prodimosieysi psomiadis

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το ομότιτλο διήγημα της συλλογής διηγημάτων του Γιώργου Ψωμιάδη «Η φωλιά», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 19 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ἡ φωλιὰ 

Τὸ φορτηγὸ εἶναι παρκαρισμένο ἔξω ἀπ’ τὸ σχολεῖο. Κόκκινου χρώματος, τραβᾶ ἀμέσως τὸ βλέμμα του ὅταν διασχίζει τὸ προαύλιο. Ὁ μικρὸς κρατᾶ ἕνα στριφτὸ τσιγάρο. Λίγα χρόνια πρὶν θὰ τὸ πετοῦσε τὴ στιγμὴ ποὺ θά ’βλεπε τὸν πατέρα του. Θὰ ἀνάσαινε γρήγορα, νὰ ἀδειάσει ἀπ’ τὸν καπνὸ τὰ σωθικά του. Τώρα δὲν μπαίνει κὰν στὸν κόπο. Ἄλλωστε ξέρει πὼς κατὰ βάθος τοῦ πατέρα του πάντα τοῦ ἄρεσε ποὺ κάπνιζε. Τὸ καταλαβαίνει ἀπὸ τὸ πῶς τοῦ δίνει τὸν ἀναπτήρα ὅταν τὸν χάνει. «Σ’ ἔχω», λέει κλείνοντάς του τὸ μάτι καὶ μὲ μιὰ κίνηση τὸν ἀνάβει μπροστά του. Τώρα, καθὼς πλησιάζει, βλέπει τὸ χέρι του ποὺ κρέμεται ἀπὸ τὸ παράθυρο τοῦ φορτηγοῦ, τὸ τατουὰζ μὲ τὴν κόκκινη φάλαινα ξεχωρίζει ἐπάνω του. Ὅταν ἦταν μικρὸ παιδί, ὁ πατέρας του τοῦ ἔλεγε πὼς τὸν ἔκλεψαν οἱ ἰθαγενεῖς Οὔμπα Λούμπα καὶ τοῦ τὸ ζωγράφισαν γιὰ νὰ γίνει μέλος τῆς φυλῆς τους. Κορνάρει μόλις ἀντιλαμβάνεται τὴν παρουσία του. Ἀνοίγει τὴ συρόμενη πίσω πόρτα κάνοντάς του νόημα νὰ βάλει τὴν τσάντα μέσα.

«Παραδίδετε καὶ Πέμπτες;» ρωτᾶ ὁ μικρὸς κι ἐκεῖνος δὲν ἀπαντᾶ ἀμέσως, πρῶτα στριμώχνει τὴν τσάντα ἀνάμεσα στὰ τελάρα μὲ τὶς ντομάτες. Συνήθως δὲν φορᾶ τὴν μπλούζα τῆς δουλειᾶς. Σήμερα ὅμως τὸ λογότυπο τῆς ἑταιρείας φιγουράρει στὸ στῆθος τοῦ πατέρα. Τὸ ἴδιο καὶ στὴν πόρτα τοῦ φορτηγοῦ. Δύο κεφαλαῖα Μ. «Μεταφορὲς Μάινας». Παλιὰ ὁ μικρὸς μουντζούρωνε μὲ ἕναν μαρκαδόρο τὰ δύο Μ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἀκόμη ξεθωριασμένο στὴ γωνία – ὁ πατέρας του καθάριζε γιὰ ὥρα τὸ φορτηγὸ μὲ νέφτι πρὶν φύγει γιὰ νὰ παραδώσει, ὅπως πάντα σὲ κάποιο νησί. Αἴγινα, Ἀγκίστρι, Σαλαμίνα, Τζιά. Τὰ δρομολόγια ἀλλάζουν ἀνάλογα μὲ τὴν ἐποχή. Τὰ καλοκαίρια ἡ δουλειὰ αὐξάνεται πολύ. Μόνο κάποιες Πέμπτες, στὰ ρεπό του, τὸν βλέπει στημένο ἔξω ἀπ’ τὸ σχολεῖο νὰ τὸν περιμένει στριφογυρίζοντας ἕνα τσιγάρο στὰ δάχτυλά του. Μὲ τὸ μάτι μετρᾶ τὶς γόπες μπαίνοντας στὸ φορτηγό. Καμιὰ δεκαριὰ σήμερα, πεταμένες σὲ ἕνα πλαστικὸ ποτήρι καφέ, δίπλα στὸ χειρόφρενο.

«Ἀγκίστρι», λέει ὁ πατέρας ὅταν βάζουν τὶς ζῶνες τους. Τοῦ δίνει ἕνα βιαστικὸ φιλὶ στὸ μάγουλο. Τὰ γένια του τσιμπᾶνε. Τὸ φορτηγὸ μυρίζει ζεστὸ πλαστικό. Τὸ καπὸ βράζει κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ Ἰουνίου. «Θά ’ρθεις βόλτα;»

Κάθε φορὰ τὸν ρωτοῦσε σὰν νὰ μὴ θεωροῦνταν ἤδη δεδομένη ἡ συμμετοχή του. Λὲς καὶ ἦταν στὸ χέρι του ἂς ποῦμε νὰ ἀρνηθεῖ, νὰ ἀνοίξει ξαφνικὰ τὴν πόρτα καὶ νὰ περπατήσει μόνος μέχρι τὸ σπίτι. Τὶς περισσότερες φορὲς μάλιστα ὁ πατέρας ἐρχόταν ἔχοντας ἀποφασίσει ἀπὸ πρὶν κάτι διαφορετικὸ γιὰ τοὺς δυό τους, τὴ μιὰ φορὰ ἕνα μεξικάνικο ἑστιατόριο, τὴν ἄλλη ἕναν ποδοσφαιρικὸ ἀγώνα, ἕνα νέο μπὰρ ποὺ εἶχε ἀνακαλύψει ὅτι παίζει παλιὸ καλὸ ρὸκ ἒν ρόλ.

