prodimosieysi nikolaidou

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Σοφίας Νικολαΐδου «VOR, Πέρα από τον νόμο», που θα κυκλοφορήσει στις 11 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο ΠΑΤΕΡΟΥΛΗΣ

Είχε παγωνιά και το καλοριφέρ στο αυτοκίνητο δεν άναβε. Ο Λεβ Σιντόροβ πάλευε να κουμπώσει τη ζώνη ασφαλείας. Όσο κι αν έβριζε, δεν τα κατάφερνε, ήταν χοντρό το μπουφάν. Ξεφύσηξε και η ανάσα του θόλωσε το τζάμι. Σκέφτηκε ότι θα τον ηρεμούσε λίγη μουσική, όμως το ηχοσύστημα είχε κολλήσει στο τραγούδι της Νίνα Σιμόν. Το είχε ακούσει πια τόσες φορές, που έπαψε να είναι το αγαπημένο του. Κοίταξε το ρολόι στο καντράν και σιχτίρισε. Αν έδειχνε την ώρα σωστά, είχε αργήσει.

Το παλιό Λάντα μούγκριζε, ξερνούσε μαύρο καπνό από την εξάτμιση. Στους δρόμους της Μόσχας δεν έβλεπες συχνά τέτοιο χάλι. Ο Λεβ πίστευε πως δεν πρέπει να πετάς τίποτα, εφόσον λειτουργεί. Όχι πως είχε την πολυτέλεια να το αλλάξει, αλλά να… καμιά φορά μετά την τέταρτη βότκα άρχιζε τις θεωρίες. Στα λόγια δεν τον έπιανε κανείς, στο κάτω κάτω ήταν η δουλειά του. Παλιά έλεγε «δημοσιογράφος» και ήξερε πως έκανε εντύπωση. Πριν από μερικά χρόνια το όνομά του σήμαινε ακόμα κάτι, τώρα δεν ήταν σίγουρος ούτε γι’ αυτό. Αν ήθελε να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του, θα έλεγε ότι ανήκε στην παλιά φρουρά, στους δημοσιογράφους που μεγάλωσαν με το χαρτί, σ’ εκείνους που έσκυβαν να μυρίσουν το μελάνι και διάβαζαν τα μικρά γράμματα της αρθρογραφίας με γυαλιά πρεσβυωπίας. Στην έβδομη βότκα μπορεί και να παραδεχόταν ότι ήταν δεινόσαυρος.

Γι’ αυτό και όταν τον κάλεσε ο διευθυντής της εφημερίδας στο γραφείο του δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Γιατί ο Κέτο Αλεξάντερσβιλ είχε ζητήσει τον Σιντόροβ αποκλειστικά, μόνο στον Σιντόροβ θα έδινε συνέντευξη, έτσι του ανακοίνωσε όλο απορία ο διευθυντής. Και τον κοιτούσε μια στα παπούτσια, που είχαν μια τρύπα στο πλάι –ο Λεβ νόμιζε πως δεν φαινόταν αλλά ο διευθυντής την είχε δει– και μια στο ξεχειλωμένο πουλόβερ, που ήταν γεμάτο κόμπους από τα πλυσίματα.

— Μην τα σκατώσεις, τον προειδοποίησε ο διευθυντής. Ο Κέτο Αλεξάντερσβιλ είναι…

Ο Λεβ δεν τον άφησε να συνεχίσει, δεν θα του μάθαινε τη δουλειά του ο φυτευτός. Σε ολόκληρη τη Ρωσία δεν υπήρχε ούτε ένας άνθρωπος που δεν ήξερε ποιος ήταν ο Αλεξάντερσβιλ, ο πιο πλούσιος επιχειρηματίας στη χώρα, γιατί ως επιχειρηματία τον ανέφεραν, κανείς δεν έβαζε τη λέξη «Vor» στο στόμα του. Αλουμίνια, τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, όλα δικά του. Στη Μόσχα τον φώναζαν «Πατερούλη», έτσι τον είχαν ακουστά οι περισσότεροι, ο Πατερούλης έσκεπε την πόλη και φρόντιζε για όλα. Ήταν το χέρι που κινούσε τα νήματα, ο άνθρωπος πίσω από τις σημαντικές αποφάσεις, το μυαλό πίσω από τις μεγάλες κομπίνες. Όποιος ήθελε να κάνει δουλειές στη Ρωσία, έπρεπε να ζητήσει την άδειά του. Ζούσε στο προάστιο Περεντελκίνο, σε μια ντάτσα που θα ζήλευε και ο τσάρος. Ο Λεβ ανακάλυψε μία μόνο κουνημένη φωτογραφία της περίφραξης. Ο φωτογράφος ανάρρωνε με σπασμένα γόνατα και μεταλλικές βίδες στο δεξί του χέρι.

