
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το διήγημα «Τσακώνικο πορνό», το οποίο βρίσκεται στη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Μπιστολά «Η κορυφή του κόσμου» που θα κυκλοφορήσει στις 20 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Τόπος.
Επιμέλεια: Κωστας Αγοραστός
«Τσακώνικο πορνό»
«Αρέσουντα ντ’ ένι;» τη ρώτησε απρόσμενα ο Γ. Π. ενώ αύξανε την ένταση του ήχου στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου. Η Άννα πάγωσε. Ένιωσε ένα αόρατο δάχτυλο να στρίβει μια τούφα στα μαλλιά της. Στράφηκε απότομα προς το μέρος του.
«Τι είπες;»
Τις σχολικές διακοπές η Άννα και η αδελφή της τις περνούσαν με τη γιαγιά τους στον Τυρό. Το σπίτι ήταν παλιό, με ξύλινα σκαλιστά έπιπλα προηγούμενων δεκαετιών. Κοιμόνταν σε ράντζα στην αυλή για δροσιά και πείραζαν τους σκαντζόχοιρους του κήπου. Ο αδελφός της γιαγιάς της τους επισκεπτόταν συχνά. Πάντα φιλικός και προσεκτικά ντυμένος με πουκάμισο κολλαριστό και τσάκιση στο παντελόνι. «Καφέ», ζητούσε με δυνατή φωνή. «Με τρεις ζάχαρη;» ρωτούσε η γιαγιά, σαν να μη γνώριζε την απάντηση, που ήταν πάντα η ίδια. «Και βέβαια με τρεις! Τι είναι η ζωή χωρίς γλύκα», αποκρινόταν περιπαικτικά, κλείνοντας το μάτι στην επτάχρονη Άννα, όσο η γιαγιά της ετοίμαζε τον καφέ. Έπειτα πλησίαζε τα δύο κορίτσια που έπαιζαν στο πάτωμα και τα χάζευε χωρίς να διακόπτει το παιχνίδι τους. Ρουφούσε με φανερή απόλαυση τον καφέ του και γελούσε όποτε η μία τσιμπούσε την άλλη ή όταν μάλωναν για μια κούκλα. Μερικές φορές τις έπαιρνε και τις κατέβαζε στον μόλο για παγωτό. Η Άννα πάντα διάλεγε το ίδιο και όσο το καταβρόχθιζε με παιδική μανία, εκείνος τη ρωτούσε:
«Αρέσουντα ντ’ ένι;»
«Σου αρέσει;»
Ο έκπληκτος Γ. Π. απόρησε με το επιθετικό ύφος της, γρήγορα όμως χαμογέλασε ξανά σαν να είχε λύσει ένα αίνιγμα που τον ταλαιπωρούσε ώρα. «Ο σταθμός», φώναξε μέσα από τα πνευμόνια του για να ακουστεί μέσα από τα κλαρίνα, «σου αρέσει;». Ο οξύς ήχος των οργάνων την πέτυχε στα μηλίγγια. Του έκανε νόημα να χαμηλώσει την ένταση. «Αυτοί οι χοροί ανήκουν στην παράδοσή μας», αμύνθηκε εκείνος αφού πρώτα έκανε αυτό που του ζήτησε και έπειτα άρχισε έναν βαρετό μονόλογο για τα βήματα του τσακώνικου, που λένε πως αναπαριστά τις δαιδαλώδεις στροφές του μινωικού λαβυρίνθου ή τη μάχη του Απόλλωνα εναντίον του Πύθωνα, και για το πόσο σημαντικό είναι να θυμόμαστε και να τηρούμε τα ήθη και τα έθιμα του τόπου μας, που αυτό σημαίνει να είμαστε λεβέντες, δηλαδή οι άντρες να είναι άντρες και οι γυναίκες γυναίκες, όχι πως έχει πρόβλημα μια γυναίκα να δουλεύει και να προκόβει, απλώς πώς να το κάνουμε, η γυναίκα πρέπει να είναι πρώτα και κύρια μάνα, έτσι δεν είναι;, αλλιώς πάει, τα ισοπεδώνουμε όλα…
Η Άννα διατήρησε την αγενή απάθειά της σε όσα άκουγε. Από το παράθυρό της έβλεπε έναν δρόμο να ανεβαίνει τον Πάρνωνα. Ο δρόμος ελισσόταν σαν έντερο. Τα χωριά της πλαγιάς παρέμεναν αόρατα τα πρωινά και έλαμπαν μόνο με τα βραδινά φώτα. Ύστερα από ένα τέταρτο αργής οδήγησης, συνδυασμένης με την ακατάσχετη πολυλογία του Γ. Π., έφτασαν στο εγκαταλελειμμένο θερμοκήπιο. Εκεί κειτόταν το πτώμα.