«Φέτος ἔχουν τρελαθεῖ στὶς παραγγελίες, ὅλο φροῦτα καὶ λαχανικά. Ἀνανάδες, ντομάτες, καρπούζια. Ὅ,τι βάζει ὁ νοῦς σου. Γέμισε τὸ νησὶ τουρίστες, τὰ ἀδειάσαν ὅλα», λέει καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο προσθέτει: «Ὅπου νά ’ναι θὰ μᾶς φᾶν καὶ τὴ φωλιά».

Ἡ φωλιὰ ἦταν μιὰ μικρὴ ἀκτὴ κρυμμένη στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ νησιοῦ, ποὺ κάποτε τὴν εἶχαν ἀνακαλύψει τυχαῖα. Ἐκεῖ συνήθιζαν νὰ στήνουν κάθε καλοκαίρι δυὸ αἰῶρες καὶ περνοῦσαν μιὰ βδομάδα στὴ φύση. Ἦταν οἱ μόνες μέρες τοῦ χρόνου ποὺ τὰ δρομολόγια τοῦ πατέρα του χαλάρωναν.

Ἡ φωλιὰ ἦταν μιὰ μικρὴ ἀκτὴ κρυμμένη στὴ δυτικὴ πλευρὰ τοῦ νησιοῦ, ποὺ κάποτε τὴν εἶχαν ἀνακαλύψει τυχαῖα. Ἐκεῖ συνήθιζαν νὰ στήνουν κάθε καλοκαίρι δυὸ αἰῶρες καὶ περνοῦσαν μιὰ βδομάδα στὴ φύση. Ἦταν οἱ μόνες μέρες τοῦ χρόνου ποὺ τὰ δρομολόγια τοῦ πατέρα του χαλάρωναν. Ἔμπαιναν στὸ φορτηγὸ ἀπ’ τὴν Ἀθήνα, ἀγόραζαν προμήθειες –ὁπωσδήποτε πατατάκια γιὰ ἐκεῖνον, μπύρες γιὰ τὸν πατέρα του– καὶ δὲν ἔκαναν τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ τὸ νὰ βουτοῦν στὴ θάλασσα ὅταν ζεσταίνονταν καὶ νὰ κοιτοῦν τὰ ἀστέρια μόλις βράδιαζε ξαπλωμένοι στὶς αἰῶρες τους. Τὸ μόνο ποὺ ἔσπαγε τὴν ἀπαράλλακτη ρουτίνα στὴ φωλιὰ ἦταν οἱ βραδινὲς ἀναγνώσεις τοῦ πατέρα. Διάβαζε ἀνὰ διαστήματα, δυνατὰ καὶ μὲ ἔμφαση, κομμάτια ἀπὸ τὸ μοναδικὸ βιβλίο ποὺ ὁ μικρὸς τὸν εἶχε δεῖ ποτὲ νὰ κουβαλᾶ μαζί του, τὸν ὁδηγὸ ἐπιβίωσης. [...] Μὲ τὰ χρόνια οἱ ἐκδρομές τους ἄρχισαν νὰ ἀραιώνουν. Κάποιες φορὲς ἡ μητέρα του τηλεφωνοῦσε γιὰ νὰ τοῦ πεῖ πὼς καλὸ θὰ ἦταν νὰ ἐπιστρέψει νωρίτερα στὸ σπίτι γιὰ νὰ προλάβει κάτι ἐπισκέψεις συγγενῶν, ἐνῶ κάποιες ἄλλες ὁ πατέρας του, ποὺ συχνὰ ἔφευγε γιὰ νὰ ἀναζητήσει σῆμα γιὰ τὸ κινητὸ στὸν κεντρικὸ δρόμο, γυρνοῦσε μὲ μιὰ συγκεκριμένη ἔκφραση στὸ πρόσωπό του, ἔχοντας καταφέρει μετὰ ἀπὸ πολὺ κόπο νὰ μιλήσει μὲ τὴν ἑταιρεία «Μεταφορὲς Μάινας». Μιὰ ἔκφραση ποὺ ἦταν ἀρκετὴ προκειμένου ὁ μικρὸς νὰ καταλάβει πὼς εἶχε ἔρθει ἡ στιγμὴ τῆς ἀναχώρησης.

[...] «Καμιὰ προτίμηση;» ρωτᾶ ὁ πατέρας. Ἔχει ἀνοίξει τὸ ραδιόφωνο, χαίρεται ποὺ παίζει παλιὸ καλὸ ρὸκ ἒν ρόλ.

