
Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα της Αμαλίας Κέντρου «Καθ' ομολογίαν δολοφόνος», η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Ο αέρας τής χτύπησε το πρόσωπο και τη βοήθησε να συνέλθει. Ανοιγόκλεισε τα μάτια κουνώντας το κεφάλι, ώσπου ένιωσε έναν έντονο πόνο στον αυχένα. Έτσι, κατάλαβε πως ήταν ξύπνια και δεν ονειρευόταν. Ακόμα το κεφάλι της βούιζε από το τηλεφώνημα που είχε πριν μισή ώρα. Περπατώντας στην ανηφόρα για το σπίτι της κολλητής της, της Μαρίνας, προσπάθησε να ξαναθυμηθεί τη στιγμή που άκουσε εκείνο το τηλεφώνημα.
Ήταν μία μετά τα μεσάνυχτα. Το ταξί την άφησε έξω από την πολυκατοικία. Μπήκε στο σπίτι παραπατώντας και με όρεξη για τραγούδι. Ακόμα στο κεφάλι της έπαιζε η μουσική από το μπαράκι που είχε πάει μαζί με τη Μαρίνα, η οποία γιόρταζε και κερνούσε συνέχεια. Είκοσι χρόνια ήταν φίλες. Από το δημοτικό μέχρι που τελείωσαν το λύκειο ήταν μαζί. Χώρισαν στο πανεπιστήμιο αλλά η φιλία τους παρέμεινε δυνατή. Σήμερα είπαν να βγουν λίγο από το καθημερινό τους πρόγραμμα και να το ρίξουν έξω. Με αφορμή την ονομαστική γιορτή της φίλης, της μπόρεσαν να διασκεδάσουν και να αργήσουν να γυρίσουν στο σπίτι. Αυτή έμενε μόνη της. Το θέμα ήταν η Μαρίνα. Οι γονείς της, μετά από μια σοβαρή πάθηση που τη βασάνιζε τα τελευταία τρία χρόνια, την έλεγχαν και την πρόσεχαν σε κάθε της βήμα. Με το που μπήκε λοιπόν στο διαμέρισμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Η οθόνη έγραφε το όνομα της Μαρίνας. Το άνοιξε τραγουδώντας, έτοιμη να ακούσει τη συνέχεια του τραγουδιού από την άλλη πλευρά· άκουσε μια σιγανή φωνή να της λέει μουρμουριστά και τρομαγμένα: «Βοήθειααα, φιλενάδααα, κάποιος με ακολουθεί, τον νιώθω πολύ κοντά, μαζί με τα βήματά του ακούω και την ανάσα του. Τρέχω να…» και ακούστηκε ένας θόρυβος σαν κάτι βαρύ να έπεσε κάτω. Το τηλέφωνο έκλεισε. Ξανακάλεσε τον αριθμό, αλλά καμιά απάντηση. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Κάλεσε ταξί και ξαναβγήκε στον δρόμο. Έπρεπε να πάει στο σπίτι της Μαρίνας. Να ακολουθήσει τον δρόμο της, να μάθει τι έγινε. Συνήθως της Μαρίνας της άρεσε η νύχτα. Όταν είχε καλό καιρό πολλές φορές η ανατολή την έβρισκε στο μπαλκόνι παρέα με τα νυχτολούλουδα και το γιασεμί. Όταν όλη η φύση ξυπνούσε, αυτή αγκάλιαζε το μαξιλάρι και χανόταν μέσα στα μεθυστικά όνειρα. Και σήμερα ήταν σίγουρη πως το ανηφορικό σοκάκι για το σπίτι το πήρε περπατώντας. Συνήθως το ταξί την άφηνε στη στάση του λεωφορείου στην κεντρική οδό. Εκεί σταμάτησε και αυτή τη διαδρομή της. Κατέβηκε λίγο ζαλισμένη, ανάβοντας τον φακό του τηλεφώνου. Το