alt

Προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το βιβλίο της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη «Ο τόπος μέσα μας», που κυκλοφορεί στις 5 Ιουνίου από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

ΤΑ ΕΦΗΜΕΡΑ

«Μέχρι του Ρεωμύρου επιστεύετο, ότι τα έντομα ταύτα δεν συζεύγονται, μη έχοντα καιρόν προς τούτο, αλλ’ ο φυσιοδίφης ούτος απέδειξε, και έπειτα παρά των άλλων εβεβαιώθη, ότι ο έρως είναι απεναντίας η μόνη του βραχυτάτου βίου των ασχολία. Αφ’ ετέρου όμως δεν περισσεύει εις ταύτα καιρός προς φαγητόν, και δια τούτο ίσως εθεώρησε περιττόν η Θεία Πρόνοια να τα προικίση δια στόματος κατάλληλου προς κατάποσιν τροφής».
                                                                                                                                                      Εμμανουήλ Ροΐδης «Τα εφήμερα»
 

Ένας λαγός ξεμύτησε στην άκρη του δρόμου. Χάθηκε βιαστικά τρομαγμένος. Μια ζωή λαγός τρομαγμένος. Ειδικά μετά το γυμνάσιο, δειλός και ντροπαλός, κρυμμένος πίσω από τα βιβλία. Επαφή με τους γύρω ελαχιστότατη. 

Καθόμουν στο αυτοκίνητο δίπλα στον Βλαδίμηρο, τον συνάδελφο. Με κάλεσε στο χωριό για το Σαββατοκύριακο. Οδηγούσε σιωπηλός. Έλεγε μερικές κουβέντες και μετά σιωπή. Δεν είχε καιρό που τον είχε χωρίσει η γυναίκα του. Πονούσε. Αδιανόητο που τον άφησε. Θεϊκό πλάσμα. Παρέπεμπε στο αρχαιοελληνικό κάλλος. Αντανακλούσε ήρεμη δύναμη. Μια συνάδελφος τον αποκαλούσε Ολύμπιο. Με είχε γοητεύσει από την πρώτη στιγμή. Όμως, αν δε μου μιλούσε, δεν θα τολμούσα να τον πλησιάσω. Ομογενής από την Τιφλίδα. Επαναπατρίστηκαν οικογενειακώς το 1998. Εγκαταστάθηκαν στο Βαρικό, ένα χωριό κοντά στις Σέρρες. Ξανάχτισαν σπιτικό. Αυτός ρίζωσε κάπως. Διορίστηκε στην Εκπαίδευση. Παντρεύτηκε. Οι γονείς και τα αδέρφια βγήκαν πάλι στον δρόμο. Έφυγαν Κύπρο. Πρώτη φορά μόνος δίπλα στον Βλαδίμηρο. Μόνος δίπλα σε άντρα. Πρωτόγνωρη ευχαρίστηση παρά την ανησυχία. Απολάμβανα. Ο κάμπος σε οργασμό. Ο Βλαδίμηρος ανυποψίαστος. Ο ήλιος να λάμπει. Να μας κατακλύζει το πράσινο. Να με μεθά το άρωμα της ανθισμένης ακακίας. Το άρωμα του άντρα να μου τρυπά τα ρουθούνια πυροδοτώντας το φαντασιακό με εικόνες ανομολόγητες…

Στη γέφυρα του Στρυμόνα λίγο πριν από το χωριό, νέφος ασπριδερό σκέπασε την ατμόσφαιρα. Σαν πυκνό χνούδι από λεύκες. Δεν ήταν σωματίδια που απλά αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα. Ήταν πετούμενα, ζωντανά εν κινήσει. Εν φρενήρει κινήσει, βγάζοντας σχεδόν εκκωφαντικό βόμβο. 