Τοῦ φαινόταν περίεργο πὼς κάποτε ὁ πατέρας του εἶχε μαλλιὰ καὶ μάλιστα μακριά. Τὸ εἶχε ἀνακαλύψει ὅταν καιρὸ πρὶν βρῆκε μιὰ ξεχασμένη φωτογραφία τυχαῖα σὲ ἕνα ντουλάπι. Φοροῦσε δερμάτινο καὶ εἶχε πλάι του μιὰ κοπέλα. Δὲν ἦταν ἡ μητέρα του. Ἴσως γι’ αὐτὸ νὰ ἦταν κρυμμένη ἡ φωτογραφία, σκέφτεται. Πόζαραν μπροστὰ σὲ μιὰ μεγάλη μπλὲ μοτοσυκλέτα. Ἐκείνη γελοῦσε ἀκουμπισμένη στὸ μπράτσο του, δίπλα στὸ τατουὰζ μὲ τὴν κόκκινη φάλαινα τῶν Οὔμπα Λούμπα. Τὸ τατουὰζ ἔμοιαζε νὰ ἔχει μόλις γίνει, φλογερὸ καὶ λαμπερὸ τραβοῦσε ἀμέσως τὸ μάτι στὴ φωτογραφία. Φανταζόταν τὴν κοπέλα νὰ γραπώνεται πάνω του καὶ νὰ διασχίζουν μαζὶ μεγάλες λεωφόρους. Τώρα ὁ πατέρας κουνᾶ τὸ κεφάλι στὸν ρυθμὸ τῆς μουσικῆς. «Μπά, μιὰ χαρὰ εἶναι κι αὐτό», λέει ὁ μικρός. Δὲν προλαβαίνει νὰ ὁλοκληρώσει τὴ φράση του ὅταν μέσα ἀπὸ τὸν ἦχο τῆς κιθάρας ξεχωρίζει ἕναν γδοῦπο. Ἔρχεται ἀπ’ τὴν καρότσα τοῦ φορτηγοῦ. Ὁ θόρυβος ἐπαναλαμβάνεται. Διαδοχικοὶ χτύποι, σὰν κάτι νὰ κοπανᾶ τὶς λαμαρίνες δεξιὰ κι ἀριστερά. Θὰ κουτρουβάλησαν οἱ ντομάτες, σκέφτεται. Δὲν θὰ τὶς ἔδεσε καλά, θὰ σκόρπισαν στὴν καρότσα. Μιὰ φορὰ ὁ πατέρας εἶχε ξεχάσει νὰ δέσει σφιχτὰ τὸ φορτίο καὶ ἀναγκάστηκαν νὰ γυρίσουν πίσω γιὰ νὰ τὶς ἀντικαταστήσει. Ὁ μικρὸς τὶς φαντάζεται στραπατσαρισμένες – ἕνας κόκκινος παχύρρευστος πολτός.

Στὰ μισὰ τῆς διαδρομῆς ὁ πατέρας τοῦ δείχνει μιὰ καντίνα στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. «Πεινᾶς;» ρωτᾶ, κι ὁ μικρὸς γνέφει καταφατικά. Μόλις κατεβαίνουν, χαιρετοῦν μὲ ἕνα νεῦμα τοὺς πελάτες ποὺ μασουλᾶνε σκυφτοὶ σάντουιτς σὲ κάτι πλαστικὲς καρέκλες. Τὰ δάχτυλά τους, ἀσπρισμένα ἀπὸ μπογιές, χώνουν τὶς πατάτες στὸ στόμα. Ἡ γυναίκα τῆς καντίνας τοὺς φτιάχνει τὰ βρώμικα· τρῶνε σιωπηλοὶ στὰ ὄρθια, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἄδεια καρέκλα. Ἀπὸ τὸ πλάι τοῦ κεφαλιοῦ τοῦ πατέρα τρέχει μιὰ γραμμὴ ἱδρώτα. Οἱ τρίχες στοὺς κροτάφους ἔχουν γκριζάρει. Μιὰ φλέβα μονίμως πετάγεται στὴν ἄκρη τοῦ μετώπου του. Χτυπᾶ τὸ τηλέφωνο. Χώνει τὸ λερωμένο μὲ σάλτσες χέρι του στὴν τσέπη, προσπαθεῖ νὰ βγάλει τὸ κινητό.

«Τρεῖς φεύγει τὸ φέρι, πέντε παραδίδω. Ναί, ἐπιστροφὴ μὲ τὸ τελευταῖο καὶ αὔριο Τζιά, πρῶτα ὁ Θεός. Ὅλα καλὰ χώρεσαν. Ναί, νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ παραλάβει, μὴ μοῦ ἔχει πάλι τὴν καθυστερημένη τὴν κόρη του».

[...]

