Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Θωμά Ψύρρα «Άρτιο κατά παρέκκλιση», που θα κυκλοφορήσει στις 26 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Απομαγνητοφώνηση
Κόπιασε!… Πώς είπες ότι σε λένε; Γιαννακόπουλο; Δεν ακούω και καλά.
…
Γιαννακόπουλο Γιάννη; Και πούθε είσαι;
…
Απ’ το Ναρθάκι; Α! Όξω από τα Φάρσαλα. Δικός μας είσαι. Τον Μπάμπη το Γιαννακόπουλο απ’ το Ναρθάκι τι τον έχεις;
…
Σώπα, μωρέ!
…
Αν τονε ξέρω τον πατέρα σ’; Τονε ξέρω καλά και τρις καλά. Από παλιά, παλικάρι μου! Το ’97 ήμασταν μαζί στην πορεία με τα τραχτέρια, τότες που κλείσαμε με το Γιάννη τον Πατάκη την εθνική. Ε, από τότε που οι σαν κι εμάς παλεύανε για τη βιομηχανική ντομάτα και οι άλλοι, οι περσότεροι, για το βαμπάκι και για την ευρωπαϊκή επιδότηση.
Τότε ήμασταν όλοι μαζί. Μετά ήταν που μας ρίξανε. Ουδέ κουβέντα δεν είπανε οι ηγεσίες στα υπουργεία για μας τους ντοματοπαραγωγούς. Κοίταξαν πρώτα τα συμφέροντα των πολλών και μας μας παράτησαν… και φαλιρίσαμε.
Μετά μας έτρεχαν χίλιοι διαόλοι στις τράπεζες για χρέη! Άσ’ τα να παν. Δε θέλω ουδέ να τα θυμάμαι· μαυρίζει ακόμη η ψυχή μ’. Αλλά τι κάθουμαι τώρα και σε λέω; Άχαρες ιστορίες.
…
Ναι, μωρέ, τότες! Τότε που οι χωροφυλάκοι ξεφούσκωσαν τα λάστιχα απ’ τα τραχτέρια μας. Γαμώτη μου, που να μην τα σκέφτουμαι τι μ’ ανεβαίνει η πίεση! Και με τη σκέψη μοναχά χαλνιέμαι.
[σημ.: Ο Θανάσης Μαντέλας, παρά το γεγονός ότι εκδήλωνε εξαρχής τη δυσφορία για τα αποτελέσματα των απανωτών καταλήψεων και του αποκλεισμού της εθνικής υπό την ηγεσία της Συντονιστικής των αγροτών, χάθηκε σε ιστορίες που αφορούσαν την κατάληψη της εθνικής οδού από τους αγρότες υπό την ηγεσία των Πατάκη, Μπούτα, Κοκκινούλη, Νασούλια Νασίκα και λοιπών κατά τα έτη 1997-2002. Εν συντομία: ο Θανάσης Μαντέλας τότε –στις μεγάλες κινητοποιήσεις– βρισκόταν ταγμένος στο μπλόκο στη γέφυρα της εθνικής, κοντά στο εργοστάσιο Μέκκα των Καντωνιαίων. Κρίνω πως δεν πρέπει να συμπεριλάβω τα εξιστορούμενα της κατάληψης των εθνικών οδών, όχι πως δεν έχουν την αξία τους, αλλά γιατί ξεφεύγουν από το θέμα μας. Ο κύριος Θανάσης άρχισε διηγήσεις οι οποίες αφορούσαν τη σχέση του με τον πατέρα μου και τους κοινούς αγροτικούς αγώνες τους στα μπλόκα της εθνικής, στο ξεροστάλιασμα στην άσφαλτο.*]
[* από Platypodas: Ρε συ φίλε, άσε τον άνθρωπο να μιλήσει για όσα τον τσούζουν. Να σου πει για τα μπλόκα, να μαθαίνουν και οι νεότεροι.]
Δε μου λες, είναι καλά ο πατέρας σ’;
…
Μπράβο του!… Να γερνάει ήμερος σαν τον παλιό πλάτανο και να σας βαστάει κάτου απ’ τη σκιά του. Καλότυχος να ’ναι, πάντα καλά, γιε μου, και να χαίρεται τα άσπρα του μαλλιά. Αμήν! Και σεις να τον χαιρόσαστε και να παίρνετε από τους χρόνους και την υγειά του. Άμα πας στο χωριό, να του δώκεις χαιρετήματα. Να φιλήσεις τα άγια τα χέρια του τα κουρασμένα και να του πεις από μένα «να χαίρεται τα χρόνια του».
