάλη συμφορά...» μονολόγησε και έσπευσε να απομακρυνθεί.
Ο Βασίλης Παπαθεοδώρου γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Τελείωσε τη Γερμανική Σχολή Αθηνών και σπούδασε μεταλλουργός και χημικός μηχανικός στο ΕΜΠ, ενώ έκανε μεταπτυχιακά στη Διοίκηση Επιχειρήσεων. Έξι από τα νεανικά και εφηβικά μυθιστορήματά του (Το μήνυμα, Οι Εννέα Καίσαρες, Χνότα στο τζάμι, Στη διαπασών, Το μεγάλο ταξίδι της κινέζικης πάπιας, Ιπτάμενες σελίδες) διδάσκονται στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, στο Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, σε μετεκπαιδευόμενους δασκάλους. Έχει τιμηθεί δύο φορές με το Κρατικό Βραβείο Παιδικής Λογοτεχνίας (2008, 2010) και δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω (2008, 2010) για τα βιβλία του Χνότα στο τζάμι και Στη διαπασών. Επίσης έχει αποσπάσει άλλα επτά λογοτεχνικά βραβεία για διάφορα έργα του από τον Κύκλο Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και τον Κυπριακό Σύνδεσμο Παιδικού και Νεανικού Βιβλίου.