Στὸ φέρι πάντα κάθονταν μέσα. Ὁ πατέρας ἔπιανε ἕναν ἀπὸ τοὺς γωνιακοὺς καναπέδες. Ἔβαζε ἀπ’ τὸ κινητὸ νὰ παίζουν στὴ διαπασὼν σὲ ἀνοιχτὴ ἀκρόαση τραγούδια ποὺ εἶχε κατεβάσει· τραγούδια ποὺ διακόπτονταν πάντα στὸ ἴδιο σημεῖο ἀπὸ τὶς ἀνακοινώσεις τῶν μεγάφωνων γιὰ τὴν ἄφιξη τοῦ πλοίου στὴν πρώτη στάση, τὴν Αἴγινα. Ἔβγαινε ὅμως συχνὰ γιὰ τσιγάρο καὶ γιὰ νὰ μιλήσει στὸ τηλέφωνο, καὶ ὁ μικρὸς ἔμενε ἐκεῖ, νὰ εἰσπράττει τὰ ἀπειλητικὰ βλέμματα ὅσων μάταια προσπαθοῦσαν νὰ κοιμηθοῦν στοὺς γειτονικοὺς καναπέδες. «Ἐπιστρέφω», ἔλεγε. Τὸν ἔβλεπε πίσω ἀπὸ τὸ τζάμι νὰ γέρνει στὰ κάγκελα τοῦ καταστρώματος μὲ τὸν καπνὸ τοῦ τσιγάρου του νὰ ταξιδεύει στὴ θάλασσα. Ὁ κόσμος ποὺ περνοῦσε ἔριχνε κλεφτὲς ματιὲς στὸ τατουάζ του.

Πάρκαραν τὸ φορτηγὸ στὸ φέρι μὲ δυσκολία, ἀφοῦ σήμερα ἦταν γεμάτο. Ὁ πατέρας φρέναρε δυὸ φορὲς ἀπότομα ὅταν λίγο ἔλειψε νὰ χτυπήσει ἕνα μηχανάκι, τὴν ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἀντιλήφθηκε τὴν τελευταία στιγμή. Ἡ καρότσα τοῦ φορτηγοῦ κουνήθηκε ὁλόκληρη. Ὁ μικρὸς σκέφτηκε πὼς μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ τσεκάρουν ἂν ὅλα ἦταν καλὰ μὲ τὸ φορτίο. Ὁ πατέρας ὅμως ἔμοιαζε νὰ μὴν ἀνησυχεῖ, ἔβγαλε ἁπλῶς τὰ κλειδιὰ καὶ εἶπε: «Πᾶμε ἔξω αὐτὴ τὴ φορά; Νὰ μᾶς βαρέσει καὶ λίγο ὁ ἀέρας;». Ὁ μικρὸς τὸν κοίταξε σὰν νὰ μὴν καταλάβαινε. «Πᾶμε, ναί», ἀπάντησε τελικά.

«Θὰ πᾶς γιὰ καφέδες;»

Τὸ πλοῖο ἦταν γεμάτο ἡλιοκαμένους τουρίστες, παιδιὰ ποὺ πιπίλιζαν ξυλάκια παγωτὸ καὶ ζευγαράκια ποὺ ἀκουμποῦσαν τὰ ζεστά, κουρασμένα κεφάλια τους στὶς παλάμες τους. Ὁ πατέρας εἶχε βρεῖ δυὸ ἄδειες καρέκλες σὲ ἕναν διάδρομο ἔξω. Ὁ μικρὸς τὸν ἐντόπισε ἀμέσως καθὼς ἐπέστρεφε ἀπὸ τὸ κυλικεῖο. Στάθηκε ὄρθιος στὴ μέση του διαδρόμου, μὲ τοὺς καφέδες στὸ χέρι, καὶ τὸν παρατήρησε γιὰ μιὰ στιγμή. Εἶχε γείρει μὲ τὴν καρέκλα του μπροστὰ στὸ λευκὸ κάγκελο – τὸ πρόσωπό του, ἔτσι ὅπως λουζόταν ἀπ’ τὸν ἥλιο, τοῦ φάνηκε ἴσως γιὰ πρώτη φορὰ τόσο τσαλακωμένο. Μιὰ κυρία μὲ τὸν σκύλο της τὸν ἔσπρωξε στὴν πλάτη γιὰ νὰ περάσει καὶ παραλίγο νὰ ρίξει τοὺς καφέδες κάτω. Κάθισε στὴ θέση του καὶ σὲ λίγο εἶδε τὸν πατέρα του νὰ ἀποκοιμιέται πάνω στὸ κάγκελο.[...]

