prodimosieysi psirras

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Θωμά Ψύρρα «Τι απομένει απ' τη φωτιά», που θα κυκλοφορήσει στις 3 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ονομάζομαι Αρτέμ Αμπαριάν. Εγεννήθην το 1924 στο Καζακλάρ’ επαρχίας Τυρνάβου, που τώρα το λένε Αμπελώνα. Πατέρας μου ήταν ο Κουσάν, που θα πει «τραγουδιστής»· αμπελουργός από το Χαρπούτ.

Ο μακαρίτης ο πατέρας μου, πριν από την άνοιξη του 1915, ένιωσε την μπόρα που ερχόταν στο Χαρπούτ. Όλο και πλήθαιναν τα άσχημα νέα από άλλες περιοχές, αν και πολλοί πίστευαν πως θα έσιαζαν τα πράγματα και ότι οι μεγάλες δυνάμεις δεν θα άφηναν τους Αρμένους ανυπεράσπιστους. Ο πατέρας μου είχε φίλους στο Μαράς, στο Μπορ και στο Κεσάμπ, κι απ’ αυτούς μάθαινε για τις διώξεις και τις εξορίες, πως οι Τούρκοι έκαιγαν εκκλησιές και σπίτια, πως πατούσαν το βιος των ανθρώπων, πως άρπαζαν τις σοδειές και πως οι άνθρωποι δεν είχαν απαντοχή από πουθενά κι από κανέναν.

Ο αδερφός του από το Μαράς τού έγραφε πως θα ήταν καλύτερα να πληρώσει τους Τούρκους. Του έλεγε πως εκείνος σκεφτόταν να τους πληρώσει με χρυσά, για να τον αφήσουν ήσυχο. Τι κι αν τους πλήρωσε; Τον άφησαν για λίγο ήσυχο. Αλλά ησυχάζει ποτέ ο άνθρωπος, άμα έχει δαγκώσει την ψυχή του ο φόβος;

Λίγο μετά –θα ήταν το 1920–, όταν ξέσπασαν οι μάχες με τους Γάλλους, όσοι ανυπεράσπιστοι Αρμένοι απόμειναν κλείστηκαν σε μια καθολική εκκλησία και παρακαλούσαν τον Θεό να τους γλιτώσει. Στις 10 Φλεβάρη, τη νύχτα, είχε χιονίσει πολύ κι έλαμπε η πανσέληνος. Ο θείος μου είδε τους Γάλλους να τυλίγουν κουρέλια γύρω από τις μπότες για να γλιστρήσουν αθόρυβα. Κατάλαβε ότι εγκατέλειπαν την πόλη και θα τους άφηναν στη μάχαιρα των Τούρκων. Πήρε απόφαση να δραπετεύσει. Πέρασε τον έναν λόφο και μετά έναν άλλον κι έναν άλλον. Έχασε τον δρόμο. Έπεσε μες στους ορυζώνες, που μεγαλώνουν τα ρύζια στο νερό, ψηλά ως το γόνατο. Κι έκανε τόσο κρύο, που αν σήκωνε τα πόδια από το νερό θα έπιαναν πάγο. Περπάτησε μέχρι το πρωί, κι όταν έσπασε το φως της μέρας, είδε κι άλλους Αρμένους να έχουν ξεφύγει κι έσμιξε μαζί τους. Συναντήθηκε μ’ έναν γείτονα, που αργότερα μας έγραψε για τα βάσανά τους. Πίσω μακριά είδαν καπνό από μεγάλες φλόγες. Το Μαράς καιγόταν. Πήραν απόφαση να τραβήξουν κατά τη Συρία. Ο θείος μου δεν άντεξε, πέθανε από τις κακουχίες στον δρόμο. Άκλαυτος πήγε, ο Θεός να τον σχωρέσει. Δεν μάθαμε ποτέ πού είναι θαμμένος.