Ο Λεβ ήταν παλιός σε αυτή τη δουλειά, ήξερε λοιπόν πως οι πιο σημαντικές πληροφορίες δεν είχαν καταγραφεί. Οι φάκελοι είχαν εξαφανιστεί. Όταν η πρώην του άκουσε για το ραντεβού, του έγραψε στο κινητό: «Μην κάνεις καμιά βλακεία». Ίσως αυτό να τον πείσμωσε.

Πέταξε στο κάθισμα του συνοδηγού το μπλοκάκι του, στις συνεντεύξεις πήγαινε πάντα προετοιμασμένος. Ο Πατερούλης καταγόταν από το Γιακούτσκ της Σιβηρίας, εκεί η θερμοκρασία τον χειμώνα κατέβαινε στους μείον πενήντα βαθμούς. Είχε κάνει, φυσικά, φυλακή. Ο Λεβ ήταν παλιός σε αυτή τη δουλειά, ήξερε λοιπόν πως οι πιο σημαντικές πληροφορίες δεν είχαν καταγραφεί. Οι φάκελοι είχαν εξαφανιστεί. Όταν η πρώην του άκουσε για το ραντεβού, του έγραψε στο κινητό: «Μην κάνεις καμιά βλακεία». Ίσως αυτό να τον πείσμωσε. Γιατί ο Λεβ είχε πολλά ελαττώματα, αλλά εκείνο που εξόργιζε τους περισσότερους, ιδίως τον διευθυντή και την πρώην του, ήταν πως αν του απαγόρευες να κάνει κάτι ήταν τελείως σίγουρο ότι θα το έκανε. Αυτό στην αρχή φαινόταν συμπαθητικό, πολλοί μάλιστα χαμογελούσαν με την τρέλα του, στο τέλος όμως δεν το άντεχε κανείς.

Ο Λεβ δεν πρόλαβε να πιει καφέ το πρωί. Άπλωσε βιαστικά το χέρι του, κατάπιε το αντικαταθλιπτικό και το χάπι της υπέρτασης μισοξαπλωμένος. Τα είχε ακουμπήσει στο πάτωμα πλάι στις κάλτσες του, το ροζ αριστερά και δεξιά το μπεζ. Ο διευθυντής τού τηλεφώνησε στις οκτώ, για να τον τσεκάρει. Ο Λεβ είδε την κλήση και πετάχτηκε. Έτρεξε στο παράθυρο, έβγαλε το κεφάλι του και κοίταξε τα αυτοκίνητα κάτω. Τα δόντια του χτυπούσαν, ήταν ξυπόλυτος και είχε ψοφόκρυο. Κρατούσε το κινητό έξω από το ανοιχτό παράθυρο και φώναζε:

— Στον δρόμο είμαι. Μίλα γρήγορα, βιάζομαι.

Ακούγονταν τα κορναρίσματα, ένα λεωφορείο φρέναρε απότομα.

— Ωραία, ωραία, είπε ο διευθυντής. Είναι σημαντικό, Λεβ. Σημαντικό για όλους μας, κατάλαβες;
— Δεν θα μου μάθεις τη δουλειά μου, τον έκοψε. Θα σου τηλεφωνήσω όταν τελειώσω.

