prodimosieysi kiosses

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Σπύρου Κιοσσέ «Τα πρωτοβρόχια – Μικρή ιστορία ενηλικίωσης», που θα κυκλοφορήσει στις 5 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Το βράδυ είχε φασαρία στον δρόμο. Παράξενο μου φάνηκε, γιατί στη γειτονιά μετά τις δέκα δεν ακούγεται σχεδόν τίποτα. Κάτι γινόταν όμως, ήμουν σίγουρος. Άκουγα ήχους από αυτοκίνητα, κάτι άντρες να μιλάνε, και σαν να φόρτωναν ή να ξεφόρτωναν πράγματα. Την άλλη μέρα το απόγευμα, μετά το σχολείο, βγήκα πρώτος στη γύρα και ξεκίνησα να χτυπάω τις πόρτες των παιδιών της γειτονιάς. Θεία Δήμητρα, θεία Καίτη, θεία Δαφνούλα, θα βγει ο Νίκος, ο Μάκης, ο Κώστας-κι-ο-Νίκος έξω να παίξουμε; Ο Κώστας-κι-ο-Νίκος ήταν δίδυμοι, μιλούσαμε γι’ αυτούς σαν να ήταν ακόμη ένα, όπως στην κοιλιά της μάνας τους. Όταν θέλουμε να παίξουμε με κάποιον φίλο μας, πρέπει να ρωτήσουμε τη μάνα του. Αυτή απαντάει για τον φίλο μας. Ευτυχώς όλοι θα έβγαιναν, «ναι», τρία στα τρία. Συγκεντρώθηκε όλη η παρέα και καθίσαμε κι οι πέντε στα σκαλιά του σπιτιού μου για να κόψουμε κίνηση απέναντι. Από εκεί είχαμε την καλύτερη θέα. Είχαν έρθει καινούργιοι γείτονες, είχε πληροφορήσει τη μαμά η θεία Φιλίτσα, η οποία γνώριζε τα πάντα στην ευρύτερη περιοχή. Δεν ήξερε περισσότερα, θα μάθαινε όμως. Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, παρατημένου χρόνια, ήταν γνωστή της. Αυτό που ήξερε πάντως ήταν ότι είχαν κι ένα παιδί. Αυτό μάς ένοιαζε εμάς: το καινούργιο παιδί στη γειτονιά.

Πάνω από μία ώρα καθόμασταν, τζίφος όμως. Κανείς δεν βγήκε, καμία κίνηση πίσω από τις κουρτίνες. Βαρεθήκαμε μετά, πήγαμε στα χορταράκια να παίξουμε μπάλα. Ό,τι δεν μάθαμε το απόγευμα το έμαθα στο σπίτι το βράδυ. Μιλούσε η μαμά με τον μπαμπά, αλλά, όταν κατάλαβαν ότι τους άκουγα, άλλαξαν κουβέντα. Πρόλαβα μόνο να ακούσω ότι η νέα γειτόνισσα δούλευε πριν σε ένα σπίτι και μετά την ερωτεύτηκε ο άντρας, Βασίλη, νομίζω, τον είπανε. Μάλλον θα είχε πάει επίσκεψη σ’ αυτό το σπίτι που δούλευε η κυρία, την άρεσε, αγαπήθηκαν και ζούνε τώρα μαζί. Κι έχουν και μια κόρη, πιο μικρή από μένα. Η πληροφορία αυτή με έκανε να χάσω κάθε ενδιαφέρον για τα νέα της γειτονιάς.

Άκου κορίτσι! Και μάλιστα πιο μικρό.