πετρόστρωτο σοκάκι δεν είχε φωτισμό σήμερα. Μάλλον θα είχε καεί η λάμπα της γωνίας και δεν πρόλαβαν να την αντικαταστήσουν. Άκουσε σαν κάτι να πέφτει. Κάτι σαν τενεκεδάκι αναψυκτικού. Γύρισε το κεφάλι της και είδε ολόκληρο τον μικρό κάδο να πέφτει στο πεζοδρόμιο. Τρόμαξε. Έτρεξε στο απέναντι πεζοδρόμιο και είδε κάτι να κινείται ανάμεσα στις πλαστικές σακούλες με τα σκουπίδια. Πήγε πιο κοντά και είδε μια μαύρη γάτα να τρέχει. Ήθελε να το βάλει στα πόδια αλλά δεν το έκανε. Συνέχισε τον ανήφορο με τον φακό ανοιχτό. Δεξιά της, γύρω στα δεκαπέντε μέτρα περίπου είδε ένα μικρό φωτάκι να αναβοσβήνει. Τρέχοντας προς τα κει ένα μεγάλο μαύρο πράγμα τής κίνησε την περιέργεια. Μήπως ήταν κανένας άστεγος που κοιμόταν; Σκέφτηκε να πάει να τον ξυπνήσει και να τον ρωτήσει αν άκουσε ή είδε κάτι πριν μισή ώρα. Έφτασε κοντά και είδε τη Μαρίνα ξαπλωμένη μπρούμυτα στην άκρη του τοίχου. Από το κεφάλι ανάβλυζε ζεστό και πυκνό κόκκινο αίμα δίχως σταματημό. Έβαλε την παλάμη της προσπαθώντας να κλείσει την πληγή και ένιωσε στα δάχτυλά της μικρά κομμάτια από γυαλί. Με την παλάμη της προσπάθησε να σταματήσει τη ροή του αίματος, σπρώχνοντας έτσι και τα γυάλινα κομμάτια στο εσωτερικό της πληγής. Η περίεργη μυρωδιά του αίματος την έκανε να ζαλιστεί και να θέλει να ξεράσει. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πια. Η Μαρίνα, αν και ζεστή ακόμα, ήταν νεκρή, δεν είχε παλμούς. Το δυνατό χτύπημα στο κεφάλι ήταν θανατηφόρο. Σηκώθηκε όρθια και στηρίχθηκε με το ένα χέρι της στον τοίχο. Όλα γύρω της γύριζαν σαν να βρισκόταν σε κάποιο περίεργο σκοτεινό τρενάκι του λούνα παρκ. Όλα γύρω της σκοτεινά και σιωπηλά. Δεν ακουγόταν τίποτα. Από το μυαλό της περνούσαν διάφορα σενάρια, όλα τρομακτικά. Εκεί στο πεζοδρόμιο, γύρω στα πέντε μέτρα μακριά από το σώμα της Μαρίνας, είδε ξανά το μικρό φωτάκι να αναβοσβήνει. Πήγε και είδε, ήταν το τηλέφωνό της. Μάλλον της έπεσε από το χέρι τη στιγμή που μιλούσαν μαζί, τη στιγμή που τη χτύπησαν. Το πήρε στα χέρια της. Την καλούσαν οι γονείς της από το σπίτι. Το τηλέφωνο δεν έβγαζε ήχο, μάλλον έπαθε βλάβη όταν έπεσε από το χέρι της στο πεζοδρόμιο. Πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και έφυγε για το περίπτερο της γειτονιάς. Είδε πως ήταν ανοιχτό, όταν πέρασε με το ταξί. Έφτασε τρέχοντας, πήρε ένα πακέτο τσιγάρα, τα πλήρωσε και κάθισε έξω στο πεζοδρόμιο. Δεν θυμάται πόσα χρόνια έχει να βάλει τσιγάρο στο στόμα της. Το άναψε και άρχισε να ρουφάει τον καπνό γεμάτη πόνο και θυμό, χτυπώντας το κεφάλι της με το άλλο χέρι. Σηκώθηκε και άρχισε να προχωράει ξανά στο