Παλιά, όταν η εφημερίδα ήταν η πρώτη σε πωλήσεις και η υπογραφή του είχε κάποια σημασία, κανείς δεν διανοούνταν να τον πρεσάρει. Τότε ο Λεβ ήταν βασιλιάς, ο μόνος που είχε καταφέρει να βγάλει μιαν άκρη με τις απαγωγές των Γάλλων στην Τσετσενία. Έπιανε θέματα που έκαιγαν, οι λέξεις του ήταν λάμες, είχε τον τρόπο του να ανακαλύπτει τα στοιχεία, να τα αναλύει, να τα κάνει συναρπαστικά. Όμως ήταν και άλλες εποχές, ο κόσμος διάβαζε τότε ακόμα βιβλία και οι άνθρωποι νοιάζονταν. Ο Λεβ ταξίδευε παντού με ένα σακίδιο και το ίδιο χιλιοφορεμένο τζιν παντελόνι. Η ζωή ήταν γεμάτη εκπλήξεις και σκαμπανεβάσματα κι εκείνος ένιωθε ότι μπορεί να κάνει τα πάντα.

Καμιά φορά σκεφτόταν πως έμοιαζε λιγάκι με τη χώρα του. Είχε πάρει την κάτω βόλτα. Αν είχε έναν φίλο, θα έκανε πλάκα με αυτό, θα γελούσαν ίσως. Όμως την έβγαζε μονάχος στο δωμάτιό του, έφευγε μόνο για να πάει στην εφημερίδα. Οι άνθρωποι που έβλεπε βρίσκονταν εκεί, τους βαριόταν πριν ακόμα ανοίξει την πόρτα. Τα κείμενά του είχαν χάσει τη σπιρτάδα τους. Τίποτα δεν του φαινόταν σημαντικό, τίποτα πια δεν άξιζε τον κόπο. Σάπιζε σαν το φυτό στη γλάστρα. Ο νέος διευθυντής θα τον είχε στείλει προ πολλού για απόσυρση, αλλά ήταν το τοτέμ ενός ολόκληρου κλάδου. Τον κρατούσαν γιατί τους θύμιζε ποιοι ήταν παλιά, τότε που δεν έγραφαν συνθήματα έξω από τα γραφεία τους, την εποχή που δεν τους φώναζαν «ξεπουλημένους». Τον τελευταίο καιρό τον είχαν στριμώξει στο αστυνομικό ρεπορτάζ, να γράφει για φόνους και ληστείες με τα αρχικά του, ποιον, τον Λεβ, που ήταν το καμάρι της πολιτικής ανάλυσης. Αλλά όσοι το θυμόνταν ακόμη αυτό είχαν το λιγότερο μισό αιώνα ζωή και αρκετές αμαρτίες στην πλάτη τους.

Ο Λεβ πατούσε τώρα το γκάζι και το αυτοκίνητο μούγκριζε. Ένιωθε να κλοτσάει στα χέρια του και παρακαλούσε να φτάσει ως το Περεντελκίνο – λίγα χιλιόμετρα υπομονή. Το κόκκινο Λάντα του ήταν σκυλί. Αν είχε επιλέξει γιαπωνέζικο, θα τον είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού, αλλά το Λάντα ήταν παλιά σοβιετική μηχανή, άντεχε την κακομεταχείριση και τις κακουχίες. Μόλις πάρκαρε, κοίταξε γύρω του τα ψηλά δέντρα που έκρυβαν τα φυλάκια με τις κάμερες και είπε το όνομά του στον φρουρό.

Ο Πατερούλης τον υποδέχτηκε με το βρακί, ένα άσπρο σώβρακο που κατέβαινε στο μπούτι του. Από πάνω φορούσε φούτερ με κουκούλα και στα πόδια του βελούδινες μπλε παντόφλες που είχαν κεντημένο το σήμα του δολαρίου με χρυσή κλωστή. Ο Λεβ δαγκώθηκε να μη γελάσει...

Ο Πατερούλης τον υποδέχτηκε με το βρακί, ένα άσπρο σώβρακο που κατέβαινε στο μπούτι του. Από πάνω φορούσε φούτερ με κουκούλα και στα πόδια του βελούδινες μπλε παντόφλες που είχαν κεντημένο το σήμα του δολαρίου με χρυσή κλωστή. Ο Λεβ δαγκώθηκε να μη γελάσει, ύστερα σκέφτηκε πως ο Πατερούλης απλώς φερόταν με άνεση. Δεν τον ένοιαζε τι θα σκεφτόταν ο δημοσιογράφος, του έδειχνε από την αρχή ποιος είχε το πάνω χέρι. Όμως ο Λεβ είχε μάθει τόσα χρόνια σε αυτή τη δουλειά να μην παίρνει τίποτα προσωπικά, να μη χολοσκάει για όσα δεν περνούσαν από το χέρι του. Αρκετές σκοτούρες είχε ήδη στο κεφάλι του, μια συνέντευξη ήταν και θα την έκανε, ο κόσμος να χαλάσει.