Ἦταν σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες τους διακοπὲς στὸ νησί, πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ὅταν, καθὼς περνοῦσαν ἀπὸ τὴν παραλιακὴ ὁδὸ μὲ τὸ φορτηγό, εἶχε καταλάβει πὼς τελικὰ δὲν ἦταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τους γιὰ τὴ φύση ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ κοιμοῦνται τὰ βράδια στὶς αἰῶρες, νὰ λούζονται στὰ δημόσια ντοὺζ καὶ νὰ ξυπνοῦν ἀπὸ τὸ κύμα ποὺ ἔσκαγε στὰ βράχια τῆς φωλιᾶς, ἀλλὰ ἡ οἰκονομική τους κατάσταση. Εἶχε προσέξει πῶς ὁ πατέρας του ἐνῶ ὁδηγοῦσε ἔτρωγε μὲ τὰ μάτια τὶς μονοκατοικίες μὲ τὶς πισίνες, τοὺς τουρίστες ποὺ ἔσερναν τὶς βαλίτσες τους στὰ πολυτελῆ ἐνοικιαζόμενα πρὶν βγοῦν φρεσκολουσμένοι, μὲ τὰ καλά τους πουκάμισα νὰ ἀνεμίζουν στὴν παραλία. Τώρα, ὅταν βγῆκαν στὸν ἴδιο δρόμο, δὲν τὰ κοίταξε στιγμὴ ὅλα αὐτά· ἦταν σὰν νὰ ἀγνοοῦσε συνειδητὰ τὴν ὕπαρξή τους, ἔριχνε ἁπλῶς τὸ βλέμμα του στὴ μεριὰ τῆς θάλασσας, κρατώντας τὸ τιμόνι σφιχτά. «Ἔχει κύμα σήμερα», μονολόγησε. «Δὲν βαριέσαι». Ὁ μικρὸς δὲν τὸν ἄκουγε, σκεφτόταν πὼς σὲ λίγο θὰ ἔφταναν στὸ παντοπωλεῖο. Τὸν φαντάστηκε νὰ παίρνει ἀγκαλιὰ ἀπ’ τὴν καρότσα τὶς στραπατσαρισμένες ντομάτες καὶ νὰ τὶς πετᾶ στὰ πόδια τῆς κόρης τοῦ παντοπώλη. «Στὴ φωλιὰ θὰ κόβει ὁ ἄνεμος, σίγουρα θὰ εἶναι πιὸ ἤρεμα», εἶπε τελικά.

Ἦταν σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς τελευταῖες τους διακοπὲς στὸ νησί, πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ὅταν, καθὼς περνοῦσαν ἀπὸ τὴν παραλιακὴ ὁδὸ μὲ τὸ φορτηγό, εἶχε καταλάβει πὼς τελικὰ δὲν ἦταν ἡ μεγάλη ἀγάπη τους γιὰ τὴ φύση ποὺ τοὺς ἔκανε νὰ κοιμοῦνται τὰ βράδια στὶς αἰῶρες, νὰ λούζονται στὰ δημόσια ντοὺζ καὶ νὰ ξυπνοῦν ἀπὸ τὸ κύμα ποὺ ἔσκαγε στὰ βράχια τῆς φωλιᾶς, ἀλλὰ ἡ οἰκονομική τους κατάσταση.

Τὰ στόρια ἦταν κατεβασμένα. Τὰ εἶδε ἀπὸ μακριὰ καθὼς πλησίαζαν στὸ παντοπωλεῖο. Ὁ πατέρας του βγῆκε ἀπὸ τὸ φορτηγὸ μὲ τὸ τσιγάρο νὰ κρέμεται στὰ χείλη. Πίσω του ἔκλεισε τὴν πόρτα μὲ δύναμη. Αὐτὸς ἔμεινε μέσα. Τὸν παρατηροῦσε πίσω ἀπ’ τὸ παράθυρο νὰ πλησιάζει ἀργὰ τὴν κλειστὴ εἴσοδο τοῦ παντοπωλείου μὲ τὸ χαρτὶ τῆς παραλαβῆς στὸ ἕνα χέρι. Περίμενε γιὰ λίγο καμπουριαστὸς κάτω ἀπ’ τὸν καυτὸ ἥλιο. Ἐπιθεώρησε τὸ κτήριο σέρνοντας τὰ πόδια του στὸ χαλίκι. Ἔπειτα στάθηκε ἀκίνητος γιὰ ἕνα λεπτό. Τελικὰ τσαλάκωσε τὸ χαρτὶ στὴν παλάμη του καὶ τὸ πέταξε στὴν πινακίδα. Τὴ χτύπησε δυὸ φορὲς μὲ τὴ γροθιά του κι ἔβγαλε τὸ τηλέφωνο ἀπ’ τὴν τσέπη. Τὰ παράθυρα στὸ αὐτοκίνητο ἦταν ἀνεβασμένα, ἔτσι ὁ μικρὸς ἄκουγε τὴ φωνή του σὰν νὰ ἐρχόταν ἀπὸ ἀπόσταση. [...] «Λοιπόν, λέω νὰ μείνουμε ἐδῶ ἀπόψε, ἔ; Τί λές;» εἶπε ὁ πατέρας. «Ἀφοῦ ξεμπερδέψουμε μὲ τὶς προμήθειες, θὰ τὴν ἀράξουμε ὅπως παλιά. Νὰ χαλαρώσουμε λίγο, ρὲ παιδί μου. Ξυπνᾶμε μὲ τὸ πρῶτο φῶς, παραδίδουμε στὸν μαλάκα καὶ τὴν κάνουμε νωρὶς μὲ τὸ πρωινὸ πλοῖο. Σύμφωνοι;» Ὁ μικρὸς ἔγνεψε καταφατικά. «Καὶ οἱ αἰῶρες;» ρώτησε. «Μὴ σὲ νοιάζει, θὰ φτιάξουμε κρεβάτι ἀπ’ τὶς πευκοβελόνες», εἶπε ὁ πατέρας κι ἀγκάλιασε τὸ τιμόνι μὲ δύναμη. Ὁ μικρὸς εἶδε ἕνα μικρὸ σκίσιμο στὴ γροθιά του. Στὴν ἄκρη τοῦ καρποῦ του, δίπλα στὸ τατουάζ, κυλοῦσε μιὰ σταγόνα αἷμα.