Πετούσαν αλαφιασμένα με τα φτερά να ανεβοκατεβαίνουν με μεγάλη ένταση και συχνότητα, λες κι αν τα κουνούσαν λίγο πιο αργά, θα έπεφταν μονομιάς και δε θα ξαναπέταγαν με τίποτε. Λες και βιάζονταν να φτάσουν στον προορισμό τους. Μερικά καρφώνονταν σαν στούκας στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, λες και έκαναν επίθεση αψηφώντας το τέλος. Τηλεκατευθυνόμενα χωρίς τη δυνατότητα ελιγμού προκειμένου να αποφύγουν θανατηφόρα σύγκρουση.

«Τι γίνεται Άλκη;» ρώτησε ο Βλαδίμηρος ξαφνιασμένος. «Μάλλον πέσαμε πάνω σε σμήνος εφήμερων», είπα σαστισμένος. Καταπληκτικό, έμεινα έκθαμβος! Χιλιάδες, εκατομμύρια εφήμερα στροβιλίζονταν στις παρυφές του ποταμού, στις όχθες, πάνω από τα νερά. Κάτι σαν λιλιπούτεια πουλιά, σαν πεταλούδες και όμως όχι. Πετούσαν αλαφιασμένα με τα φτερά να ανεβοκατεβαίνουν με μεγάλη ένταση και συχνότητα, λες κι αν τα κουνούσαν λίγο πιο αργά, θα έπεφταν μονομιάς και δε θα ξαναπέταγαν με τίποτε. Λες και βιάζονταν να φτάσουν στον προορισμό τους. Μερικά καρφώνονταν σαν στούκας στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου, λες και έκαναν επίθεση αψηφώντας το τέλος. Τηλεκατευθυνόμενα χωρίς τη δυνατότητα ελιγμού προκειμένου να αποφύγουν θανατηφόρα σύγκρουση. Λες και η ορμή τους ήταν τόσο έντονη, που δεν είχαν χρόνο για προσανατολισμό. Το μόνο που τα ωθούσε ήταν μια ενστικτώδης ανάγκη για φτερούγισμα, για πέταγμα με όποιο τίμημα. Να πετάξουν, να βιώσουν με τη μέγιστη δυνατή ένταση το πέταγμα. Να προλάβουν. Αύριο θα ήταν μια άλλη μέρα! 

Σταματήσαμε. Κοιτάζαμε αποσβολωμένοι το σμήνος να πετά προς εμάς. Ζήτησα τότε από τον Βλαδίμηρο να πιάσει ένα που είχε σφηνωθεί στην άκρη του παρμπρίζ να το δούμε. Δεν ήταν όμορφο. Πετούμενο σκουλήκι. Ασπριδερό, κοντόχοντρο με διαφανή φτερά. Ίσως η διαφάνεια να οφειλόταν στο εφήμερο της ύπαρξης. Δεν είχε χρόνο να κρύψει τίποτε, δεν είχε χρόνο για καμουφλάζ, για προσωπεία. Όλα στην επιφάνεια. Όλα προσηλωμένα στο βίωμα, στη συγκίνηση της στιγμής, τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Με κυρίευσε αδιευκρίνιστη δυσφορία. Θέαμα σχεδόν αποκρουστικό. Παρακάλεσα τον Βλαδίμηρο που το κρατούσε να το πετάξει. Ήταν στα όρια του ανεκτού, στα όρια του αποτρόπαιου να το αντικρίζω. Η διαφάνεια, η απόλυτη έκθεση, η αφοσίωση και η προσήλωση αποκλειστικά στη συγκίνηση της στιγμής, στο βίωμα… Συγκλονιστικό. 