σκοτεινό στενό της γειτονιάς, για να φτάσει στη Μαρίνα. Δεν ήθελε να την αφήσει ξανά μόνη. Η νύχτα προβλεπόταν μεγάλη, άυπνη και δύσκολη. Άρχισε μέσα της να καταριέται και να βρίζει την ώρα και τη στιγμή που την άφησε να πάει στο σπίτι της, που δεν την κάλεσε να μείνουν μαζί και να ξημερώσουν στο δικό της μπαλκόνι. Έκλεισε και το δικό της τηλέφωνο, γιατί δεν ήξερε τι να απαντήσει στις αμέτρητες κλήσεις των γονιών της. Τι να τους πει, πως στα πόδια της βρισκόταν το νεκρό σώμα της Μαρίνας; Πως σε λίγο θα έφτανε η αστυνομία και θα τους χτυπούσε την πόρτα; Πως βρισκόταν λίγα μέτρα μακριά από τα σπίτι τους; Τι να τους πει, πόσο μάταια είναι όλα σε αυτήν τη ζωή, πως δεν μπορείς να ελέγξεις τίποτα, ούτε τις μέρες, ούτε και τις στιγμές; Ο φόβος σαν θηρίο άρχισε να μεγαλώνει στο στήθος της και να φτάνει μέχρι τον λαιμό. Να τη σφίγγει, να τη σφίγγει, να προσπαθεί να τη νικήσει πνίγοντάς τη στα δάκρυα. Ήθελε να ουρλιάξει αλλά το πυκνό σκοτάδι τής έκλεινε το στόμα και η σιωπή της νύχτας τής έριχνε το μαύρο της πέπλο στο πρόσωπο. Ήθελε να σκίσει τη νύχτα, ήθελε να βρει έστω και μια μικρή χαραμάδα και να περάσει απέναντι στο φως, να περάσει εκεί που ο θόρυβος γεννάει κόσμο, εκεί που η νύχτα κρύβεται, εκεί που η καρδιά χορεύει στη μελωδία της χαράς. Γεμάτη φόβο έδωσε μια γερή γροθιά στον τοίχο…

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Εννέα γυναίκες. Ένας και μόνο δολοφόνος. Με τις εμμονές, τις διαστροφές και την άβυσσό του. Αυτός κρατά το νήμα της κάθε ιστορίας. Αυτός κόβει το νήμα της κάθε ζωής. Τι σημαίνει, στ’ αλήθεια, έγκλημα; Είναι αποτρόπαια πράξη ή κραυγή; Τελικά, ως πού μπορεί να φτάσει ένας Καθ’ ομολογίαν δολοφόνος;
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Αµαλία Κέντρου γεννήθηκε στο χωριό Καλογοραντζή της ∆ερόπολης Βορείου Ηπείρου και µένει στα Ιωάννινα. Σπούδασε κτηνιατρική και ασχολείται από την παιδική της ηλικία µε τη λογοτεχνία. Τα πρώτα της ποιήµατα δηµοσιεύτηκαν σε ηλικία 15 ετών. Εργάστηκε ως δηµοσιογράφος στον Τύπο της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας. Ποιήµατα και διηγήµατά της έχουν συµπεριληφθεί σε διάφορες λογοτεχνικές Ανθολογίες. Παράλληλα, έχουν δηµοσιευθεί σε διάφορες ποιητικές οµάδες του διαδικτύου και έχουν απαγγελθεί σε ψηφιακούς ραδιοφωνικούς σταθµούς και ποιητικές εκδηλώσεις. Μερικά από τα ποιήµατά της έχουν, επίσης, µελοποιηθεί και ακουστεί από ραδιοφωνικούς σταθµούς. Από τις Εκδόσεις Νίκας κυκλοφορούν οι ποιητικές της συλλογές «Αγναντεύοντας» (2021), «Συνειδητά» (2022), «Αποχρώσεις Λέξεων» (2023).





