Δεν τον άντεχε άλλο, ούτε αυτόν ούτε τα τσακώνικά του. Από την πρώτη συνάντησή τους, πριν από έξι βδομάδες, ο συνομήλικός της τριανταπεντάρης Γ. Π. είχε βιαστεί να της ανακοινώσει πως «α γρούσσα είναι η ψυχή μας». «Και είναι μια ψυχή όμορφη γιατί είναι μια γλώσσα όμορφη», συνέχισε, «όχι σαν την αμερικανοποιημένη διάλεκτο με τα οκέι και τα μπάι μπάι που χρησιμοποιούν οι νέοι!»
Ο Τ. Μ. ήταν πενήντα δύο ετών, εκατόν οκτώ κιλά, αγρότης στο επάγγελμα, πατέρας τριών παιδιών, σύζυγος μιας δημοτικής συμβούλου και νεκρός τις τελευταίες τουλάχιστον δώδεκα ώρες. Αιτία θανάτου: κομμένο λαρύγγι. Το πουκάμισό του ματωμένο, όπως και το φθαρμένο τζιν παντελόνι του. Οι σόλες των παπουτσιών του επίσης είχαν αίμα πάνω τους και οι καρποί του ήταν μωλωπισμένοι, πράγμα που σήμαινε πως τον κρατούσαν δεμένο. Παρά την κακουχία του θύματος, το πρόσωπό του παρέμενε γαλήνιο. Από τις τρύπες του πλαστικού που κάλυπτε τον σκελετό του θερμοκηπίου περνούσαν ακτίνες που σημάδευαν με φως διάφορα σημεία του άψυχου κορμιού. «Σάμερε βρήκε και αυτός να σκοτωθεί, μεγαλοπεμπτιάτικα;» γκρίνιαξε ο Γ. Π. Όπως πάντα, κολλούσε όποτε μπορούσε όσες λίγες τσακώνικες λέξεις γνώριζε, θέλοντας να προκαλέσει εντύπωση. «Σάμερε σημαίνει σήμερα», εξήγησε κηδεμονικά στην Άννα και έπειτα επέστρεψε στην ανούσια εξέταση του τόπου του εγκλήματος, περιεργαζόμενος βαριεστημένα με την άκρη του παπουτσιού του τις νεκρές ρίζες των φυτών που κάποτε ευδοκιμούσαν μέσα στις τεχνητές συνθήκες του θερμοκηπίου.
Δεν τον άντεχε άλλο, ούτε αυτόν ούτε τα τσακώνικά του. Από την πρώτη συνάντησή τους, πριν από έξι βδομάδες, ο συνομήλικός της τριανταπεντάρης Γ. Π. είχε βιαστεί να της ανακοινώσει πως «α γρούσσα είναι η ψυχή μας». «Και είναι μια ψυχή όμορφη γιατί είναι μια γλώσσα όμορφη», συνέχισε, «όχι σαν την αμερικανοποιημένη διάλεκτο με τα οκέι και τα μπάι μπάι που χρησιμοποιούν οι νέοι!»