Το σμήνος χάθηκε. Συνεχίσαμε τον δρόμο. Το έντονο πέταγμα των εφήμερων με άφησε αποσβολωμένο. Ένιωθα συντριβή. Άρχισαν να στροβιλίζονται σκέψεις, πετάγματα εφήμερων. Κάποιες καρφώνονταν σαν στούκας και χάνονταν ‒νεκρά εφήμερα‒ στο παρμπρίζ. Σκέψεις γεννήματα παρόρμησης, πόθου κρυφού. Να έπεφτα και καλά στην αγκαλιά του Βλαδίμηρου αυτοστιγμεί. Εκεί μέσα στο σταματημένο αυτοκίνητο, στην καταπράσινη φύση, στο άρωμα της ανθισμένης ακακίας, στον βόμβο των εφήμερων, να λιώναμε μαζί. Σκέψεις τρελές, όπως καρφώνονταν στον νου, το ίδιο γρήγορα απωθούνταν και χάνονταν. Φόβος και ντροπή έπαιρναν το προβάδισμα. Κάποιες άλλες, όμως, παρέμεναν καρφωμένες διεκδικώντας επίμονα να φέρουν τα πάνω κάτω.

Τι γύρευα εδώ αλήθεια; Γιατί αυτοεξορίστηκα από την Αθήνα χωρίς καν να ριζώσω; Τι περίμενα; Πόσο ακόμη θα κρύβομαι από τον εαυτό επιτέλους; Πώς άφησα να περάσουν τόσα χρόνια χωρίς ίχνος εγγύτητας;

Έστρεψα τη σκέψη στη δουλειά, στους μαθητές, στα τσογλάνια που μας έβγαζαν την πίστη, όπως έλεγε αστειευόμενος ο Βλαδίμηρος. Από τη μια τα κορίτσια χαλούσαν τον κόσμο, γυναίκες ολοκληρωμένες. Παρά το έντονο μακιγιάζ, το προκλητικό ντύσιμο, πολλά αγορόφερναν. Ορισμένες κακέκτυπα αγοριών. Απόρροια ασύνειδου φθόνου του πέους; Κακώς εννοούμενη χειραφέτηση κι ισοτιμία; Τάσεις ανδρογυνισμού; Όλα μαζί ενδεχομένως; Κάτι άλλο; Από την άλλη τα αγόρια, μαντράχαλοι με τραχιά φωνή και εδραιωμένη ήβη, έσφυζαν από χυμούς. Ορμή, ένταση. Ήταν σε μεγάλη ανησυχία οι μαθητές. Κάποιες φορές άγγιζε τα όρια της απόγνωσης. Δεν τους έφτανε που δεν ήξεραν πώς να τα φέρουν βόλτα με τη γενετήσια ορμή στο κόκκινο, είχαν και την κατάντια των ημερών, το τέλμα στο σχολείο και γενικότερα. 

Εσύ, Αλκιβιάδη Εξαρχόπουλε, τι κάνεις για τους μαθητές; Τους ένιωσες ποτέ πραγματικά; Πας στο σχολείο για να παπαγαλίζεις πολύτιμες γνώσεις; Να τους θωπεύεις; Αλκιβιάδη Εξαρχόπουλε, εσύ τι κάνεις, άραγε, με τη γενετήσια ορμή σου; Πού την έχεις καταχωνιάσει επιτέλους; Σφήνες αμείλικτα ερωτήματα. 

altΦτάσαμε. Το κεφάλι βούιζε. Βιαζόμουν να μείνω μόνος. Να βάλω σε τάξη σκέψεις, συναισθήματα. Όλα κουβάρι. Γιατί με αναστάτωσαν τόσο τα εφήμερα; Ήταν, μήπως, η φυσική εγγύτητα με τον Βλαδίμηρο; Απόρροια δειλίας; Ερωτήματα καρφιά. Μπήκα επιτέλους στο δωμάτιο, έκλεισα την πόρτα, έπεσα στο κρεβάτι. Έβαλα το μαξιλάρι στο πρόσωπο να πνίξω τον γόο. Τόσα χρόνια ανέραστος, χωρίς χάδι. Η ζωή κυλά. Χάνεται κι εγώ, τι κάνω εγώ; Περιφέρομαι αόρατος. Πώς τα κατάφερα έτσι; Με κυρίευσε πανικός. Ας ήταν κάποιος να με βοηθήσει, κάποιος. Ανασηκώθηκα απότομα, κάθισα στην άκρη του κρεβατιού. Να συνέλθω, μην καταρρεύσω. Ο Βλαδίμηρος, αναφώνησα πνιχτά. Τινάχτηκα όρθιος. Δεν έπρεπε να καταλάβει. 