Πάρκαραν στὸν κεντρικὸ δρόμο. Ἀπὸ ἐκεῖ, φορτωμένοι μὲ σακοῦλες, ξεκίνησαν ποδαρόδρομο γιὰ τὴ φωλιά. Περπατοῦσαν στὸ μονοπάτι γιὰ ἕνα δεκάλεπτο κάτω ἀπ’ τὸν ἥλιο, προσέχοντας νὰ μὴ γλιστρήσουν σὲ καμιὰ πέτρα, ὅπου ἡ κατηφόρα γινόταν ἀπότομη. Ἡ πλάτη τοῦ πατέρα, ποὺ προπορευόταν, γυάλιζε ἀπὸ τὸν ἱδρώτα, ἀφοῦ εἶχε βγάλει τὴν μπλούζα του γιὰ νὰ τυλίξει τὴν πληγωμένη του γροθιά. Ὁ ἦχος ἀπὸ τὰ κύματα ποὺ ἔσκαγαν στὰ βράχια τῆς μικρῆς ἀκτῆς ἔφτανε τώρα στὰ αὐτιά τους μαζὶ μὲ ἐκεῖνον τῶν τζιτζικιῶν ποὺ ξεσήκωναν τὸν κόσμο στοὺς θάμνους καὶ τὰ πεῦκα. Ἦταν τὰ κύματα ποὺ τοὺς εἶχαν ὁδηγήσει πρώτη φορὰ στὴ φωλιὰ πρὶν ἀπὸ χρόνια – τὴ μοναδικὴ φορὰ ποὺ εἶχαν ἔρθει χειμώνα στὸ νησί. Ὁ πατέρας ἀποφάσισε αὐτὴ τὴν ἐκδρομή, ὅταν ὁ μικρὸς κάποια στιγμὴ τὸν ρώτησε ἂν τὰ Χριστούγεννα τὰ νησιὰ εἶναι τρομακτικὰ σὰν στοιχειωμένες πόλεις. Εἶχαν περάσει ὧρες περπατώντας πλάι στὰ θολὰ νερὰ τῆς θάλασσας, βυθίζοντας τὶς μπότες τους στὴ βρεγμένη ἄμμο. Ἔτρωγαν σάντουιτς ποὺ εἶχαν φέρει μαζί τους, ξαπόσταιναν στὶς ὑγρὲς αὐλὲς τῶν ἑστιατορίων καὶ χάνονταν γιὰ ὥρα βαδίζοντας κάτω ἀπὸ τὶς φυλλωσιὲς τῶν δέντρων. Ὅταν βρῆκαν τὴν ἀκτή, ὁ πατέρας κρέμασε θριαμβευτικὰ τὸ σκουφί του σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ δέντρα μπροστὰ στὰ βράχια. «Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ κρησφύγετό μας τὰ καλοκαίρια, ἡ φωλιά μας», εἶπε, «κι ἐδῶ θὰ φτιάξουμε τὰ κρεβάτια μας».

Πλησίαζαν τώρα ἀκόμα πιὸ κοντά, ὅταν ὁ πατέρας του σταμάτησε ἀπότομα. Ἔκανε νὰ ἀκούσει ξανά, σὰν νὰ μὴν ἤθελε νὰ πιστέψει στὰ αὐτιά του. Ἕνα γέλιο. Σὲ λίγο εἶδαν ἕναν ἄντρα καὶ μιὰ γυναίκα, νέα παιδιά, νὰ παίζουν γυμνοὶ στὴν ἀμμουδιά. Ἐκεῖνοι ντράπηκαν ἀμέσως μόλις ἀντιλήφθηκαν τὴν παρουσία τους κι ἔτρεξαν πάλι στὸ νερό. Ὁ πατέρας προσπέρασε τὰ πεταμένα ροῦχα τους καὶ ἀκούμπησε τὶς σακοῦλες στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ἀκτῆς, μακριὰ ἀπ’ τὸ σημεῖο ὅπου ἔστηναν πάντα τὶς αἰῶρες τους. Βούτηξαν στὸ νερὸ ξεπλένοντας τὸν ἱδρώτα ἀπὸ πάνω τους καὶ κολύμπησαν πολύ, μέχρι νὰ κουραστοῦν ἀπὸ τὸ κύμα ποὺ δὲν ἔλεγε νὰ κοπάσει. Σὲ λίγο ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ δύει ἀπέναντί τους. Τὸ ζευγάρι ἔφυγε. Καταβρόχθισαν τὶς προμήθειές τους πεινασμένοι χωρὶς νὰ μιλοῦν καί, ὅταν τὰ ἀστέρια ἐμφανίστηκαν πάνω ἀπ’ τὰ κεφάλια τους, ὁ πατέρας εἶπε πὼς εἶχε στὸ φορτηγὸ τὸν ὁδηγὸ ἐπιβίωσης καὶ πὼς θὰ ἦταν ὡραῖα νὰ διάβαζαν λίγο τώρα. Σηκώθηκε γιὰ νὰ πάει νὰ τὸν πάρει καὶ ὁ μικρὸς ἀμέσως σκέφτηκε πὼς τελικὰ δὲν θὰ κοιμόταν καθόλου ἀπόψε στὴ φωλιά. Πὼς ὁ πατέρας θὰ τσέκαρε τὸ φορτίο μιὰ τελευταία φορὰ γιὰ ἀσφάλεια ὅπως ἔκανε πάντα –σχεδὸν ψυχαναγκαστικά– πρὶν ἀφήσει τὸ φορτηγὸ στὸν δρόμο. Σκέφτηκε πὼς ἀφοῦ θὰ ἔβλεπε τὴν καταστροφὴ δὲν θὰ ἔκλεινε μάτι καὶ οἱ δυό τους θὰ στήνονταν μπροστὰ στὴν προβλήτα περιμένοντας ἀμίλητοι νὰ ξημερώσει καὶ νὰ φανεῖ τὸ πρῶτο φέρι. Τελικὰ ὅμως ὁ πατέρας ξανακάθισε. «Μπά, ἄσε, δὲν ἔχω δυνάμεις γιὰ διαβάσματα», εἶπε.