Πέρασαν πολλές μέρες. Δεν πολυέδινα σημασία στο τι γινόταν στο παλιό σπίτι με τους νέους γείτονες. Εντύπωση μόνο μού έκανε ότι η γυναίκα ήταν αρκετά μεγάλη, πιο μεγάλη από τις μαμάδες μας, χοντρή, είχε γαλάζια μάτια κι έβαφε τα χείλη έντονα κόκκινα. Ο κύριος Βασίλης πάλι ήταν νέος και πολύ αδύνατος. Η κυρία Ζηνοβία, έτσι τη λέγανε, ήταν ωραία, παρά τα κιλά της, κι είχε γλυκιά φωνή, σαν τραγουδίστρια. Φορούσε κάτι γυαλιστερές εμπριμέ ρόμπες, έβγαινε στα σκαλιά της παλιάς μονοκατοικίας να καπνίσει, και καμιά φορά τάιζε στο μπαλκόνι το κοριτσάκι τους. Ασημίνα τη φώναζε. Πολύ ντροπαλό, σχεδόν φοβισμένο μού φαινόταν αυτό. Πάντως τα φαγητά της κυρίας Ζηνοβίας πρέπει να ήταν πεντανόστιμα. Μοσχοβολούσε όλη η γειτονιά όταν μαγείρευε.

Πρόλαβα μόνο να ακούσω ότι η νέα γειτόνισσα δούλευε πριν σε ένα σπίτι και μετά την ερωτεύτηκε ο άντρας, Βασίλη, νομίζω, τον είπανε. Μάλλον θα είχε πάει επίσκεψη σ’ αυτό το σπίτι που δούλευε η κυρία, την άρεσε, αγαπήθηκαν και ζούνε τώρα μαζί.

Μια μέρα τηγάνιζε κεφτεδάκια. Ήταν απόγευμα, εμείς στα σκαλιά του σπιτιού μου και μας έτρεχαν τα σάλια. Αν και είχαμε φάει για μεσημέρι, κι ήταν νωρίς ακόμη για να ξαναφάμε, η μυρουδιά μάς είχε σπάσει τα ρουθούνια. Η κυρία Ζηνοβία το κατάλαβε, μάλλον είδε τις κλεφτές ματιές μας προς τα εκεί, και μας φώναξε. Έβαλε δύο κεφτέδες σ’ ένα πιάτο, τους έκοψε στη μέση και περνάγαμε από μπροστά της ένας ένας ανοίγοντας το στόμα – αυτή με το πιρούνι έδινε από μισό κεφτεδάκι στον καθένα (ο Νίκος της θείας Δήμητρας έλειπε κι έτσι ήμασταν τέσσερις). Σαν να κοινωνούσαμε ήταν, όλοι μας σοβαροί, να περιμένουμε υπομονετικά σε γραμμή για το πιρούνι. Όταν ήρθε η σειρά μου, πλησίασα πολύ διστακτικά. Φαίνεται το κατάλαβε, «έλα, μη φοβάσαι» είπε «θα σ’ αρέσει, αν όχι, το φτύνεις». Εγώ έκλεισα τα μάτια ασυναίσθητα κι άνοιξα το στόμα. Ο τηγανισμένος κιμάς, ζεστός ακόμη, αφράτος και γεμάτος μυρωδικά, μου έφερε ένα αίσθημα ευχαρίστησης όχι μόνο στο στόμα αλλά σε ολόκληρο το κορμί μου. Μια γλυκιά ανατριχίλα, καθώς κατέβαινε η στρογγυλή μπαλίτσα στο στομάχι μου. Δεν είχα ξανανιώσει ποτέ έτσι με φαγητό. Μέχρι τώρα νόμιζα ότι τους καλύτερους κεφτέδες τους έκανε η μαμά. Μες στη χαρά εγώ και θέλοντας να την πειράξω που όλη μέρα με το καινούργιο μωρό της ασχολείται κι όχι με μένα, της το ανακοίνωσα θριαμβευτικά, όταν γύρισα το βράδυ στο σπίτι: «Η κυρία Ζηνοβία φτιάχνει τους καλύτερους κεφτέδες στον κόσμο!». Το κουτάλι του μπαμπά –έτρωγε τις φακές που είχαν περισσέψει απ’ το μεσημέρι– του έπεσε από τα χέρια μέσα στο πιάτο και λέρωσε το τραπεζομάντιλο. «Και πού το ξέρεις εσύ;» σχεδόν ούρλιαξε η μαμά. Η μαμά ήταν πολύ θυμωμένη. Λογικό. Μέχρι τότε οι δικοί της κεφτέδες ήταν οι καλύτεροι. Ο μπαμπάς με κοιτούσε αυστηρά περιμένοντας τι θα απαντήσω. Ίσως ζήλεψε που εγώ έφαγα τον κεφτέ της κυρίας Ζηνοβίας κι αυτός τις φακές της μαμάς. Τους εξήγησα τι είχε γίνει, αυτοί χωρίς εξήγηση με στείλανε κατευθείαν για ύπνο. Το βράδυ έβλεπα κάτι όνειρα παράξενα. Όλη νύχτα σαν τη σβούρα γυρνούσα στο κρεβάτι.