Ο οικοδεσπότης τον κοίταξε και χαμογέλασε. Βγήκε ο ίδιος να προϋπαντήσει τον καλεσμένο του, πράγμα που του περιποιούσε τιμή, όμως ο Λεβ δεν χαμπάριαζε. Οι σωματοφύλακες βρίσκονταν παντού, γίνονταν ένα με τους τοίχους, έμοιαζαν σαν τις σαύρες στον βράχο, έπρεπε να προσέξεις για να τους δεις. Ο Λεβ είχε μετρήσει ήδη επτά και ακόμη δεν είχαν μπει στο δωμάτιο.

— Μου είπαν πως είσαι ο καλύτερος, είπε ο δισεκατομμυριούχος και του έκανε νόημα να περάσει. Μόνο τα δάχτυλά μου το ανοίγουν αυτό, βλέπεις; έπιασε το χερούλι της πόρτας και το ανοιγόκλεισε. Τέσσερις τόνους ζυγίζει ο μηχανισμός. Στις ελβετικές τράπεζες ασφαλίζει με δύο μαγνήτες, εγώ ζήτησα τέσσερις. Άκουσες το κλικ;

Έμειναν μόνοι σε μια τεράστια σάλα που σφράγισε. Το πρωινό φως χτυπούσε στην τζαμαρία, αντανακλούσε στα λευκά μαρμάρινα πατώματα, ο Λεβ μισόκλεισε τα μάτια του.

— Σε κανέναν δεν αρέσουν οι πλούσιοι, ο Πατερούλης έσκυψε στη μεριά του λες και του αποκάλυπτε κάποιο μεγάλο μυστικό. Πρέπει λοιπόν κανείς να λαμβάνει τα μέτρα του, πήρε φόρα και έδωσε μια γερή κλοτσιά στο τζάμι. Βλέπεις; Δεν σπάει με τίποτα, περηφανεύτηκε.
— Τι θέλετε από μένα; ρώτησε ο Λεβ.
— Θα έρθουμε και σ’ αυτό, έκανε.

Ο Λεβ είχε πολλά στραβά, αλλά και ένα καλό. Γαϊδουρινή υπομονή, ίσως να ήταν και το σοβαρότερο προτέρημά του. Όλα περνούσαν, έτσι του είχε μάθει η ζωή, ακόμα και αυτά που στην αρχή έμοιαζαν πως δεν θα τελειώσουν ποτέ. Η πρώην του έλεγε πως η υπομονή ήταν η μεγαλύτερη σοφία του. Σταύρωσε λοιπόν τα χέρια του στο στήθος και ακολούθησε τον οικοδεσπότη, που άρχισε να τον ξεναγεί στο δωμάτιο.

Πρώτα του έδειξε τους αναγεννησιακούς πίνακες. Τρεις ήταν, του δέκατου πέμπτου αιώνα, κάποιου Ιταλού που ο Πατερούλης ανέφερε το όνομα κομπάζοντας, μόνο που ο Λεβ δεν το είχε ακούσει ποτέ. Ύστερα τον έσυρε να δει όλες τις εκκλησιαστικές εικόνες που ήταν κρεμασμένες στη σειρά· βυζαντινές, θα ταίριαζαν περισσότερο σε μουσείο. Και τέλος τον οδήγησε στην κόγχη του δρύινου γραφείου, με το πρόσωπο του Χριστού να δεσπόζει σε μια τεράστια ελαιογραφία στον τοίχο.

— Ανήκε στον τσάρο Νικόλαο, του είπε. Κρεμόταν στο δωμάτιό του στα ανάκτορα.

