
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Σπύρου Γλύκα «1974, Αλάσκα», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
«Και να αφήσω το κλαμπ;» του είπε ο Μ, περισσότερο για να κερδίσει χρόνο και να επεξεργαστεί την πρόταση. Τι είχε να χάσει; Σκεφτόταν πρωτίστως τις συνθήκες. Το κρύο. Τον εγκλεισμό. Να βρίσκεται σε ένα κτήριο θαμμένος, ποιος ξέρει για πόσες μέρες, όταν έξω θα ρίχνει χιόνι με τους τόνους. Ήταν άραγε έτοιμος να παίζει και να κρατάει το πρόγραμμα της κάθε βραδιάς;
«Το κλαμπ; Μη μου πεις; Είσαι τόσο κολλημένος εδώ, τόσο ξετρελαμένος να καθαρίζεις το μαγαζί κάθε μέρα, αντί να παίζεις το σαξοφωνάκι σου και να πληρώνεσαι;
Ξέρω, κι εγώ το κρύο σκέφτηκα, το χιόνι. Αλλά εγώ όχι μόνο δεν το αντέχω, δεν έχω και την υπομονή πια να τρέχω στου διαόλου τη μάνα, για να βγάλω ένα καλό μεροκάματο. Καλύτερο από δω δεν θα ’ναι. Απλώς εκεί λογικά δεν θα ’χεις πολλά έξοδα. Το φαγητό θα στο πληρώνουν. Τη διαμονή θα στην πληρώνουν. Στα ’πα αυτά; Δεν στα ’πα νομίζω. Εν ολίγοις Μ, τα κόκαλά μου δεν σηκώνουν ταλαιπωρίες. Αν δεν είχα να φάω, θα πήγαινα δίχως να το ξανασκεφτώ. Όταν σε είδα πριν λίγο να παίζεις, ήταν λες και είχα διαλέξει την κατάλληλη στιγμή, για να στο προτείνω.
Δεν το ’χα κατά νου. Κι ο ατζέντης μου; Είμαι βέβαιος ότι πιστεύει πως θα του απαντήσω αρνητικά. Ας μη μακρηγορούμε, είσαι μέσα; Έχουμε και λίγο χρόνο μπροστά μας να σου κάνω μερικά μαθήματα για να ’σαι ακόμα πιο σίγουρος για τον εαυτό σου».
Ο Σόννυ ήξερε ότι ο άντρας ενώπιόν του είχε αμφιβολίες για πολλά πράγματα. Όταν είσαι νέος, είτε σε διαπνέει μια θρασύτητα, ισοπεδώνοντας τις δυσκολίες που προβάλλουν σε κάθε εγχείρημα μακριά από το ασφαλές σου περιβάλλον, είτε κάθεσαι κάτω με τα χέρια να καλύπτουν το πρόσωπό σου και το μυαλό να σε βυθίζει στην αδυναμία, βομβαρδίζοντας με αρνητικές σκέψεις το είναι σου.
Όταν είσαι νέος, είτε σε διαπνέει μια θρασύτητα, ισοπεδώνοντας τις δυσκολίες που προβάλλουν σε κάθε εγχείρημα μακριά από το ασφαλές σου περιβάλλον, είτε κάθεσαι κάτω με τα χέρια να καλύπτουν το πρόσωπό σου και το μυαλό να σε βυθίζει στην αδυναμία, βομβαρδίζοντας με αρνητικές σκέψεις το είναι σου.
Άκρα. Ήταν όμως ο Μ των άκρων; Μπορεί να βρισκόταν κάπου στη μέση, σκέφτηκε. Όμως εκείνος θα τον πίεζε εδώ και τώρα. Θα τον πίεζε με την προσφορά του, με την καλή του διάθεση να του μάθει πράγματα που θα του φανούν χρήσιμα, διώχνοντας ενδεχομένως λίγη από την αλαζονεία του, η οποία μάλλον, δεν ήταν και σίγουρος, τελούσε ως προκάλυμμα της ανασφάλειάς του.
«Πότε πρέπει να σου πω, Σόννυ;»
«Ας πούμε αύριο».
