
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο των Μάνου Στεφανίδη, Γιώργου Αριστηνού & Joe (a.k.a. A.I.) «2052, Το μυθιστόρημα των τριών», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Όταν κανείς σιχαίνεται να ζει, γράφει ημερολόγια:
«Μάθε να φεύγεις. Όλα τελειώνουν. Είναι αναπόφευκτο. Είναι νόμος του υπάρχειν. Ακόμη κι όσα έμοιαζαν αιώνια. Αν όμως δεν θέλεις να πεθάνουν όσα αγάπησες ταυτόχρονα με το μοιραίο τέλος τους, μάθε να φεύγεις. Φύγε εγκαίρως. Έτσι διασώζεται αυτό που μοιάζει χαμένο. Φύγε ενώ ακόμη λάμπουν τα αισθήματα και σε φωτίζουν τη στιγμή που απομακρύνεσαι.
Ο χωρισμός δίνει πάντα νέα διάσταση σε ό,τι ακύρωσε μοιραία ο ρεαλιστής χρόνος. Μόνο έτσι δοκιμάζεται η αλήθεια της σχέσης. Με την αναχώρηση. Τα κορμιά μπορούν και ταξιδεύουν, οι ψυχές όχι. Κι αυτό είναι νόμος. Από την άλλη, η απελπισία από μόνη της ποτέ δεν μεταμορφώνεται σε αληθινό πάθος. Η απελπισία σκοτώνει, η λύπη όχι. Τέλος, το πένθος από μόνο του είναι μορφή δημιουργίας.
Μάθε να μην φοβάσαι το πένθος. Ένα γραμμάριο ευτυχίας, άλλωστε, είναι πιο ακριβό κι από το πιο ακριβό άρωμα. Η λύπη, πάλι, παρέχεται δωρεάν. Και χωρίς φειδώ στην ποσότητα. Αγάπησε τη λύπη σου βαθιά για να σ’ αγαπήσει από την αρχή η χαρά σου.
Γενέθλια… Μόλις έγινα 70 ετών και αισθάνομαι γλυκόπικρα. Χαρά για όσα έζησα, λύπη για όσα δεν προλαβαίνω να ζήσω, φόβο για το άγνωστο που με πλησιάζει όλο και πιο κοντά. Σκέφτομαι, ποτέ δεν θα οδηγήσω στη ζωή μου Φεράρι, Πόρσε, Μερσεντές, Τζάγκουαρ –ποτέ δεν είχα τόσα χρήματα, πόσο μάλλον τώρα κι ούτε μ’ ενδιέφερε ποτέ μια τέτοια επίδειξη– αλλά θα συνεχίσω ως τας δυσμάς του βίου μου, που έλεγαν και οι παλαιοί, με το αρχαίο μου, το εφτάψυχο Όπελ που γερνάει κι αυτό αγόγγυστα μαζί με μένα. Θα μπορούσα λοιπόν να περιγράψω τον εαυτό μου σαν έναν κύριο ελαφρά μεταχειρισμένο, αλλά σε πολύ καλή κατάσταση. Σαν το Όπελ. Τόσο νεανικό ώστε κανείς να μην πιστεύει την πραγματική του ηλικία. Κι αυτό να παραμένει μια από τις τελευταίες χαρές της ζωής του. Έναν άνθρωπο γελαστό, όταν δεν κυριεύεται από μελαγχολίες, ελεγχόμενα ζηλιάρη –όταν σκέφτεται την ευτυχία των άλλων– κτητικό, όπως εξάλλου όλοι οι γέροι, κυρίως με τα πράγματα που δεν έχει.