Ξύπνησε μὲ τὸ πρῶτο φῶς. Ἡ θάλασσα εἶχε ἠρεμήσει. Ὁ πατέρας του κοιμόταν ἀκόμη. Πιπίλιζε μὲ τὰ μάτια κλειστὰ τὸ ξεραμένο αἷμα στὴ γροθιά του, μαζὶ καὶ λίγο χῶμα ποὺ εἶχε κολλήσει στὴν πληγή. Ὁ μικρὸς ἔστριψε ἕνα τσιγάρο καὶ φύσηξε τὸν καπνὸ στὴ δροσιὰ τοῦ πρωινοῦ. Τὸ μέρος εἶχε ἀλλάξει. Ἡ παραλία ἦταν πιὸ μικρή. Θὰ τὴν ἔφαγαν τὸν χειμώνα τὰ κύματα, σκέφτηκε. Ὅπου νά ’ναι θὰ ἔφτανε τὸ φέρι. Θὰ τὸ ἔβλεπαν ἀπὸ μακριὰ νὰ πλησιάζει μέχρι νὰ ἀκούσουν τὴν κόρνα τῆς ἄφιξής του. Στάθηκε ὄρθιος μὲ τὰ πόδια στὴ θάλασσα καὶ ἄφησε τὸ βλέμμα του νὰ χαθεῖ στὸν ὁρίζοντα. Σὲ λίγο θὰ ξυπνοῦσε κι ἐκεῖνος.

Περίμεναν μαζὶ μέσα στὸ φορτηγὸ μὲ τὴ μηχανὴ σβηστή, μπροστὰ στὸ παντοπωλεῖο, ὅσο ἔξω χάραζε ἡ μέρα. Ἀκουμποῦσαν τὰ κεφάλια στὰ παράθυρα, εἶχαν σχεδὸν ἀποκοιμηθεῖ γιὰ μερικὰ λεπτὰ μέχρι ποὺ κάποια στιγμὴ εἶδαν τὸν ἰδιοκτήτη νὰ πλησιάζει. Ὁ πατέρας ἴσιαξε τὸ χαρτὶ παραλαβῆς καὶ κατέβηκε. Ἀντάλλαξαν μερικὲς κουβέντες μὲ τὸν παντοπώλη καὶ ὁ ἄντρας ἀπολογήθηκε γιὰ τὴν καθυστέρηση. Ἔπειτα ὁ πατέρας ἔκανε νόημα στὸν μικρὸ νὰ κατέβει ἀπ’ τὸ αὐτοκίνητο γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει στὸ ξεφόρτωμα. «Μήπως καὶ γυρίσουμε μιὰ ὥρα ἀρχύτερα πίσω», φώναξε. Ὁ μικρὸς προσπάθησε νὰ ξεκλειδώσει τὴν πόρτα τοῦ φορτηγοῦ, ὅμως διαπίστωσε πὼς ἦταν ἤδη ξεκλείδωτη. Τράβηξε μὲ ὅλη του τὴ δύναμη, ἀλλὰ ἡ πόρτα δὲν μετακινοῦνταν. «Δὲν ἀνοίγει», φώναξε, κι ὁ πατέρας πλησίασε μὲ μεγάλες δρασκελιές. «Τράβα κι ἐσύ», εἶπε καὶ μαζί, συγχρονισμένα, κατάφεραν τελικὰ νὰ τὴν ἀνοίξουν. Τὸ νερὸ ἔλουσε τὶς μπλοῦζες τους. Χύθηκε στὴ ζεστὴ ἄσφαλτο μὲ ἕναν παφλασμό. Ἐκεῖνοι ἔμειναν ἀκίνητοι νὰ κοιτοῦν μπροστά τους τὸ φορτίο. Ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλον. Ἡ φάλαινα ἀνάσαινε βαριά, ἴσα ποὺ κουνιότανε. Τοὺς κοιτοῦσε κι ἐκείνη.

