
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
[ΦΑΙΗ]
Είχαν πυκνώσει πάλι οι συναντήσεις μας εκείνο το διάστημα. Επισήμως δηλώναμε χωρισμένοι, αλλά τελευταία βρισκόμασταν σταθερά δύο με τρεις φορές την εβδομάδα, καταλήγαμε συνήθως σπίτι του. Σάββατο βράδυ, πριν από το ατύχημα, είχαμε βγει η παρέα για τσίπουρα, κι εκεί κανονίσαμε οι δυο μας να πάμε το επόμενο Σαββατοκύριακο σε μια έκθεση αρχιτεκτονικής στην Αθήνα.
Τον πήρα τη Δευτέρα για να κλείσουμε τα εισιτήρια, τον πήρα την Τρίτη, την Τετάρτη, πήρα στο γραφείο, μου είπαν ότι έλειπε. Δεν ήξερα τι είχε συμβεί, αν είχε πάθει κάτι, αν αποφάσισε ξαφνικά, έτσι χωρίς εξήγηση, να δώσει αυτό το οριστικό τέλος στην, ανεπίσημη έστω, σχέση μας, αν είχα πει κάτι που τον πείραξε, δεν το συνήθιζε, σήκωνε πάντα τα τηλέφωνα, αυτή τη φορά σαν ν’ άνοιξε η γη και να τον κατάπιε.
Πήγα και του χτύπησα το κουδούνι, δεν ήθελα με τίποτα να χάσω την έκθεση, ένας από τους εκθέτες ήταν ο επιβλέπων του διδακτορικού μου, μου είχε στείλει προσωπικό μέιλ για να με προσκαλέσει. Δεν μ’ άφησε να μπω. «Όλα καλά;» τον ρώτησα σχεδόν από τη χαραμάδα, σκοτάδια μέσα, έβλεπα το μισό του μόνο κορμί, το άλλο μισό το κάλυπτε η πόρτα. «Δεν θα ’ρθω, Φαίη, συγγνώμη. Κανόνισε όπως θες το πρόγραμμά σου» είπε κι έκλεισε. Καθόλου δεν τα συνήθιζε αυτά, με ανησύχησε η συμπεριφορά του, πήρα τον κολλητό του στη δουλειά, μου είπε για το τροχαίο, πήρα στο καπάκι τον ξάδερφό του, δεν είχε ιδέα.
Αν άνοιγε τη μέρα εκείνη κάπως περισσότερο την πόρτα, αν έβγαινε απ’ το λαγούμι του κι ερχόταν τότε μαζί μου στην Αθήνα, μπορεί, λέμε τώρα, να μην προλάβαινε να πάρει μέσα του σχήμα το τέρας αυτό, το μικρό ατίθασο θηλαστικό, που τον έφαγε. Ίσως οι δυο εκείνες βδομάδες του εγκλεισμού του να ήταν που το γονιμοποίησαν, του έδωσαν πνοή, όνομα. Αν τη στιγμή που του χτύπησα το κουδούνι έκανε το βήμα να βγει, ίσως το έξω φως, το ταξίδι μετά, η έκθεση, ο καθηγητής, εγώ!, η φασαρία της πόλης, η κίνηση να τον βοηθούσαν να ξεδιαλύνει τις σκέψεις του, ν’ αποβάλει το ξένο σώμα, και να μην χρειαζόταν να χάσει τη ζωή της μια κοπέλα, που απ’ το πουθενά έτυχε, ένα πρωινό που γκρεμιζόταν ο κόσμος και χτιζόταν πάλι από την αρχή, να πέσει στα χέρια του.
Αν τη στιγμή που του χτύπησα το κουδούνι έκανε το βήμα να βγει, ίσως το έξω φως, το ταξίδι μετά, η έκθεση, ο καθηγητής, εγώ!, η φασαρία της πόλης, η κίνηση να τον βοηθούσαν να ξεδιαλύνει τις σκέψεις του, ν’ αποβάλει το ξένο σώμα, και να μην χρειαζόταν να χάσει τη ζωή της μια κοπέλα, που απ’ το πουθενά έτυχε, ένα πρωινό που γκρεμιζόταν ο κόσμος και χτιζόταν πάλι από την αρχή, να πέσει στα χέρια του.
