
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Έλενας Σαλιγκάρα «Εγώ, ο άλλος», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Αν έλεγα πως εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα καλά, θα ήταν ψέμα. Όχι πως τα βράδια μετά τον θάνατο της Αγγελικής κοιμόμουν ήρεμα, όμως εκείνο ήταν μακράν το χειρότερο. Στριφογύριζα και ίδρωνα· έβλεπα άσχημα όνειρα με πρωταγωνίστρια την Αγγελική: πως τάχα μου έλεγε: «Ε, δεν γίνεται, Λευτέρη, να είμαστε πάντα σωστοί, εσύ είσαι;» ή φαινόταν μόνο η πλάτη της, ενώ φορούσε το παλιό κόκκινο παντελόνι, κι όπως έστρεφε προς το μέρος μου έλεγε: «η κόκκινη αναβίωση» ή «το κόκκινο συναίσθημα» και γελούσε τρανταχτά.
Η Αγγελική σκάρωνε ιστορίες και ποιήματα, αλλά η μεγάλη της αδυναμία ήταν οι τίτλοι. Μπορεί να μην έγραφε συστηματικά, μπορεί να μην ολοκλήρωνε πάντα τα γραπτά της ή το ποίημα να έληγε άδοξα ύστερα από τους πρώτους δυο στίχους, έβρισκε όμως πάντα τον κατάλληλο τίτλο. Κι αυτή την παραξενιά την είχε προαγάγει και στην καθημερινότητά της: έδινε τίτλους σε περιστατικά της ημέρας, σε συμβάντα ή σε στιγμές, άσχημες ή όμορφες δεν είχε σημασία· σημασία είχε να βρει τον πιο ταιριαστό τίτλο. Προσπαθούσα να καταλάβω την αξία αυτής της συνήθειας, την έβρισκα χαριτωμένη και κάποιες φορές αστεία. Η Αγγελική γελούσε μετά, αφού πετούσε τον τίτλο, με την προϋπόθεση πως ήταν πετυχημένος· ειδάλλως έλεγε: «Μπα, δεν ταιριάζει». Πολλές φορές σκέφτομαι πως η γυναίκα μου ζούσε σε παράλληλα, θολά σύμπαντα όπου υπήρχαν ήρωες και οι ιστορίες τους, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζουν τόσο στο μυαλό της, ώστε να αποφασίσει κάποια στιγμή να ασχοληθεί σοβαρά με το γράψιμό τους. Ίσως, πάλι, να μην την ικανοποιούσε καμία πλοκή· ή να μην εμπιστευόταν αρκετά τις συγγραφικές της ικανότητες και η δημιουργία τίτλων να ήταν απλώς ένα υποκατάστατο αυτή της διαδικασίας, μιας και δεν απαιτούσε ιδιαίτερη προσπάθεια· ένας τίτλος ισούταν με μια ιστορία «συμπιεσμένη» σε λίγες λέξεις.
Πολλές φορές σκέφτομαι πως η γυναίκα μου ζούσε σε παράλληλα, θολά σύμπαντα όπου υπήρχαν ήρωες και οι ιστορίες τους, χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζουν τόσο στο μυαλό της, ώστε να αποφασίσει κάποια στιγμή να ασχοληθεί σοβαρά με το γράψιμό τους.
Όπως και να ’χε, αυτό είναι κάτι που δεν θα το μάθω ποτέ ούτε έχει και νόημα να το μάθω. Εκείνη τη νύχτα οι τίτλοι της Αγγελικής δεν είχαν τίποτα διασκεδαστικό να μου προσφέρουν· ήταν σαν να προσπαθούσα να μαντέψω τι ήταν αυτό που μου έκρυβε και που παραλίγο να ξεφουρνίσει η Γεωργία. Δεν ξέρω γιατί ένιωθα τόσο σίγουρος· περισσότερο θα έλεγα πως το διαισθανόμουν ότι υπήρχε κάτι που δεν γνώριζα και πως μόνο καλό δεν ήταν.