Τον αντιπάθησε αμέσως. Και της μύριζε σαν χαλασμένο τυρί. Οπότε προτίμησε να υποκριθεί την ανήξερη και δεν του αποκάλυψε πως καταγόταν από τον Τυρό, ένα από τα χωριά της Τσακωνιάς στη νότια Κυνουρία, και πως η γιαγιά της αφηγούνταν παραμύθια στα τσακώνικα. Ίσως και να είχε καλύτερη γνώση της τσακώνικης από τον ηλίθιο ανθυπαστυνόμο Γ. Π., ο οποίος, αφού ολοκλήρωσε την πρώτη γνωριμία με μια σύντομη ενημέρωση γύρω από το πρώτο πτώμα που είχε ανευρεθεί εκείνες τις μέρες, βγήκε από το γραφείο της σχηματίζοντας με τις παλάμες του δυο χούφτες μπούστου, ψιθυρίζοντας «βυζάρες», κάνοντας τους συναδέλφους τους να σκάσουν στα γέλια.
Από αυτόν, τον Γ. Π., που η μαύρη τρίχα ξεπρόβαλλε από το πουκάμισο σαν τρίχωμα αρκούδας και έβαζε τα Καρέλια στο τσεπάκι του πέτου της στολής, από αυτόν, που γνώριζε παπαγαλίστικα κάποια τσακώνικα, αλλά είχε γράψει σε ένα σημείωμα τρεις φορές τον φάκελο ως φάκκελο, από αυτόν λοιπόν, τον Γ. Π., θα σωζόταν η ελληνική γλώσσα από την αμερικανοποίησή της.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Δεκαεπτά άνθρωποι στην Κερατέα χάνουν τη ζωή τους ταυτόχρονα, κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Στη ζούγκλα της Ονδούρας ο μοναδικός επιζών μιας αποστολής συνεχίζει με πάθος ένα ημιτελές ημερολόγιο. Νεαρός που επανήλθε από πνιγμό ξεκινά μια προσωπική σταυροφορία παρηγοριάς πενθούντων. Ένας κουμπάρος βυθίζεται στην παράνοια πριν από τον γάμο εξαιτίας μιας άκομψης φάρσας. Ψάχνοντας χώρο για την αποκομιδή πυρηνικών λυμάτων, δύο αδέλφια μοιράζονται μια νοσηρή αλήθεια. Ένας ποιητής και ένας παλαίμαχος του κατς, νεφροπαθείς και οι δύο, αναλογίζονται τις ήττες τους. «Μάστε κορίτσια τσάκαλα, βάψτε κόκκινα τα πουκάμισα» τραγουδούν οι γυναίκες στο Λεωνίδιο εν μέσω μιας αστυνομικής έρευνας γύρω από τρία μωλωπισμένα πτώματα. Δύο αδέλφια προσεγγίζουν την καρδιά του Βόρειου Πόλου σε αναζήτηση του χαμένου πατέρα τους.
Οκτώ παράδοξες ιστορίες στις οποίες οι ήρωες ανορθόδοξα διαχειρίζονται ακραίες υπαρξιακές κρίσεις· οκτώ δραματικές, παροξυσμικές καταστάσεις· μια τεταμένη αφήγηση που μυθολογεί στο μεταίχμιο λογικής και παράνοιας.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Ηλίας Μπιστολάς γεννήθηκε το 1982. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Το πρώτο του μυθιστόρημα µε τίτλο Χώµα στα µάτια, στα αυτιά, στο στόµα (Τόπος, 2022) ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεµφανιζόµενου Συγγραφέα στην Πεζογραφία του περιοδικού Αναγνώστης. Συµµετείχε επίσης στον συλλογικό τόμο Από το τοπικό στο παγκόσμιο των εκδόσεων Διόπτρα µε το διήγημα «Γιατί δεν κοιμούνται τα χταπόδια;»





