Ο πατέρας μου, ευτυχώς, δεν άκουσε τον αδερφό του και γλίτωσε από το χαγιότς τσεγκασπανουτιούν, τη γενοκτονία. Το 1915 άφησε τα αμπέλια στο Χαρπούτ, άνοιξε τις κάνουλες να χυθεί το κρασί που είχε στα βαρέλια κι έφυγε μαζί με κάμποσους Αρμένους κι Έλληνες, λίγο προτού αρχίσει ο στρατηγός Μαχμούντ Καμίλ την εκκαθάριση και τη μεγάλη σφαγή.

«Έτρεχε το κόκκινο κρασί στο σοκάκι σαν αίμα. Ούτε το κλειδί δεν πήρα. Έφυγα κι άφησα το σπίτι μου με ορθάνοιχτη την πόρτα» έλεγε με παράπονο.

«Έφευγα καβάλα στο άλογο δίχως να κοιτάξω πίσω. Άκουγα μοναχά τα πέταλα του ζώου και –περίεργο πράμα– άκουγα βουβές καμπάνες να χτυπούν, κι ο αέρας που ανάσαινα ήταν πικρός σα θειάφι. Είχα εδώ στο στήθος μια σταυρωτή πληγή».

Μέχρι που πέθανε, όλο μιλούσε για κείνα τα αρχαία αμπέλια και για τα κρασιά στο Χαρπούτ· για τα σταφύλια που είχαν ρώγα σαν το μάτι του βοϊδιού κι έβγαζαν κρασί κόκκινο, σαν αυτό που έπινε ο Νώε από το αμπέλι που φύτεψε μετά τον κατακλυσμό. Και θυμόταν πως άφηναν τα τσαμπιά να κρέμονται στο κλήμα ως την πρώτη πάχνη, που κάθεται σαν παγωμένη ζάχαρη στο χώμα, και πως μόνο τότε μάζευαν τις παγωμένες ρώγες κι έφτιαχναν το κρασί, αυτό που το λένε μπουσμπάγκ.

Όταν θυμόταν εκείνη τη μέρα που πήρε τον δρόμο, έλεγε:

«Έφευγα καβάλα στο άλογο δίχως να κοιτάξω πίσω. Άκουγα μοναχά τα πέταλα του ζώου και –περίεργο πράμα– άκουγα βουβές καμπάνες να χτυπούν, κι ο αέρας που ανάσαινα ήταν πικρός σα θειάφι. Είχα εδώ στο στήθος μια σταυρωτή πληγή».

Ο πατέρας ήρθε στον Μπουτζά, δίπλα στη Σμύρνη. Μπήκε στη δούλεψη του κυρ Σταμάτη του Αντωνόπουλου, ο οποίος ήταν παλιά πρόξενος της Ελλάδας κι ήθελε άνθρωπο ειδικό για τα αμπέλια, να δοκιμάσει νέα κλήματα και να αβγατίσει το μαξούλι. Εδώ βρήκε καταφύγιο, στήριξη και προστασία, γιατί ο κυρ Σταμάτης ήταν άνθρωπος σεβαστός από Έλληνες και Τούρκους, και μαζί μ’ αυτόν σέβονταν και δεν πείραζαν και τους ανθρώπους που είχε στα περιβόλια του.

Σ’ έναν μπάλο γνώρισε τη μάνα μου, την Ανούς, που θα πει «γλυκιά». Η μάνα μου είχε γεννηθεί στον Μπουτζά· βαστούσε από το σόι των Σασουνί των εμπόρων.

Αγαπήθηκαν, πάρθηκαν και γέννησαν τον αδερφό μου. Είχαν να λένε για κείνα τα χρόνια, πως πήγαιναν βόλτες και κάθονταν στις μπιραρίες, πως έβλεπαν ωραία έργα στον κινηματογράφο «Ακτίς» και πώς, αλά μπρατσέτα, έμπαιναν στους καφενέδες φορώντας τα καλά τους για να δούνε θέατρο.