…
Αλλά εσύ πώςςς και μας βγήκες δημοσιογράφος;
…
Εεε, ας βγάζουμε και μεις κάνα παιδί σε τέτοιες θέσεις. Μοναχά να μη ξεχνάτε το βυζί που σας βύζαξε, να μην αψηλώνει ο νους σας και μας γράφετε στης ντροπής τα πατούμενα. Κατάλαβες για ποιο πράμα σε μιλάω, γιε μου; Να σ’ το ματαπώ κι αλλιώς: Να μη ντραπείς ποτές για τη μάνα και τον πατέρα σου. Χειρότερη καταφρόνια από τούτη δεν υπάρχει για το γονιό. Κάλλιο να τον σφάξεις τον πατέρα σου παρά να τον καταφρονέσεις.
…
Άκου με, γιατί ξέρω καλά από τέτοιες καταφρόνιες.
[σημ.: Απ’ ό,τι κατάλαβα εκ των υστέρων, ο Θανάσης Μαντέλας αναφερόταν στη σχέση του με τον μοναχογιό του. Αυτό, εξ όσων εννόησα, ήταν και η μόνιμη πίκρα του.]
Αλλά πες μου, τι θες να σου πω;
…
Βρε μπαγάσα, ήρθες ξεπίτηδες τέτοιαν ώρα.
[σημ.: Σημειωτέον στη Λάρισα πίνουμε τσίπουρο τα μεσημέρια, ποτέ τη νύχτα, για να φέρνει γλυκιά νύστα και ύπνο καλό – εάν κι εφόσον είναι «γνήσιο» (το αναφέρω για τους εκ πρωτευούσης αδαείς).* Με το «ξεπίτηδες» που λέει ο Θανάσης Μαντέλας υπονοεί ότι δήθεν πήγα να τον βρω για να κουβεντιάσουμε το θέμα μας μια τέτοιαν ώρα ώστε να είναι στο κέφι για να μιλήσει. Παρουσιάζει τον χρόνο της συνέντευξης ως δήθεν επιδιωκόμενο και προαποφασισμένο. Εγώ πάντως δεν είχα σκεφτεί πρωτύτερα να τον συναντήσω επίτηδες τέτοιαν ώρα και μάλιστα με το ρακοπότηρο μπροστά του.]
[* από Svanas: Στον Τύρναβο και στην Τσαριτσάνη το πίνουμε μόνο μεσημέρι. Με μία εξαίρεση, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής.
↳ από VolKostas: Εμείς όμως οι Αυστριακοί στον Βόλο πίνουμε τα τσιπουράκια μας και το βράδυ.]
Μη μπαίνεις σε δικιολογίες. Αλλά πε μου, τι σ’ έπιασε τώρα –πίσω πίσω– και θες να ματασκαλίσεις ετούτη την υπόθεση; Αφού όσα είχα να πω τα είπα. Και ο γέγονε, γέγονε. Πάει και τελείωσε. Τώρα δε θέλω ούδε να σκέφτουμαι ούτε να θυμάμαι τα όσα απέρασα στα δικαστήρια. Θέλω να ξεγραφτούν όλα απ’ το μυαλό μ’ και να είναι σα να μην έγιναν ποτές. Τι τα σκαλίζεις;
…
Την ιστορία μου την είπα πολλές φορές σ’ εφημερίδες και σε δημοσιογράφους. Αφού μίλησα ως και στην τηλεόραση σ’ εκείνο το κωλοπαίδι, το –πώς τον λεν;…– το Λάκη τον Ταρζάν. Αυτός με τράβηξε ταινία για να καταγγείλει τη διαπλοκή, αλλά, ο μάγκας, τα ’κλασε ή τα ’πιασε και δε μ’ έβγαλε ποτές στο γυαλί, γιατί, λέει, του βγήκαν στο δρόμο άλλα πιο σπουδαία. Κι αντίς για μένα έδειξε κάτι απόστρατους του κατηχητικού να κλέβουν το παγκάρι της Αγίας Παρασκευής στα Τέμπη, και μετά ένα ηγούμενο που γκάστρωσε μια καλογριά σ’ ένα μοναστήρι έξω από τη Λαμία, και μετά ένα φλούφλη που τον πήδαγαν δύο μοντέλες, και μετά δε θυμάμαι τι… Τέτοια. Αλλά εγώ δεν πήρα ποτέ σειρά.