Κάνα δυο μήνες μετά, τέλειωναν τα σχολεία, επέστρεφα τώρα πιο αργά στο σπίτι, άκουσα φωνές από το απέναντι σπίτι. Το κοριτσάκι, η Ασημίνα, καθόταν ζαρωμένο στα σκαλιά. Μέσα ο κύριος Βασίλης φώναζε δυνατά, μάλλον ζητούσε συγγνώμη από την κυρία Ζηνοβία, γιατί έλεγε ότι δεν έφταιγε κανείς άλλος, έφταιγε αυτός. Που την πήρε από το σπίτι που δούλευε και την έφερε εδώ και την έκανε κυρία. Πιο πριν θα τη φώναζαν μάλλον σκέτο Ζηνοβία, χωρίς το κυρία. Και κάτι για ένα σκυλί έλεγε, για ένα μπάσταρδο που είχε η Ζηνοβία, πριν γίνει κυρία, κι ούτε ήξερε ποιανού είναι, και το φρόντιζε τώρα ο κύριος Βασίλης, και γι’ αυτό μάλωσε με τους δικούς του κι αυτοί τον έδιωξαν από το δικό του το σπίτι και τώρα δουλεύει σαν σκυλί για να ταΐζει αυτήν και το σκυλάκι της σ’ αυτό το αχούρι. Εγώ βέβαια σκυλάκι δεν είχα δει να έχουν στο σπίτι τους ούτε απ’ την αυλή ακούγονταν γαβγίσματα, θα το είχαν μάλλον σε κανένα κτήμα. Έριξα μια ματιά στην Ασημίνα, που είχε κατεβασμένο το κεφάλι, είχε μαζέψει χέρια και πόδια και κούρνιαζε σε μια γωνιά, και μπήκα στο σπίτι.

❈ 

Εννιά παρά. Σε λίγο αρχίζει. Μια βδομάδα το περίμενα. Τι μια βδομάδα; Μήνες. Από τότε που άρχισα να το βλέπω – τρίτο επεισόδιο ήταν, νομίζω. Ο Ρωμανός Διογένης, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας με τη ρωμαλέα φωνή, τα μεγάλα μάτια και τα γκρίζα γένια, ο γενναίος, ο ήρωας. Ο καινούργιος αυτοκράτορας που προσπάθησε να βάλει σε μια τάξη την αυτοκρατορία, αλλά κανείς δεν το ήθελε αυτό, γιατί είχαν μάθει μια ζωή να σπαταλάνε, να κλέβουνε, να τρώνε και να γλεντάνε. Και την ώρα της μεγάλης μάχης, στο Ματζικέρτ, να τον προδώσουνε οι δικοί του, να λένε ότι σκοτώθηκε και να σκορπίζεται ο στρατός! Αυτός όμως πολέμησε σαν λιοντάρι κι όταν τον έπιασε ο σουλτάνος, ένας αντιπαθητικός χοντρός με μεγάλη μύτη, του φέρθηκε με τιμή. Οι δικοί μας όμως όχι. Γιατί, όταν τον άφησαν ελεύθερο με λύτρα οι εχθροί και γύρισε ο Ρωμανός στην Κωνσταντινούπολη, οι δούκες είχαν κλέψει το στέμμα, τον έκλεισαν με το ζόρι στο μοναστήρι, όπως είχαν κάνει και με τη γυναίκα του πιο πριν, και, τώρα, στο τελευταίο επεισόδιο θα τον τυφλώσουν, έτσι θα γίνει, είπαν κάτι μεγάλα παιδιά, το κάνανε στην ιστορία ή τους το είπε κάποιος, δεν θυμάμαι. Το σίριαλ είναι θέμα συζήτησης σε όλη την τάξη. Στα διαλείμματα το παίζουμε και θέατρο. Τα κορίτσια είναι με τη σειρά η αυτοκράτειρα Ευδοκία, τα αγόρια μαλώνουμε ποιος θα πρωτοείναι ο Ρωμανός. Παίρνουμε και κάτι παιδάκια απ’ τη δευτέρα, κάνουν τους Σελτζούκους αυτά. Σήμερα όμως θα τον τυφλώσουν.