Στον Λεβ σπανίως έκανε εντύπωση η ομορφιά. Ήταν άξεστος, έτσι τουλάχιστον θα ορκιζόταν η πρώην του, για εκείνη ήταν ένας Τάταρος χωρίς καρδιά. Πρώτη φορά έμεινε στήλη άλατος να κοιτά μια ζωγραφιά. Μπορεί να ήταν το ακάνθινο στεφάνι, μπορεί τα μάτια του Χριστού, μπορεί να έφταιγε που τον τελευταίο καιρό γινόταν συναισθηματικός, ιδίως τις στιγμές που μπορούσε να το αποφύγει. Ο επιχειρηματίας άνοιξε μια κασέλα από μόλυβδο.

— Είναι τριακοσίων ετών, τον ενημέρωσε.

Έβγαλε από μέσα ένα πορσελάνινο μπουκάλι σε σχήμα μουζίκου. Τα ρούχα του ζωγραφισμένα με το χέρι, ροζ, γαλάζια, κίτρινα, πορτοκαλί. Τράβηξε το πώμα, που ήταν το καπέλο του χωρικού, και σέρβιρε το κβας.

Ο δερμάτινος καναπές ήταν τεράστιος και ο Λεβ διάλεξε να καθίσει στην άκρη κοντά στο παράθυρο. Το δέρμα έτριζε στην παραμικρή κίνηση· αν ήταν κάποιος άλλος, ίσως και να ένιωθε άβολα, όμως εκείνος έβγαλε το κινητό.

— Όχι, άπλωσε το χέρι του ο Πατερούλης. Δεν θα ηχογραφήσεις τίποτα.

Ο Λεβ σήκωσε τα φρύδια.

— Θα ακούς και θα τα γράφεις στο μυαλό σου. Και ύστερα θα μου τα δώσεις να τα δω.

Ο Λεβ ξάπλωσε πιο βαθιά στη θέση του και άπλωσε τα πόδια. Δεν πρόταξε την επαγγελματική του τιμή, τη δημοσιογραφική δεοντολογία, μόνο κάθισε στη γωνιά του και περίμενε. Πέρασαν έτσι μερικά λεπτά.

— Να πιούμε καμιά βότκα; Θα μας πάρει ώρες, πρότεινε τελικά.
— Το ήξερα πως θα συνεννοηθούμε, χαμογέλασε ο επιχειρηματίας.

Έβγαλε δυο μεγάλα ποτήρια και σέρβιρε χωρίς πάγο.

Ήταν εννιά το πρωί.

nikolaidou exΟ Πατερούλης άνοιξε το συρτάρι του γραφείου και έβγαλε μια φωτογραφία, ασπρόμαυρη, με τσακισμένη τη δεξιά της άκρη. Μια ξανθιά γυναίκα με μαύρο τσεμπέρι κρατούσε στην αγκαλιά της ένα κουτσοδόντικο αγόρι. Η φτώχεια τους έβγαζε μάτι, τη διέκρινες στα μπαλωμένα ρούχα, ακόμα και στον τρόπο που γελούσαν. Σαν να ήταν κλεμμένη η χαρά και καταλάβαιναν πως δεν θα κρατήσει. Όμως δεν πρόσεχες αυτό στην αρχή. Το αγοράκι έγερνε το κεφάλι στον κόρφο της μάνας κι εκείνη έσκυβε στη μεριά του με λατρεία. Ήταν μια στιγμή αμόλυντης ευτυχίας, από εκείνες που σε κάνουν λίγο να ντρέπεσαι που κοιτάς. Ο Λεβ χαμογέλασε.

— Η μάνα σου; ρώτησε.

Ο Πατερούλης ένευσε.

— Έχεις κι άλλες; ζήτησε να μάθει ο Λεβ.
— Από το ίδρυμα δεν έχω καμιά, έκανε εκείνος μια κίνηση με το χέρι του. Ποιος νοιαζόταν τότε για φωτογραφίες;

Ο Λεβ το ήξερε αυτό το ύφος, ο Πατερούλης σίγουρα σκεφτόταν πως ο άνθρωπος απέναντί του είναι αργόστροφος. Δεν έπρεπε να είχε ανοίξει το στόμα του.