Συνεχίζοντας στο ίδιο ύφος, θα έλεγα ότι γεννήθηκα στον Πειραιά, αλλά ελπίζω να πεθάνω κάπου πιο εξωτικά…
(Από το 1ο Μέρος – Μάνος Στεφανίδης)
[…] Οι συνειρμοί γλιστρούσαν πάνω στον πάγο της μνήμης με απίστευτη δοτικότητα, διασταυρώνονταν με άλλους επείσακτους, δευτερεύοντες ή καταχωσμένους, ανυψώνονταν κατακόρυφα σαν ψηφιακή ανωμαλία, ή ακόμη διαθλώνταν και κατακερματίζονταν από την πεισματική άρνηση του εγώ να τους υιοθετήσει. Σ’ αυτό το ασύλληπτο ινώδες ή εικονικό δίκτυο, κάτω μάλιστα από τις έκτακτες συνθήκες όπου διαβιούσε ο εαυτός μου, ο σκληρός, συνειδητός του πυρήνας όφειλε να κάνει τις επιλογές του. Η συνείδηση, όταν απειλείται, χάνει το λεγόμενο ηθικό της έρμα. Αναγκαστικά θα επιλέξει ό,τι περιφρουρεί την αυτάρκειά της και διασώζει, έστω ψευδεπίγραφα, το κύρος της. Με τον μηχανισμό της απώθησης και της εξιδανίκευσης, που λειτουργεί αμυντικά και ομοιοστατικά, κάθε παραμόρφωση της φυσικής ισορροπίας (διάβρωση, υπόσκαψη, παρέκκλισή της κ.λπ.) συμπιέζεται και αποβάλλεται ως έκκριμα και δυσώδης τοξική κύστη. Άλλοτε πάλι γλιστράει και εκτραχύνεται σε ακραίες και φαύλες αναπαραστάσεις…
(Από το 2ο μέρος – Γιώργος Αριστηνός)
[…] Δεν θυμάται πότε ακριβώς σταμάτησε να πιστεύει στις ανακοινώσεις. Ίσως τότε που του κόψανε για τρίτη φορά τη σύνταξη «για το καλό της πατρίδος». Κι όμως, εκείνο το πρωινό του 2026, έκατσε πειθαρχημένος μπροστά στην τηλεόραση, με τον καφέ να κρυώνει στο τραπεζάκι, σαν να περίμενε δελτίο καιρού.
«Κυρίες και κύριοι, καλημέρα σας. Σήμερα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας…» είπε η παρουσιάστρια, υπερβολικά νέα, υπερβολικά λεία, χωρίς ρυτίδες. Τον εκνεύριζε αυτό το δέρμα-οθόνη, χωρίς ιστορία. Έσκυψε μπροστά.
Λέξεις μεγάλες, βαρύγδουπες: τελομεράση, κλινικές μακροζωίας, μέσο προσδόκιμο ζωής στα 108 για όσους γεννήθηκαν πριν το 1970, πιλοτικά προγράμματα. Κι εκεί, ανάμεσα σε γραφήματα, σε καμπύλες που ανέβαιναν σαν αισιόδοξες μετοχές, έπεσε η φράση:
«Για τους σημερινούς εβδομηντάρηδες ανοίγει ένας νέος ορίζοντας εικοσιπέντε επιπλέον ετών υγιούς, λειτουργικής ζωής».
Τον έπιασαν τα γέλια. Όχι αστείο γέλιο. Εκείνο το σπασμένο, που σε βρίσκει κατακέφαλα και βγαίνει σαν βήχας. Εικοσιπέντε χρόνια επιπλέον. Λες και του έλεγαν: «Κύριε Καθηγητά, σας χάρισαν άλλη μία νεότητα».
Ποια νεότητα; Τα γόνατα πονούσαν, η μέση τον πελεκούσε, η μνήμη έκανε τρύπες σαν σαράκι στη βιβλιοθήκη. Κι όμως. Κάτι τσίμπησε μέσα του. Μια παλιά φιλοδοξία, φοιτητική σχεδόν. Εκείνη η αίσθηση ότι δεν πρόλαβε…
(Από το 3ο μέρος, Joe -a.k.a. A.I)
(Αλληλουχία Εντολών στο Α.Ι.: Μάνος Ιωαννίδης)