«Αύριο; Αλήθεια τώρα;»
Ο Μ σιχαινόταν να τον πιέζουν. Ακόμα κι όταν μέσα του είχε προαποφασίσει θετικά όπως τώρα. Η πρώτη του σκέψη πήγε στο ταξίδι και μετά στην Αλάσκα. Και τα λεφτά τον ενδιέφεραν, αλίμονο! Τα κατάφερνε οριακά να περνάει τον κάθε μήνα. Δεν σκεφτόταν τι θα μπορούσε να συμβεί τον επόμενο, διότι αν ξέμενε από δουλειά, στην άκρη δεν υπήρχε μία. Η μουσική τον άγχωνε. Θα ήταν η πρώτη του δουλειά χωρίς να έχει ιδιαίτερη εμπειρία.
Ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα κλειδιά του σαξοφώνου, έβαλε το επιστόμιο στα χείλη, το καλάμι είχε αρχίσει να χάνει την υγρασία του. Σάλιωσε κι έπειτα φύσηξε ένα βαθύ σι ύφεση πιέζοντας υπερβολικά την τελευταία τάπα στο κάτω μέρος του οργάνου. Ο ήχος βγήκε στριγκός, διαπεραστικός, κάνοντας τον Σόννυ να μορφάσει απ’ την ένταση.
«Τέτοια να κάνεις στο Γουίτιερ και θα σε στείλουν πίσω περπατώντας!» του είπε. «Λοιπόν, πότε θα περάσεις να κάνουμε πρόβα;»

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο νεαρός Μ είναι ένας εκκολαπτόμενος μαύρος μουσικός, ο οποίος δουλεύει σ' ένα τζαζ κλαμπ της Νέας Υόρκης κάνοντας σχεδόν τα πάντα. Σκουπίζει, πλένει, καθαρίζει ενώ όταν βρίσκεται στο σπίτι του μελετάει με το σαξόφωνό του έχοντας κατά νου τα είδωλά του. Ο φίλος του ο Σόννυ, μουσικός κι αυτός, μέντορας του Μ, θα του προτείνει μια δουλειά στην Αλάσκα, στο Γουίτιερ, ένα τουριστικό θέρετρο όπου το κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι οι περισσότεροι κάτοικοί του μένουν σ' ένα αχανές κτήριο, μια πρώην στρατιωτική βάση. Ο Μ θα δεχτεί την δουλειά και την πρόκληση να δουλέψει ως σαξοφωνίστας πλέον, μέλος ενός τρίο που παίζει τα βράδια στο μοναδικό πανδοχείο του χωριού. Πηγαίνοντας στο Γουίτιερ τον Φεβρουάριο του 1974, θα γνωρίσει την Τάρα, μια καλλιγράφο η οποία δραπετεύει απ' την πόλη, απ' τον πρόσφατα διαλυμένο γάμο της και τον πρώην σύζυγό της προκειμένου να κάνει μια νέα αρχή στην Αλάσκα. Ο Μ θα προσαρμοστεί στην κλειστή κοινωνία του Γουίτιερ αντιμετωπίζοντας έναν ήπιο ρατσισμό από κάποιους κατοίκους, αποκτώντας φιλίες με κάποιους άλλους, γνωρίζοντας πρόσκαιρα τον έρωτα αλλά και την καταστροφή.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Σπύρος Γλύκας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1966 και σπούδασε ∆ιοίκηση Επιχειρήσεων. Τον κέρδισαν όµως οι Τέχνες αφού ασχολήθηκε επαγγελµατικά µε το κόσµηµα και ερασιτεχνικά µε τη φωτογραφία, τη µουσική και τη λογοτεχνία. Το 2010 εκδόθηκε το µυθιστόρηµά του Η δική µου Εύα, το 2021 το µυθιστόρηµα ∆ιοµίρα και το 2023, από τις εκδόσεις Νίκας, Η Νεκροφόρα του Ροστροπόβιτς. Από το 2012 διατηρεί το ιστολόγιο spirosglykas.blogspot.com όπου παρουσιάζει τα βιβλία που διαβάζει. Από το 2020 είναι συντάκτης στο Andro.gr γράφοντας κείµενα για µοτοσικλέτες.



