Ο Βλαδίμηρος, τι να κάνει κι αυτός; Ποιο είναι πιο οδυνηρό; Προτιμότερη η ατέρμονη μοναξιά από την εγκατάλειψη; Ποιο το νόημα της εγγύτητας, όταν καραδοκεί η απώλεια; Ένιωσα ένα δάγκωμα στο στήθος αλλά και κάτι όμορφο συνάμα. Αναδύθηκε η εικόνα του Αλέξανδρου. Βελούδινη και συγκλονιστική, φανερώθηκε αχνά η μορφή του από τα βάθη του χρόνου. Αποκάλυψη σάμπως. Με κατέκλυσαν ανάμικτα συναισθήματα, χείμαρρος σε ρέμα αποστεγνωμένο για αιώνες. Συντριβή και ανάσταση.

Ο Αλέξανδρος της νιότης και της αθωότητας. Συναντιόμασταν μετά το σχολείο, μιλούσαμε για μουσική, λογοτεχνία, για τις ανησυχίες μας. Αυτό. Ούτε αγγίγματα, ούτε κάποια ομολογία, τίποτα από αυτά. Μόνο όταν κοιταζόμασταν στα μάτια, ο κόσμος γύρω ηλεκτριζόταν θαρρείς. Ξεμοναχιαζόμασταν χωρίς να κατανοούμε γιατί. Όταν είχαμε ο ένας τον άλλον, λες και οι γύρω περίσσευαν. Μου αρκούσε που τον έβλεπα, που μιλούσαμε, που άκουγα τη φωνή, τα όνειρά του. 

Το Γυμνάσιο βούιξε για μας. Ήρθε και τον βρήκε ο πατέρας. Τον πλάκωσε στις γροθιές στο προαύλιο του σχολείου μπροστά στα παιδιά. Ούρλιαζε αποκαλώντας τον κωλόπαιδο. Δεν τον ξανάδα. Είπαν ότι σκοτώθηκε σε τροχαίο. Κάποιοι είπαν ότι σάλταρε πάνω σε αυτοκίνητο. Χάθηκε η χαρά για ζωή, η αθωότητα της νιότης. Πονούσα, ντρεπόμουν, μισούσα τον εαυτό, τον κόσμο όλο. Ίσως θα ήταν καλύτερα να χανόμουν κι εγώ. Με τα χρόνια άρχισα σιγά σιγά να συνέρχομαι, αλλά… λαγός στο λαγούμι.

Σκούπισα τη μύτη, το πρόσωπο. Άνοιξα το κινητό. Αναζήτησα στο διαδίκτυο για τα εφήμερα. Σκάλωσα στον Ροΐδη. Μπερδεύτηκα. Σιγά σιγά άρχισα να νιώθω και να κατανοώ κάπως. Διάβαζα και ξαναδιάβαζα απ’ τα «Εφήμερα»:  

«Σοφός τις φυσιοδίφης, ο Μαρέσιος (Desmarets), αν ενθυμούμαι καλώς, ωθούμενος υπό της περιεργείας, επεχείρησε και κατόρθωσε να χωρίσει τα άρρενα εφήμερα από των θηλέων, και τότε ο βίος αυτών παρετάθη από τεσσάρων εις εικοσιτέσσαρας ώρας, μετά τας οποίας τα θύματα ταύτα της επιστήμης απέθαναν παρθένα, εκ της λύπης πιθανώς και της πλήξεως, αντί ν’ αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός».

Επαναλάμβανα ξανά και ξανά φωνάζοντας δυνατά: «αντί ν’ αποθάνωσιν εξ υπερβολής έρωτος και ηδυπαθείας, ως ώρισεν αυτοίς ο πανάγαθος Θεός».