…
Όχι, όχι, αγόρι μου! Δεν είμαι διόλου θυμωμένος με τους δημοσιογράφους. Τι μου λέγεις τώρα; Όχι, με κανένα δημοσιογράφο δεν τα βάνω. Α, το έμαθα το παιχνίδι. Δεν είναι κανείς να τα βάζει μαζί σας, και περσότερο να τα βάζει με τα αφεντικά σας. Εσείς έχετε δίκιο πάντα, έτσι κι αλλιώς, αφού κρατάτε το ματσούκι. Είναι να τα βάζουμε με την εξουσία σας, μανάρι μου; Αφού σας έχουμε ανάγκη. Αμ τι;
…
Όχι, μωρέ, δε σε κοροϊδεύω. Τη δουλειά σας κάνετε. Αλλά και γω ας κάνω τη δικιά μου. Έτσι δεν πρέπει; «Αγορά» είναι –το κατάλαβα–, «δούναι και λαβείν». Τι με κοιτάς; Μπας και απέρασε από το νου σου πως όσα θα πω έχω σκοπό να τα παζαρέψω; Όχι, ντε, δε σου μιλάω για λεφτά· δε θέλω τέτοια. Θέλω μόνο να ξέρω τι θα κάνεις εσύ με τα δικά μου λόγια. Γιατί μπορεί και να με βγάλεις παλαβό· που να διαβάζω τα όσα θα πω και να αναρωτιέμαι μετά αν αυτά βγήκανε απ’ το δικό μου στόμα.
…
Εντάξει, θα μου πεις πως δεν είσαι σαν όλους τους άλλους. Αλλά είδες κανένα απ’ το κουμάσι σας να το παραδέχεται; Όχι. Όλοι λέτε πως είσαστε «καθαροί». Τι με κοιτάς; Πέρασα από πολλά κι όσα έμαθα τα έπαθα στο πετσί μου. Είδα όλη τη μπόχα που κυκλοφοράει στο σινάφι σας.*
[* από Marlen: Έλεος! Σιχαίνομαι τις γενικεύσεις.
↳ από GeorgMath: Κυρία μου, τα εμπειρικά δεδομένα επιβεβαιώνουν την αλήθεια του συμπεράσματος του κυρίου Μαντέλα.
↳ από Marlen: Επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι αποδέχονται τον ισχυρισμό, σημαίνει ότι αυτός είναι και αληθινός;]
…
Γελάς, λεβέντη μ’; Θες να μιλήσουμε ντόμπρα;… Άκου! Μην πας να με περδικλώσεις. Ντόμπρα, λέω, καθαρά και ξάστερα να μου μιλάς. Μπορείς; Αλλιώς δίνε του. Τι με κοιτάς;
…
Όχι, μάνα μου, όχι, ψυχή μου, δε σε διώχνω. Κανένα δε διώχνω. Όχι! Κι ειδικά εσένα. Γιατί άμα μάθει ο πατέρας σου ότι σ’ έδιωξα, θε να στεναχωρηθεί πολύ, και γω δε θέλω ο παλιός ο σύντροφος να χαλαστεί εξαιτίας μου. Γι’ αυτό και σε ματαλέω: Ντόμπρα και καθαρά να με ρωτάς και πιο καθαρά να τα γράφεις, να πλέξουμε τα λόγια μας σαν το σάλιο της αράχνης. Αλλιώς, άσε με στην ησυχία μου.
Εβίβα!
[σημ.: Ο Θανάσης Μαντέλας έβαλε τσίπουρο στο δικό του ρακοπότηρο, το ύψωσε και ήπιε μόνος. Όποιος πίνει παρέα με κάποιον και δεν γεμίζει το ποτήρι του συμπότη δείχνει ότι είναι επιφυλακτικός και δεν εμπιστεύεται τον απέναντι. Ο κυρ Θανάσης ήταν φανερό πως το έκανε επίτηδες.*]
[* από Mitsel: Κοίτα να δεις τι μαθαίνουμε πίσω πίσω!!! Θα το διαδώσω για να διώχνουμε τους αζαχάρωτους από την παρέα.]