Τον Ιούλη του ’22 ο κυρ Σταμάτης, επειδή κατάλαβε πως ζύγωνε η καταστροφή, τους έβαλε με δυο άλλες οικογένειες περβολάρηδων, τους Χιωτάκηδες και τους Μαξούρηδες, σ’ ένα εμπορικό του οίκου Ντρακόπολι κι ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες. Μαζί τους ήρθε και η μικρότερη αδερφή της μάνας μου, η Ναζανί, που στα ισπανικά θα πει «delicata» (στα ελληνικά ο δάσκαλος το μεταφράζει «εύθραυστη»). Στην αγκαλιά έφεραν και τον αδερφό μου, σχεδόν δύο χρονών, αβάφτιστο. Οι γονείς μου βγήκαν στον Πειραιά κι έμειναν για λίγο στο Μαρούσι μαζί με τους Μαξούρηδες.

Τα δύο ανύπαντρα αδέρφια της μάνας μου είχαν ανοίξει εστιατόριο στη Σμύρνη· οι δουλειές τους πήγαιναν καλά κι αρνήθηκαν να φύγουν:

«Πού να πάμε και να παρατήσουμε το βιος μας; Άλλωστε εδώ είναι και οι Εγγλέζοι, κι όσο να ’ναι θα μας προφυλάξουν».

Έναν μήνα μετά, στις 31 Αυγούστου, μπήκαν οι πρώτοι τσέτες στον Μπουτζά κι αρχίνησαν τον μεγάλο χαλασμό της Σμύρνης.

Το εστιατόριο κι όλο το βιος τα κατάφαγαν οι φλόγες. Οι θείοι μου βρήκαν καταφύγιο σ’ ένα σχολείο. Οι Τούρκοι πήγαν να τους κάψουν ζωντανούς. Ξέφυγαν από τις φλόγες αλαλιασμένοι. Έτρεξαν κατά το λιμάνι μέσα από τα σοκάκια της πόλης, που είχε γίνει παρανάλωμα και ο γλυκός αέρας της μύριζε καμένη σάρκα. Μάθαμε αργότερα ότι οι θείοι μου έπεσαν στη θάλασσα, για να φτάσουν κολυμπώντας ως τα αγγλικά πλοία. Αλλά, σα ζύγωναν, οι Εγγλέζοι έριχναν από ψηλά ζεματιστό νερό, ενώ τα πλοία έστρεφαν τους προβολείς στους κολυμβητές, για να έχουν ευκολότερο στόχο οι Τούρκοι που τους πυροβολούσαν από την ακτή. Εκεί χάθηκαν και οι δύο.

Στις αρχές του 1923 οι δικοί μου ήρθαν στον Κάμπο της Θεσσαλίας κι εγκαταστάθηκαν στο Καζακλάρ’, γιατί εδώ ζούσαν από παλιά κι άλλοι Αρμένοι. Επιπλέον ο πατέρας μου έψαχνε τόπο να έχει αμπέλια, όπου θα έβρισκε πιο εύκολα δουλειά, ενώ είχε την ελπίδα πως η Επιτροπή Αποκατάστασης κάποια στιγμή θα μοίραζε γη και πως θα κλήρωνε και σ’ αυτόν κάνα κομμάτι.

Οι γονιοί μου θαρρούσαν μετά τον διωγμό, που τους ξερίζωσε και τους σκόρπισε στον κόσμο σαν πουλιά σκιαγμένα από ντουφεκιά, πως έτσι θα ξορκίσουν το κακό για να ριζώσουν, να απλώσει η οικογένεια νέα βλαστάρια σαν τ’ αμπέλι. Γι’ αυτό ο πατέρας, πριν βάλει στο χώμα ένα κλήμα, φύτεψε ένα όνομα.