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Τρεις συγγραφείς, τρεις διαφορετικές γραφές, μία σπονδυλωτή ιστορία, μία αναπόφευκτη σύγκριση-σύγκρουση. Ο Μάνος Στεφανίδης και ο Γιώργος Αριστηνός διηγούνται διαδοχικά μία ιστορία, το τέλος της οποίας δε γνωρίζουν. Ο τρίτος συγγραφέας αυτής της τολμηρής και σύγχρονης εκδοχής του «Μυθιστορήματος των τεσσάρων» είναι ολότελα αναπάντεχος! Πρόκειται για τη Joe, ειδικό πρόγραμμα τεχνητής νοημοσύνης, το οποίο και αποφασίζει πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, γράφοντας το απόλυτα ανατρεπτικό τέλος της. Ένα δυστοπικό οργουελικό μυθιστόρημα που φιλοσοφεί πάνω στη ζωή και τον θάνατο, τον έρωτα και τη φθορά και θέτει το απόλυτα επίκαιρο ερώτημα: Άνθρωπος ή μηχανή;
Λίγα λόγια για τους συγγραφείς
Ο Μάνος Στεφανίδης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1954, αλλά ελπίζει να πεθάνει κάπου πιο εξωτικά. Έχει µετεκπαιδευτεί στο Kunstmuseum, Düsseldorf και Smithsonian Institution. Υπηρέτησε ως επιµελητής στην Εθνική Πινακοθήκη επί είκοσι πέντε χρόνια και στη συνέχεια δίδαξε ιστορία της τέχνης στη Φιλοσοφική Σχολή του ΕΚΠΑ ώς το 2021. Έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής στο Freie Universität του Βερολίνου και Stanford University της Καλιφόρνιας. Έχει συγγράψει περί τα τριάντα βιβλία τέχνης, ένα µυθιστόρηµα, δύο ποιητικές συλλογές, δύο θεατρικά και δύο ενότητες δοκιµίων. Οργάνωσε και διηύθυνε επί πέντε χρόνια το παράρτηµα της Εθνικής Πινακοθήκης στην Κέρκυρα. Επίσης έχει οργανώσει περισσότερες από εκατό εικαστικές εκθέσεις, µε σηµαντικότερες τον Andy Warhol στην Εθνική Πινακοθήκη το 1993 και την πολυεπίπεδη παρέµβαση του Βλάση Κανιάρη στο Μουσείο Μπενάκη το 2008 µε τίτλο «Γενέθλιον». Είναι µέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, αρθρογράφος στην εφηµερίδα «Ελευθεροτυπία», το «Βήµα» κ.ά, συνεργάτης των περιοδικών «Εικαστικά» και «Συν» παλιότερα και τώρα των «∆έντρο» και «Ποιητική». Ελπίζει, τέλος, ότι υπάρχουν ακόµη έντιµοι άνθρωποι στον τόπο µας.
Ο Γιώργος Αριστηνός γεννήθηκε στην Κοζάνη. Σπούδασε στο πανεπιστήµιο της Αθήνας και στο Παρίσι (Paris IV). Είναι µέλος της Εταιρίας Συγγραφέων. Έγραψε µυθιστορήµατα και δοκίµια. «Εισαγωγή στην πεζογραφία του Γ. Χειµωνά» (Κέδρος, 1981) «Υπόθεση γλωσσαλγίας» (Κέδρος, 1981) «Περιπέτεια» (Καστανιώτης, 1984) «Κρίση» (Άγρα, 1987) «Το οδοιπορικό» (Καστανιώτης, 1988) «∆οκίµια για το µυθιστόρηµα και τα λογοτεχνικά είδη» (Σµίλη, 1991) «Κατάβαση» (Καστανιώτης, 1992) «Θανατόφιλα ερωτοπαθή» (Σµίλη, 1992) «Η ακάθιστη σκέψη» (∆ελφίνι, 1996) «Αισθηµατικές εµµονές» (Λιβάνης, 1996) «Η εκδίκηση του συγγραφέα» (Οδυσσέας 1998) «Ο δολοφόνος» (Ελληνικά Γράµµατα, 2000 / Κίχλη, 2017. Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων) «Ένοχα χρόνια» (Ελληνικά Γράµµατα, 2000) «Ματαιοδοξία» (Ελληνικά Γράµµατα, 2002) «Η ζωή είναι ωραία» (Ελληνικά Γράµµατα, 2003) «Νάρκισσος και Ιανός» [Κείµενα ανθολόγηση] (Μεσόγειος, 2007) «Τοξικά απόβλητα» (Κέδρος, 2010) «Flash στη νύχτα» (Τόπος, 2011 / Εστία, 2017) «Αφερέγγυοι και πλάνητες» (Κέδρος, 2015. Βραβείο Ακαδηµίας Αθηνών 2015) «Τρία ∆οκίµια για τον Θανάση Βαλτινό» (Εστία, 2015. Βραχεία λίστα Κρατικών Βραβείων) «Η επιληψία της γλώσσας» (Εστία, 2023)
