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

«Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής», Συλλογικό (κριτική) – Μυθοπλασίες για ένα μέλλον που είναι ήδη εδώ

Για τη συλλογική έκδοση «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» σε επιμέλεια του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη (εκδ. Διόπτρα). Έντεκα πεζογράφοι και ο ανθολόγος γράφουν διηγήματα στα οποία προσπαθούν να συλλάβουν τον νέο κόσμο που έρχεται μέσα από τη ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης. 

...
Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Γιώργης Χαριτάτος: «Προσπάθησα να κινηθώ σε μια ποικιλία χώρων και χρόνων, σε ένα αέναο παιχνίδι αναζήτησης της προσωπικής και συλλογικής ταυτότητας»

Ο Γιώργης Χαριτάτος μας συστήθηκε πρόσφατα με την ποιητική του συλλογή «Πρώτη ύλη» (εκδ. Βακχικόν).

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν; Ακόμη ένας ποιητής; Τι το καινούργιο φέρνει;

...
«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

«Καύση τελεία και παύλα» του Γιώργου Ζησιμόπουλου (κριτική) – Ποίηση που ξορκίζει τον θάνατο

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Ζησιμόπουλου «Καύση τελεία και παύλα» (εκδ. Νίκας). Εικόνα: Ο πίνακας του Χάινριχ Φούγκερ «Ο Προμηθέας φέρνει την φωτιά στην ανθρωπότητα».

Γράφει ο Γιώργος Βέης

«Ποια χέρια σφίγγουν το τιμόνι;/ Δεν είναι τ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

«Η μελωδία των αγαλμάτων» του Παναγιώτη Γούτα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Παναγιώτη Γούτα «Η μελωδία των αγαλμάτων», το οποίο θα κυκλοφορήσει στα μέσα του Απριλίου από τις εκδόσεις Βακχικόν. Φωτογραφία © Ανδρέας Σφυρίδης

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Νάσος Γρηγ...

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

«Είμαι αυτό που είμαι» της Φανής Κεχαγιά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση διηγήματος από τη συλλογή διηγημάτων της Φανής Κεχαγιά «Είμαι αυτό που είμαι», η οποία θα κυκλοφορήσει στις 17 Απριλίου από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΔΑ ...

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

«Νύχτες με την Κάλλη» του Γιώργου Συμπάρδη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Συμπάρδη, τη νουβέλα «Νύχτες με την Κάλλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 2 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΟ ΣΥΝΑΠΑΝΤΗΜΑ

Την αντιλήφθηκ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Αστυνομικά, θρίλερ, μυστήριο: 15 μυθιστορήματα, ελληνικά και μεταφρασμένα

Ανατροπές, σκοτεινοί ήρωες, μυστήριο και κοινωνικός σχολιασμός: δεκατέσσερα πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα ελληνικής και μεταφρασμένης λογοτεχνίας που τραβούν την προσοχή μας και μία συλλογή ημερολογίων μιας μεγάλης συγγραφέα του είδους. Εικόνα: Από την ταινία «Έγκλημα στα παρασκήνια» του Ντίνου Κατσουρίδη. ...

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Το ελληνικό Πάσχα στην ποίηση σήμερα: 66 + 1 ποιητές και ποιήτριες (Β' μέρος)

Μεγάλο αφιέρωμα στο Πάσχα και τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. 66+1 ποιήματα εν ζωή Ελλήνων ποιητών και Ελληνίδων ποιητριών, ανθολογούνται και παρουσιάζονται σε δύο μέρη. Εδώ, το β' μέρος με 33 ποιήματα. 

Επιμέλεια – συντονισμός αφιερώματος: Αλέξιος Μάινας

...
Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Ο Τόμας Μαν, κοινό κτήμα: Όλα τα βιβλία που διαβάζουμε επτά δεκαετίες μετά τον θάνατό του

Λίγα λόγια για τον Τόμας Μαν (1875-1955) και τις νέες εκδόσεις των έργων του με αφορμή την «απελευθέρωση» των συγγραφικών του δικαιωμάτων, μετά τη συμπλήρωση 70 ετών από τον θάνατό του, το 1955. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