kichli psomiadis folia


Λίγα λόγια για το βιβλίο

Έξι διηγήματα, έξι ήρωες εγκλωβισμένοι σε μια προσωπική ή συλλογική δυστοπία. Οι ήρωες του Γιώργου Ψωμιάδη έρχονται αντιμέτωποι με έναν κόσμο εχθρικό. Οι συνθήκες διαβίωσης στις μητροπόλεις, η εργασιακή δυσφορία και η αποξένωση που προκαλεί η κυριαρχία της τεχνολογίας συνθέτουν ένα ζοφερό σκηνικό που επιτείνει την ψυχική έρημο. Πρόσωπα μοναχικά, ενίοτε ανίκανα να αποτινάξουν τα βάρη του παρελθόντος, κινούνται με άξονα μια μικρή ελπίδα. Συχνά αναζητούν τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής, μια «οικογένεια», μια εστία να απαγκιάσουν, τη δική τους φωλιά, ενώ κάποτε επιστρατεύουν μια παρηγορητική φυγή προς έναν κόσμο φανταστικό. Έξι ιστορίες από ένα δυσοίωνο μέλλον, που ωστόσο είναι ήδη αμετάκλητα παρόν. Έξι ιστορίες για ανθρώπους που αντιστέκονται και ελπίζουν.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Γιώργος Ψωμιάδης γεννήθηκε το 1996 στην Κατερίνη όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε ελληνική φιλολογία στο ΑΠΘ. Ζει στην Αθήνα και εργάζεται ως δημοσιογράφος στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Η Φωλιά είναι το πρώτο του βιβλίο.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

[ΦΑΙΗ] 

Είχαν πυκνώσει πάλι οι συναντήσεις ...

«Η κορυφή του κόσμου» του Ηλία Μπιστολά (προδημοσίευση)

«Η κορυφή του κόσμου» του Ηλία Μπιστολά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το διήγημα «Τσακώνικο πορνό», το οποίο βρίσκεται στη συλλογή διηγημάτων του Ηλία Μπιστολά «Η κορυφή του κόσμου» που θα κυκλοφορήσει στις 20 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κωστας Αγοραστός

«Τσακώνικο πορνό» ...

«Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι» της Μάρως Δούκα (προδημοσίευση)

«Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι» της Μάρως Δούκα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημα της Μάρως Δούκα «Ζήτω η Άγκαθα Κρίστι», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα τέλη Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στον Ορέστη

Ολιγ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Μέρα» του Μάικλ Κάνινγκχαμ (κριτική) – Έργο χαμηλών τόνων για τα αδιέξοδα και τις ματαιώσεις της σύγχρονης ζωής

«Μέρα» του Μάικλ Κάνινγκχαμ (κριτική) – Έργο χαμηλών τόνων για τα αδιέξοδα και τις ματαιώσεις της σύγχρονης ζωής

Για το μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγκχαμ (Michael Cunningham) «Μέρα» (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Από την ταινία «Marriage story» του Νόα Μπάουμπαχ.

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου 

Στα 19...

«Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας» του Σέρχιο Μπλάνκο (κριτική) – Εξαιρετική παράσταση, συγκλονιστική ερμηνεία

«Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας» του Σέρχιο Μπλάνκο (κριτική) – Εξαιρετική παράσταση, συγκλονιστική ερμηνεία

Για την παράσταση του Σέρχιο Μπλάνκο (Sergio Blanco) «Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. © εικόνας: Ελίνα Γιουνανλή 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο ...

«Κ.Π. Καβάφης: Ποιήματα» – Η ποίηση του Αλεξανδρινού ξανά από την αρχή

«Κ.Π. Καβάφης: Ποιήματα» – Η ποίηση του Αλεξανδρινού ξανά από την αρχή

Για τη δίτομη έκδοση «Κ.Π. Καβάφης: Ποιήματα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα. Εικόνα: Ο Καβάφης σε εκδήλωση στην Αλεξάνδρεια (από το Αρχείο Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση). 

Γράφει ο Τάκης Καγιαλής 

Θα ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (προδημοσίευση)

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Βανεσά Σπρινγκορά [Vanessa Springora] «Συναίνεση» (μτφρ. Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, επιμέλεια μτφρ. Μιρέλα Διαλέτη), το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας ...

«Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» του Μάλκομ Λόουρι (προδημοσίευση)

«Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» του Μάλκομ Λόουρι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μάλκομ Λόουρι [Malcolm Lowry] «Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Ίσως πάντα τη...

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

[ΦΑΙΗ] 

Είχαν πυκνώσει πάλι οι συναντήσεις ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

250 χρόνια Τζέιν Όστεν: Η αθόρυβη επανάσταση της ειρωνείας

250 χρόνια Τζέιν Όστεν: Η αθόρυβη επανάσταση της ειρωνείας

Διακόσια πενήντα χρόνια (250) κλείνουν σε λίγες μέρες από τη γέννηση της Τζέιν Όστεν [Jane Austen, 16 Δεκεμβρίου 1775 – 18 Ιουλίου 1817], μια από τις πιο επιδραστικές συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η μεταφράστρια πολλών βιβλίων της στα ελληνικά, συγγραφέας Αργυρώ Μαντόγλου, προσεγγίζει την ιδιοφυία της σπουδ...

Τέσσερις νέες ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Βακχικόν

Τέσσερις νέες ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Βακχικόν

Τέσσερις ποιητικές συλλογές από Έλληνες δημιουργούς κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Εικόνα: «Ο γέρος κιθαρίστας» του Πικάσο. 

Επιμέλεια: Book Press

Τέσσερα νέα ποιητικά βιβλία μόλις κυκλοφόρησαν από τι...

Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας

Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας

Δώδεκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που μόλις εκδόθηκαν. Τρία από αυτά είναι επανεκδόσεις.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Βασίλης Γκουρογιάννης, ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