Μήνα Μάρτη του ’23 οι γονιοί μου βάφτισαν στο Καζακλάρ’ τον αδερφό μου. Μήνα Μάρτη, όταν φυτεύουν τα κλήματα που έχουν ριζοπιάσει. Γι’ αυτό του έδωσαν και το όνομα Παρουνάγκ, δηλαδή «βλαστάρι από κλήμα αμπελιού», όμως όλοι στο χωριό τον φώναζαν Πάρη. Οι γονιοί μου θαρρούσαν μετά τον διωγμό, που τους ξερίζωσε και τους σκόρπισε στον κόσμο σαν πουλιά σκιαγμένα από ντουφεκιά, πως έτσι θα ξορκίσουν το κακό για να ριζώσουν, να απλώσει η οικογένεια νέα βλαστάρια σαν τ’ αμπέλι. Γι’ αυτό ο πατέρας, πριν βάλει στο χώμα ένα κλήμα, φύτεψε ένα όνομα.

Όπως είπα, εγώ γεννήθηκα το 1924. Τρία χρόνια μετά από μένα, το ’27, γεννήθηκε η αδερφή μου, που τη βαφτίσαμε Χασμίγκ, αλλά τη φωνάζαμε Γιασεμή. Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Οι πρόσφυγες από τη Μικρασία μιλιούνια. Πώς να τους φροντίσει το ελληνικό κράτος; Η γη δόθηκε στους Έλληνες πρόσφυγες που ήταν αγρότες. Οι Αρμένοι δεν μπορούσαν να μπουν στη διανομή, ούτε να αποκτήσουν άδεια για επαγγελματική στέγη, γιατί, σύμφωνα με το καταστατικό της Επιτροπής Αποκατάστασης, ήταν «προσωρινώς διαμένοντες». Έτσι, ο πατέρας μου δεν απόκτησε ποτέ του γη. Απόμεινε εργάτης, να δουλεύει μεροκαματιάρης στα ξένα αμπέλια. Πέθανε με τον καημό να αποκτήσει το δικό του αμπέλι.

metaixmio psyrras ti apomenei apo ti fotiaΤο 1925 η Αρμενική Αλληλοβοήθεια έστειλε χαρτιά παλιννόστησης και πρότεινε σε πολλούς Αρμένους να εγκατασταθούν στο Ερεβάν της Σοβιετικής Αρμενίας, «διότι το σοβιετικό καθεστώς της Αρμενίας ήταν η τελευταία αρμενική εστία και η μόνη ελπίδα των Αρμενίων της διασποράς». Ο πατέρας κατέβηκε στην Αθήνα, βρήκε τον Αρμένο αρχιεπίσκοπο Αθηνών Καραμπέτ Μαζλουμιάν, για να πάρει και μια άλλη γνώμη. Εκείνος τον συμβούλεψε να μη δεχτεί.

«Αν δεχτείς, είναι σαν να ξεγράφεις την πατρίδα σου, σαν να ξεγράφεις τη δυτική Αρμενία, σαν να απαρνιέσαι όσα είναι γραμμένα στη Συνθήκη των Σεβρών, που λέει καθαρά πως πρέπει να δημιουργηθεί ανεξάρτητη Δημοκρατία της Αρμενίας. Μακριά λοιπόν από τους Ρώσους. Οι δυτικές δυνάμεις θα δικαιώσουν την εθνική μας αποκατάσταση». Δεν ξέρω αν οι συμβουλές έπιασαν τόπο. Ο πατέρας μου πήρε απόφαση να ριζώσουμε στο Καζακλάρ’. Αλλά, νομίζω, δεν το διάλεξε από ιδεολογία ή πατριωτισμό.

«Πού να ξεσπιτωθούμε πάλι;» μου είπε μια φορά. «Και στο Ερεβάν πάλι πρόσφυγες θα είμαστε. Καλύτερα εδώ». Δεν άντεχε κι άλλη προσφυγιά.