Αν δεν πήγαιναν εκείνη την Κυριακή σ’ εκείνον τον αγώνα, αν είχε σφυρίξει τη διακοπή του λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα ο διαιτητής, αν δεν έβρεχε ή δεν έβρεχε τόσο, αν δεν βρισκόταν ο στύλος της ΔΕΗ εκεί, ο εργάτης που τον τοποθέτησε, που μέτρησε ακριβώς, χωρίς να χάσει εκατοστό όταν τον τοποθετούσε, ή που, αφηρημένος, μπορεί και ανίκανος, να έχασε πράγματι ορισμένα εκατοστά, ορισμένα κρίσιμα εκατοστά όταν τράβαγε την κορδέλα του για να σημαδέψει το σημείο σ’ ένα απ’ τα σταροχώραφα, ή αν ίσως πάταγε εγκαίρως ή με την κατάλληλη πίεση ο οδηγός το φρένο, αν εν πάση περιπτώσει δεν ήταν το συγκεκριμένο τραγούδι που έπαιζε την ώρα εκείνη στο ραδιόφωνο, ένα τραγούδι κατά τι πιο ερωτικό από τα υπόλοιπα, που έκανε τον φίλο της, τον γκόμενό σου, Λυδία, είχες κάποτε έναν άλλον άντρα για να του φιλάς το στόμα, να μην μπορεί ν’ αντισταθεί στην ανάγκη να της πιάσει, να σου πιάσει, τον μηρό, το πόδι, αφήνοντας μια στιγμή το τιμόνι, μπορεί και να μην συνέβαινε, σίγουρα δεν θα συνέβαινε τίποτα απ’ όλα όσα συνέβησαν.
Σκέφτομαι πως αν δεν ήταν εκείνη, μπορεί και να ήμουν εγώ στη θέση της, να βρισκόμουν εγώ μια μέρα δολοφονημένη δίπλα του. Ούτε μία στο τρισεκατομμύριο, ούτε μία φορά δεν μου πέρασε η σκέψη μαζί της, Λυδία. Το σκέφτομαι κι αμέσως το αποκλείω.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Το χρονικό μιας γυναικοκτονίας μέσα από τα μάτια του δράστη και των ανθρώπων του περιβάλλοντός του. Οι έξι αφηγητές, καθώς συμπληρώνουν το παζλ του εγκλήματος και του προσώπου που το διέπραξε, έρχονται σταδιακά αντιμέτωποι με τα δικά τους λάθη και πάθη. Ο γυναικοκτόνος, σε μια διαρκή, υπόγεια συνομιλία με το θύμα, παρεμβαίνει κάθε τόσο στα λεγόμενα των αφηγητών για να εκφράσει τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας. Άλλοτε σαν μουρμουρητό κι άλλοτε σαν κραυγή, ξεδιπλώνονται οι σκέψεις του για τον έρωτα και τον θάνατο, τη λογική και την τρέλα, την ομορφιά και την ασχήμια του κόσμου, τον ίδιο του, εν τέλει, τον εαυτό και το καθρέφτισμά του στα μάτια της αγέλης του. Ένα μυθιστόρημα για τη σκοτεινή ανθρώπινη φύση, τη συνθήκη του «ανήκειν» και τη βία στον έρωτα, τα πολλαπλά πρόσωπα της αλήθειας και τον καταλυτικό ρόλο της αφήγησης.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Βίκυ Τσελεπίδου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε Νομικά (Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης), Επικοινωνία (London Guildhall University) και Δημιουργική Γραφή. Η συλλογή διηγημάτων Ελενίτ ήταν το πρώτο της βιβλίο.





