Έφερνα συνεχώς στον νου μου τα λόγια της Γεωργίας· έπρεπε οπωσδήποτε να τη συναντήσω – όσο κι αν δεν είχα όρεξη να δω τα μούτρα της μετά τα χθεσινά. Πίστευα πως μου όφειλε όμως μια εξήγηση και γι’ αυτό της τηλεφώνησα αμέσως μόλις άφησα την Άννα στο σχολείο. Δυστυχώς δεν απάντησε· ξανακάλεσα έπειτα από τη δουλειά, αλλά ούτε τότε απάντησε. Βγήκα και δυο φορές στο πεζοδρόμιο για τσιγάρο –αυτό δεν το είχα ξανακάνει στην τράπεζα– δίχως όμως επιτυχία.
Ήμουν τόσο εκνευρισμένος από τη συμπεριφορά της που χρειάστηκε να καταβάλω προσπάθεια για να μη φανεί στους γύρω μου· χρησιμοποίησα την ίδια «τεχνική» που εφαρμόζω χρόνια τώρα στην τράπεζα: τα «κουμπιά» μου. Τελευταία μάλιστα μου χρειάστηκαν ακόμα περισσότερο· αν χρειάζεται να χαμογελάσω σε κάποιον κι ας μην το αισθάνομαι, λέω στον εαυτό μου: «Πάτα το κουμπί για χαμόγελο» και ευθύς αμέσως γίνεται. Έχω κι άλλα αντίστοιχα εργαλεία: κουμπί «καλημέρα», «ευχαριστώ», «παρακαλώ», «πόσο χάρηκα που σας είδα» και άλλα πολλά.
Με τη Γεωργία κατάφερα να μιλήσω το μεσημέρι, απόλυτα ήρεμος πλέον. Ακουγόταν αλαφιασμένη. «Λευτέρη, συγγνώμη. Είχα ξεχάσει το κινητό στο σπίτι. Συνέβη κάτι; Βρήκα πολλές κλήσεις σου και τρόμαξα».
Βεβαίως και συνέβη.
«Είμαστε όλοι καλά, μην ανησυχείς. Θα ήθελα να βρεθούμε. Μπορείς να έρθεις στο καφέ απέναντι από την τράπεζα; Σε δύο ώρες σχολάω».
«Είμαι κάπως κουρασμένη. Καλύτερα μιαν άλλη φορά».
Αυτό να το ξεχάσεις ήθελα να της πω.
«Δεν νομίζεις πως πρέπει να μιλήσουμε;»
«Αισθάνομαι πολύ άσχημα εξαιτίας του χθεσινού περιστατικού».
«Με τον διάλογο λύνονται όλα. Σε αφήνω γιατί με φωνάζουν. Λοιπόν, σε περιμένω εκεί».
Της το έκλεισα λίγο απότομα χωρίς να της αφήσω το περιθώριο να αρνηθεί.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ο Λευτέρης ζει τις χειρότερες μέρες της ζωής του: έχει χάσει πρόσφατα τη σύζυγό του και προσπαθεί να διαχειριστεί την απουσία της τόσο για εκείνον όσο και για τη μικρή τους κόρη. Μέσα στη θλίψη και τον αγώνα της καθημερινότητας, ένα μυστικό της νεκρής έρχεται στο φως. Στην προσπάθειά του να βρει την αλήθεια, θα κινδυνεύσει να χάσει τον ίδιο του τον εαυτό. Πόσο δύσκολο είναι, τελικά, να είσαι σωστός και πόσο εύκολα μπορείς να γίνεις κάποιος άλλος; Μια ιστορία για τη διαχείριση του πένθους, τον κλονισμό της εμπιστοσύνης, την εσωτερική πάλη με το σωστό και το λάθος αλλά και την πατρική αγάπη.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Έλενα Σαλιγκάρα αγαπά να δημιουργεί μικρόκοσμους με λέξεις. Κείμενά της δημοσιεύονται σε διάφορες ιστοσελίδες ενώ κάποια από αυτά έχουν συμμετάσχει σε συλλογικά έργα ή διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Το πρώτο της μυθιστόρημα Πέρα από τη γέφυρα εκδόθηκε το 2016. Το 2021 κυκλοφόρησε από τις εκδ. Νίκας το δεύτερο βιβλίο της με τίτλο Την πρώτη φορά που ταξίδεψα».





