Αλλά το 1928, όταν η ελληνική κυβέρνηση πρόσφερε την ελληνική υπηκοότητα σε όσους Αρμένους είχαν απομείνει, ο πατέρας δεν τη δέχτηκε. Την απόρριψε και κράτησε την ιδιότητα του «πρόσφυγα δίχως πατρίδα», ίσως γιατί λογάριαζε –το σκέφτομαι εκ των υστέρων– πως θα μπορούσε να αποζημιωθεί για όσα είχε αφήσει πίσω στο Χαρπούτ. Αυτό μας δυσκόλεψε σε πολλές περιπτώσεις με τις δημόσιες υπηρεσίες, αλλά είχε κι ένα καλό: γλίτωσα το στρατιωτικό, καθώς ποτέ δεν με κάλεσαν κληρωτό να υπηρετήσω τη θητεία.

Η μάνα, φεύγοντας από τη Σμύρνη, είχε ράψει στη φόδρα όσες λίρες είχαν. Μ’ αυτές στο Καζακλάρ’ αγόρασαν σπίτι, πήραν δύο βόδια κι ένα γομάρι. Και μ’ αυτά πορέψαμε.

Το σπίτι μας είναι στον δρόμο πηγαίνοντας προς το Τσαϊρλί. Εκεί γεννήθηκα, εκεί μεγάλωσα. Τώρα το κατοικεί ένας βλάχος Σαρμανιώτης, που το πήρε χωρίς χαρτιά και πλερωμή στον Εμφύλιο. Όταν έμαθε ότι ήρθα στο χωριό το καλοκαίρι του ’96, σφάλισε την αυλόπορτα κι έβαλε τους γιους του από πίσω να παραφυλάνε, με ξύλα στα χέρια. Σαν έκανα να σμπρώξω την πόρτα, βγήκε έξω στο νεραγώι και στάθηκε μπροστά μου με σταυρωμένα χέρια, έτοιμος για καβγά.

«Τι θέλεις εδώ; Πού πας να μπεις; Να σ’κωθείς τώρα και να φύγεις. Το σπίτι είναι δικό μου. Το πήρα από χρησικτησία».

Θαρρούσε πως ήρθα μετά από τόσα χρόνια να το διεκδικήσω. Πήγα να τον καλμάρω με λόγια παρακαλετά:

«Άσε με μια στιγμή μοναχά να μπω στην αυλή, να δω το σπίτι που γεννήθηκα. Μια στιγμή μοναχά».

Παίρνει όμως από παρακάλια το κακό σκυλί; Δεν έγινε τρόπος να μ’ αφήσει και μ’ εμπόδισε να μπω στο σπίτι το δικό μου.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Άνοιξη όλο το χρόνο»: Ξεκινά η νέα καλλιτεχνική περίοδος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών – Τι θα παρακολουθήσουμε

«Άνοιξη όλο το χρόνο»: Ξεκινά η νέα καλλιτεχνική περίοδος της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών – Τι θα παρακολουθήσουμε

Με μότο το μήνυμα «Άνοιξη όλο το χρόνο» η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υποδέχεται την καλλιτεχνική περίοδο 2026-2027. Τι θα παρακολουθήσουμε. Εικόνα: Ο Λουκάς Καρυτινός, Διευθυντής της ΚΟΑ. 

Γράφει η Έλενα Χουζούρη 

Με ιδιαίτερο...

«Λογοτεχνικές διαδρομές» της Αγάθης Γεωργιάδου (κριτική) – Πώς διαβάζεται, ερμηνεύεται και διδάσκεται η λογοτεχνία

«Λογοτεχνικές διαδρομές» της Αγάθης Γεωργιάδου (κριτική) – Πώς διαβάζεται, ερμηνεύεται και διδάσκεται η λογοτεχνία

Για το βιβλίο της Αγάθης Γεωργιάδου «Λογοτεχνικές διαδρομές – Μελέτες για τη θεωρία, την ερμηνεία και τη διδακτική της Λογοτεχνίας» (εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Ο πίνακας «Κωπηλατώντας» του Θανάση Παναγιώτου από το εξώφυλλο του βιβλίου.

...

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