metaixmio kiosses protovrohiaΚοντεύει εννιά. Κάθομαι στον καναπέ κοντά στην τηλεόραση. Η γιαγιά δίπλα μου έχει τελειώσει το μαγείρεμα, μυρίζει κρεμμύδι και φασολάκια, αλλά πιο πολύ μυρίζει γιαγιά. Η μαμά μόλις έβαλε το μωρό για ύπνο. Κοιμάται δύσκολα και ξυπνάει εύκολα τελευταία. Πολύ την παιδεύει τη μαμά. Αρχίζει η σειρά. Η γνωστή μουσική στην αρχή. Μια γλυκιά ανατριχίλα προσμονής και αγωνίας. Ξέρω τι θα γίνει, αλλά πρέπει να δω πώς θα γίνει με κάθε λεπτομέρεια, και μέσα μου εύχομαι κάτι να συμβεί και να ντραπούν όλοι τους για την τεράστια αδικία. Να καταλάβουν πόσο γενναίος και καλός άνθρωπος είναι ο Ρωμανός, να τον ξανακάνουν αυτοκράτορα, να φωνάξουν πίσω και τη γυναίκα του απ’ το μοναστήρι και να γίνει η αυτοκρατορία η πιο δυνατή και δίκαιη κι ευτυχισμένη του κόσμου. Να συγχωρέσουν τον Μιχαήλ Ψελλό κι αυτός μετανιωμένος να γίνει βοηθός του Ρωμανού.

Η μαμά κάθεται στην καρέκλα του τραπεζιού απέναντι απ’ τη γιαγιά. Κάτι αρχίζει να της λέει, ότι κουράστηκε, ότι ο άλλος δεν κάνει τίποτα, όλο έξω είναι, μόνος του, πάλι γύρισε αργά χτες το βράδυ. Δεν ακούω. Την Ευδοκία δεν ακούω, που παρακαλάει να μην κάνουν κακό στον άντρα της. «Σταματήστε να μιλάτε!», «Σταματήστε να τον πονάτε!» λέω μια στη μαμά και τη γιαγιά, και μια στους Βυζαντινούς προδότες. Δεν μου δίνουν σημασία και συνεχίζουν αυτές τη συζήτηση, οι άλλοι τα βασανιστήρια. Πηγαίνω και γυρνάω το κουμπί της τηλεόρασης προς τα δεξιά, για να δυναμώσει η φωνή. Έτυχε να παίζει μουσική εκείνη την ώρα, ο Ρωμανός γονατισμένος, με δεμένα τα χέρια, και κάποιος κακός απέναντί του με ένα πυρακτωμένο σίδερο πάει να τον τυφλώσει: «Δεν σου αξίζει να βλέπεις τον κόσμο, Ρωμανέ, έτσι όρισε ο νόμιμος αυτοκράτωρ μας Μιχαήλ». Η αναμμένη βέργα πηγαίνει αργά και απειλητικά προς τα μάτια του βασιλιά, η μουσική όλο και πιο συνταρακτική, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, το μωρό από μέσα αρχίζει να κλαίει, μέχρι κι αυτό νιώθει την αδικία και αντιδρά με τον τρόπο του, αφού δεν μπορεί να μιλήσει ακόμα, το σίδερο πλησιάζει στην οθόνη, στα μάτια του Ρωμανού δηλαδή, εγώ πλησιάζω στην ασπρόμαυρη συσκευή, το χέρι της μαμάς πλησιάζει στο μάγουλο, ούτε που κατάλαβα πότε προσγειώθηκαν τα δάχτυλά της με δύναμη πάνω μου, μετά ένας έντονος πόνος απ’ το χαστούκι, και μετά τίποτε. Η τηλεόραση σβηστή, η γιαγιά αμίλητη, μόνο το μωρό συνεχίζει να κλαίει.