Τι με κοιτάς; Ξέρεις πόσοι βρέθηκαν στην ίδια κατάσταση μ’ εμένα; Χιλιάδες ανθρώποι δε βρίσκουν ποτέ το δίκιο τους, που το άδικο τους έκανε τη ζωή άχερο κι ανεμίδα.
Άιντε, βάλε το μαραφέτι σου να γράφει, και γω να αρχινήσω να μιλώ. Αλλά να ξέρεις, αν σε μιλώ, είναι μόνο γιατί ξέρω τον πατέρα σου από παλιά φιλία. Για τίποτα άλλο δε θ’ άνοιγα το στόμα μου.
Αλλά, προτού ξεκινήσουμε, να κάνουμε μία ακόμα εξήγηση. Άκου… Δεν ξέρω το πώς εσύ εννοείς το Δίκιο. Αλλά άμα βγαίνει από το δικό μου στόμα αυτή η λέξη –θέλω να το ξέρεις–, τη λέω με το Δ κεφαλαίο – μεγάλο «Δ». Πολύ μεγάλο. Μέγιστο ως με τον κόσμον όλον, κι ακόμα μεγαλύτερο.
Γιατί άμα ο κόσμος δεν είναι από Δικαιοσύνη φτιαγμένος, τότες για ποιο λόγο έγινε; Τι με κοιτάς; Σιγά τις φιλοσοφίες που λέω. Η Δικαιοσύνη είναι που μας κρατεί στον κόσμο, αυτή είναι η δύναμις που κρατεί ζυγιασμένα κι αρμονικά τα πάντα, τόπους, ουρανούς, άστρα, φυτά, ζωντανά κι ανθρώπους. Όλα. Σ’ τα λέω αυτά για να καταλάβεις πως, άμα έχεις όρεξη ν’ ακούσεις, καταπώς λες, θα δεχτείς ετούτη την αρχή. Γιατί εγώ έτσι ερμηνεύω τον κόσμο.*
[* από Filolog1954: Εκπληκτικό! Ο κ. Μαντέλας με τη λαϊκή σοφία του επαναδιατυπώνει, σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια μετά, τη βασική θέση του προσωκρατικού Αναξίμανδρου, ο οποίος δέχεται ότι, όπως στην κοινωνία, έτσι και στη φύση επικρατεί η αρχή της Δικαιοσύνης. Υποκλίνομαι στην ελληνική σκέψη του κ. Μαντέλα!]
…
Και θέλω, γαμώτη μου, όταν το γράψεις στα χαρτιά σου, να είναι με Δ κεφαλαίο, να χαίρουμαι να το διαβάζω.
Βάλε τώρα το μαραφέτι σου να γράφει. Ααα, ρε συ μπαγάσα, με γράφεις κιόλας δίχως να με ρωτήσεις… Άι, καλά! Γράψε με.
[σημ.: Και, ως κίνηση αποδοχής, γέμισε και το δικό μου ρακοπότηρο.]
Άιντε ν’ αρχινήσω το πέτσωμα της ιστορίας μου.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Ένας άνθρωπος επιχειρεί με τον δικό του ιδιαίτερο λόγο να «μαρτυρήσει» τα όσα πέρασε στην προσπάθειά του να επιβάλλει το Δίκιο για τον τόπο όπου επέλεξε να ζήσει. Οι σχέσεις που διατηρεί με τη φύση τον καθοδηγούν. Αισθάνεται χρέος του να διαφυλάξει το παρόν και το μέλλον του τόπου.
Συγκρούεται με τοπικά συμφέροντα, με την ελληνική γραφειοκρατία, τον κομματισμό, τη διαπλοκή, το πελατειακό κράτος, τις διαμορφωμένες υπαλληλικές ιεραρχίες, αλλά και τις καταναλωτικές λογικές της ελληνικής κοινωνίας.
Θα φτάσει στην ελληνική δικαιοσύνη για να αντιληφθεί πόσο εύκολα μπορεί να γίνει ο ίδιος θύμα μιας μηχανής που δεν διστάζει να υποτιμήσει το παραδοσιακό λαϊκό ήθος στο όνομα μιας δήθεν «ανάπτυξης».
Μια άσκηση ευαισθησίας και έκφραση ανησυχίας για τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού και της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.



