— Να βγούμε έξω; σηκώθηκε από τη θέση του ο οικοδεσπότης.

Ο Λεβ δεν ήθελε να ξεβολευτεί, είχε ωραία ζέστη εκεί μέσα, ο ήλιος χτυπούσε στα λευκά μάρμαρα, στα κρύσταλλα των πολυελαίων, η βότκα ήταν γλυκιά και η ζωή ωραία σε αυτό το δωμάτιο που ασφάλιζε σαν κουτί. Αλλά τι να κάνει, σηκώθηκε.

Με το που άνοιξε η πόρτα, οι σωματοφύλακες ακροβολίστηκαν. Κινούνταν σαν κουρδισμένοι, ο Πατερούλης προχωρούσε βιαστικά, ο Λεβ δυσκολευόταν να τον φτάσει. Η εξώπορτα άνοιξε και βρέθηκαν στον κήπο.

Ο Λεβ δεν ήξερε από δέντρα ούτε από φυτά, ποτέ του δεν κατάλαβε τους ανθρώπους που επέλεξαν να ζουν στα προάστια, μέσα στη φύση. Στο σπίτι του είχε μόνο έναν φίκο, δώρο της πρώην του. Ξεχνούσε συνεχώς να τον ποτίσει. Όταν το θυμόταν, δεν ήξερε αν έπρεπε να ρίξει πολύ ή λίγο νερό∙ στο τέλος το φυτό ξεράθηκε και έμεινε να σκονίζεται πλάι στο παράθυρο.

Ο Πατερούλης άνοιξε διάπλατα τα χέρια του και σήκωσε το πρόσωπό του στον ουρανό. Έκλεισε τα μάτια και ανέπνευσε βαθιά.

— Να γιατί είμαι άρρωστος. Δεν με βλέπει ο ήλιος. Δεν μπορώ να πάω πουθενά, είπε.

Γύρισε προς τη μεριά του δημοσιογράφου.

— Το ξέρεις πως μπορούν να με συλλάβουν; Σε βάρος μου εκκρεμούν εντάλματα στις μισές χώρες της Ευρώπης. Έχω βίλες σε μέρη που δεν μπορώ να επισκεφθώ.

Ο Λεβ κοίταξε τα δέντρα γύρω του, τα δόντια του χτυπούσαν από το κρύο – μα πώς δεν πάγωνε ο Πατερούλης με το σώβρακο; Στεκόταν δίπλα του και συνέχιζε να παίρνει βαθιές αναπνοές.

— Μ’ αρέσουν τα καλά ξενοδοχεία. Μ’ αρέσει η καλή ζωή. Μ’ αρέσει να ξοδεύω, να ζω με άνεση. Μπαίνω στο μάτι τους, αλλά τι φταίω εγώ που τα κατάφερα; Σίγουρα με ζηλεύουν. Μ’ αρέσει να ταξιδεύω πρώτη θέση, να ταξιδεύω με τζετ, με γιοτ…

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Ο Λεβ άκουσε τον πυροβολισμό και οι σωματοφύλακες έτρεξαν.


Η Σοφία Νικολαΐδου έχει εκδώσει μυθιστορήματα, συλλογές διηγημάτων, μελέτες και μεταφράσεις. Το μυθιστόρημά της Χορεύουν οι ελέφαντες (Μεταίχμιο, 2012) μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Melville House. Το μυθιστόρημά της Απόψε δεν έχουμε φίλους (Μεταίχμιο, 2010) μεταφράστηκε στα εβραϊκά και κυκλοφορεί από τον εκδοτικό οίκο Kester Books, για το βιβλίο αυτό τιμήθηκε με το Athens Prize for Literature 2010. Το βιβλίο της Καλά και σήμερα: Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος (Μεταίχμιο, 2015) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας ως έργο που προάγει τον διάλογο πάνω σε ευαίσθητα κοινωνικά θέματα. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο επίσης κυκλοφορεί το μυθιστόρημά της Στο τέλος νικάω εγώ (2017).