Τώρα, τιμωρημένος στο κρεβάτι μου, σχεδιάζω σκευωρίες, να ανατρέψω τον μπαμπά και τη μαμά με τη βοήθεια της γιαγιάς, να γίνω εγώ σοφός και γενναίος αυτοκράτορας του σπιτιού, το μωρό θα το κλείσω σε μοναστήρι, κι όλα υπέροχα. Ή, στη χειρότερη, θα έχω κλειστά τα μάτια μου μέχρι να πεθάνω, θα γυρνάω στη γειτονιά μ’ ένα μαντίλι σφιχτά δεμένο στο κεφάλι μου, βρόμικος και κουρελής, θα σκοντάφτω στις πέτρες και στα ξύλα, δεν θα βλέπω τίποτα, όλοι όμως θα βλέπουν αυτό που μου έκαναν οι δικοί μου, θα θυμώνουν με τη μεγάλη, με τη μεγαλύτερη αδικία στον κόσμο. Μέσα στον ύπνο μου νιώθω γνώριμα δάχτυλα να περνούν από τα μαλλιά μου, ένα απαλό άγγιγμα στο κεφάλι, κάτι σαν λυγμό μετά κι υγρές σταγόνες να πέφτουν από ψηλά στα μάγουλα και στα μάτια μου. Σαν μαγικό φίλτρο, σαν γιατρικό που με κάνει, το άλλο πρωί, να ανοίγω διάπλατα τα μάτια· να βλέπω τον κόσμο κάπως πιο καθαρά σε σχέση με χτες.

Ακολουθήστε την boopress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

«Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά», που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μέχρι κάποια ηλικία η μνήμη θυμίζει πατάρι· στοιβάζεις ό,...

«Ονειρεύομαι πίνακες» του Σόλωνα Παπαγεωργίου (προδημοσίευση)

«Ονειρεύομαι πίνακες» του Σόλωνα Παπαγεωργίου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σόλωνα Παπαγεωργίου «Ονειρεύομαι πίνακες», η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Στίξις.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ονειρεύομαι πίνακες

...
«Μια τελευταία επιστολή αγάπης» της Ελιάνας Χουρμουζιάδου (προδημοσίευση)

«Μια τελευταία επιστολή αγάπης» της Ελιάνας Χουρμουζιάδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ελιάνας Χουρμουζιάδου «Μια τελευταία επιστολή αγάπης», που θα κυκλοφορήσει στις 11 Μαΐου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Θα σου πω τι θυμάμαι από τη συνέχεια. Περπατήσαμε αργά στην ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου» του Δημήτρη Αγγελή (κριτική)

«Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου» του Δημήτρη Αγγελή (κριτική)

Για την ποιητική συλλογή του Δημήτρη Αγγελή «Πάντα βρέχει στο κεφάλι του σκύλου» (εκδ. Πόλις). Κεντρική φωτογραφία © Karsten Winegeart / Unsplash.

Του Γιώργου Βέη

«Η αλήθεια είναι απεχθής: έχουμε την τέχνη ...

Σε κάθε περίπτωση η ορθοδοξία θα νικήσει (διήγημα)

Σε κάθε περίπτωση η ορθοδοξία θα νικήσει (διήγημα)

Λάλησε ο κόκορας στο κινητό. Σηκώθηκα με ταραχή να κλείσω το ξυπνητήρι. Δεν ξέρω γιατί αλλά στο τρίτο χτύπημα νομίζω πως κυνηγάω το πετεινάρι και όλο μου ξεφεύγει. Θέλω να το πιάσω από το λαιμό και να το ταρακουνώ μέχρι να γίνει κόκκινο, όπως το λειρί του.

Του Δημήτρη Μαγριπλή

...
«Μπέρδεμα στο Χάρλεμ» του Κόλσον Γουάιτχεντ (κριτική)

«Μπέρδεμα στο Χάρλεμ» του Κόλσον Γουάιτχεντ (κριτική)

Για το μυθιστόρημα του Colson Whitehead «Μπέρδεμα στο Χάρλεμ» (μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδ. Ίκαρος).

Του Νίκου Ξένιου

“You move it to the left,
Yeah, and you go for yourself. ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

«Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά» του Γιάννη Καρκανέβατου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γιάννη Καρκανέβατου «Ο πατέρας δεν μιλούσε γι' αυτά», που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Εστία.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μέχρι κάποια ηλικία η μνήμη θυμίζει πατάρι· στοιβάζεις ό,...

«Το γεγονός» της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Το γεγονός» της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της Annie Ernaux «Το γεγονός» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), στο οποίο βασίστηκε η ομώνυμη –βραβευμένη με τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας πέρσι– ταινία. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει στις 26 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας...

«Ονειρεύομαι πίνακες» του Σόλωνα Παπαγεωργίου (προδημοσίευση)

«Ονειρεύομαι πίνακες» του Σόλωνα Παπαγεωργίου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σόλωνα Παπαγεωργίου «Ονειρεύομαι πίνακες», η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Στίξις.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ονειρεύομαι πίνακες

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Σταυροδρόμια», «Σάγκι Μπέιν», «Η υπόσχεση»: Τρία σπουδαία σύγχρονα μυθιστορήματα

«Σταυροδρόμια», «Σάγκι Μπέιν», «Η υπόσχεση»: Τρία σπουδαία σύγχρονα μυθιστορήματα

Το μυθιστόρημα, ακόμη και την τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, παραμένει το μεγάλο χωνευτήρι της πεζογραφικής φόρμας, ένας αφηγηματικός κόσμος ευρύχωρος και δεκτικός, που έχει τη μοναδική δύναμη να κινεί μεγάλους όγκους αφηγηματικού υλικού και να τους κατανέμει ομαλά μέσα στη διάρκεια μίας ή και πολλών δεκαετιών. ...

Έξι αστυνομικά μυθιστορήματα και ένα δοκίμιο του Όργουελ

Έξι αστυνομικά μυθιστορήματα και ένα δοκίμιο του Όργουελ

Έξι προσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα και ένα δοκίμιο του George Orwell. Κλασικό και σύγχρονο βρετανικό, σκανδιναβικό αλλά και μια αυτοέκδοση ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος μεταξύ των προτάσεων. Κεντρική εικόνα: Εικονογράφηση του Λιθουανού © Karolis Strautniekas.

Της Χίλντας Παπαδημητρίου ...

Πόλεμος στην Ουκρανία: Οκτώ βιβλία για το «πώς φτάσαμε ως εδώ»

Πόλεμος στην Ουκρανία: Οκτώ βιβλία για το «πώς φτάσαμε ως εδώ»

Οκτώ βιβλία που μας βοηθούν να καταλάβουμε, ακόμη και σε καταστάσεις κρίσιμες και τραγικές όπως αυτές που ζούμε σήμερα, «Πώς φτάσαμε ως εδώ». Τα έξι είναι βιβλία ιστορίας, έρευνας και γεωπολιτικής και τα δύο είναι λογοτεχνικά έργα Ουκρανών συγγραφέων. Στην κεντρική εικόνα: Από διαδήλωση στο Βερολίνο την περασμένη Κυ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

14 Σεπτεμβρίου 2021 ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τα βιβλία του χειμώνα: Τι θα διαβάσουμε τους μήνες που έρχονται (ανανεωμένο)

Επιλογές βιβλίων από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης, βιογραφιών και δοκιμίων από 34 εκδοτικούς οίκους. Επιμέλεια: Κώστας Αγορα

ΦΑΚΕΛΟΙ