Από το 1992 ως το 2018 εργάστηκε ως φιλόλογος σε σχολείο. Από το 2019 Διδάσκει Δημιουργική Γραφή στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

«Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» της Ειρήνης Ευφραιμίδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ειρήνης Ευφραιμίδη «Χάλκινο δάκρυ φτερωτό» το οποίο κυκλοφορεί στις 10 Ιουνίου από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Αυτό τελειώνει εδώ. Άλλο δεν θα πάρεις από μας». Το υποσχέ...

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

«Η φωνή στα χέρια της» της Ντορίνας Παπαλιού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο μυθιστόρημα της Ντορίνας Παπαλιού «Η φωνή στα χέρια της» το οποίο κυκλοφορεί στις 17 Ιουνίου από τις εκδόσεις Ίκαρος. Στο τέλος της ανάρτησης η playlist του βιβλίου, από την Ντορίνα Παπαλιού.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

«Το ταγκαλάκι» – μια θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο

Θεατροποιημένη παράσταση για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο που παίχτηκε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του EuroPride 2024.

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Τον Σεπτέμβριο του 2013 ο σκηνοθέτης και δημοσιογράφος Αντώνης Μποσκοΐτης πήγε...

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

«Κουλτούρα της ακύρωσης» και πατριαρχία στη λογοτεχνία – σκέψεις με αφορμή τη Μεγάλη Χίμαιρα του Μ. Καραγάτση

Σκέψεις για την Κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και την πατριαρχία στη λογοτεχνία, με αφορμή την έντονη συζήτηση για τον σεξισμό στη «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση. 

...

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Ο Καραγάτσης, η Γραμμή του Ορίζοντος και η αναγκαία κριτική

Σκέψεις με αφορμή την έντονη συζήτηση που προκάλεσαν πρόσφατα οι νέες αναγνώσεις δύο πολυδιαβασμένων βιβλίων της νεοελληνικής πεζογραφίας, ενός παλιότερου, της «Μεγάλης Χίμαιρας» του Μ. Καραγάτση, κι ενός νεότερου, της «Γραμμής του ορίζοντος», του Χρήστου Βακαλόπουλου. Και τα δύο κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

...
«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

«Η άλλη κόρη», της Ανί Ερνό (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ανί Ενρό [Annie Ernaux] «Η άλλη κόρη» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η σειρά των δύο αφηγήσεων, η δική μου και η δ...

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

«Συμπληγάδες αξιών» του Μηνά Στραβοπόδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μηνά Στραβοπόδη «Συμπληγάδες αξιών» το οποίο κυκλοφορεί στις 21 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ναι, το ξέρω! Δεν έπρεπε να σκοτώσω. Μα έπρεπε να σκοτώσω. Ξέρω, δεν είνα...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

Η ελληνική κουίρ λογοτεχνία ήταν πάντα εδώ

10 βιβλία + 1 διήγημα τα οποία διερευνούν την παρουσία του κουίρ στην ελληνική πεζογραφία.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Ανεξάρτητα από το πόσο απαγορευμένο θέμα αποτελούσε, από το πόσο θα σκανδάλιζε τους αναγνώστες, από το πόσοι εκδότες θα αρνούνταν να το...

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Τι κάνουμε με τους πρόσφυγες; 5+1 βιβλία για το ζήτημα των προσφύγων και της ένταξής τους στη χώρα μας

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Προσφύγων (20 Ιουνίου) επιλέγουμε έξι βιβλία που εξετάζουν το προσφυγικό ζήτημα με νηφάλιο και ουσιαστικό τρόπο.

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

«Αν κάνω ένα βήμα θα βρεθώ αλλού» λέει ένας ήρωας της ...

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Αδικημένη κουίρ λογοτεχνία: 8 βιβλία που δεν διαβάστηκαν όσο τους αξίζει

Υπάρχουν βιβλία που τυχαίνει να συμπίπτουν με πολυαναμενόμενες εκδόσεις, δεν μπαίνουν στο οπτικό πεδίο του κοινού ή πολλές φορές μένουν στη σκιά πολύ δημοφιλών τίτλων με παρόμοια θεματική. Το ίδιο συμβαίνει και με τα κουίρ βιβλία. Κάποια ακούγονται και διαβάζονται περισσότερο από άλλα. Σήμερα, λοιπόν, ημέρα εορτασμο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