
Προδημοσίευση του επίμετρου από το νέο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Απρόσωπες εξομολογήσεις – Ένας κοινωνικός αποστάτης ως κοινωνιολόγος», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Παπαζήση.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Γιατί και για ποιον έγραψα και δημοσιεύω αυτό το βιβλίο;
Η προσπάθεια να παρουσιάσω τα χαρακτηριστικά που είναι αναγκαία, και μόνο αυτά, για την κοινωνιολογική κατανόηση και εξήγηση των «βιωμάτων» μου, να θέσω, δηλαδή, την υποκειμενική μου θέαση συγκεκριμένων πραγμάτων, και ό,τι πιο προσωπικό, μοναδικό και υπαρξιακό τη χαρακτηρίζει, υπό το πρίσμα της θέασης του κοινωνιοαναλυτή, και να συγκεντρώσω τις επιμέρους αντικειμενοποιήσεις που είχα διενεργήσει κατά τη διάρκεια των ερευνών μου, επιχειρώντας εδώ να τις εμβαθύνω και συστηματοποιήσω, έχει, κατ’ αρχάς, ως στόχο να αναδείξει και, ελπίζω, να καταδείξει, μέσα και μέσω και αυτής της χειρονομίας, την αναμφισβήτητη καθοριστική συμβολή της αναστοχαστικότητας. Μιας αναστοχαστικότητας όπως την άσκησε και τη θεματοποίησε συστηματικά ο Πιερ Μπουρντιέ, και όπως την άσκησε και στον ίδιο του τον εαυτό (ανάλυση από την οποία διανείστηκα πολλά), ως αντικειμενικοποίηση των κοινωνικών συνθηκών παραγωγής κάθε εργασίας αντικειμενικοποίησης, στον προσδιορισμό και τον έλεγχο των ορίων σκέψης του υποκειμένου της αντικειμενικοποίησης, των συνεπειών που μπορούν να έχουν στις επιστημονικές τοποθετήσεις, και, κατ’ επέκταση, στην ανάπτυξη και εξέλιξη μιας επιστήμης που συνίσταται στην οργάνωση της επιστροφής του απωθημένου, και στη δημόσια ανάδειξη αυτού που κανείς δεν θέλει να ξέρει. Με δυο λόγια, επιχείρησα την ιστορική ανασύσταση της σχέσης μεταξύ, αφενός, της δομής του διανοητικού και επιστημονικού χώρου με όλες τις παρεχόμενες δυνατότητες και μη δυνατότητές του, ενός χώρου ο οποίος έδρασε καταλυτικά για την εκδίπλωση των διαθέσεών μου, και σε συνάρτηση με τον οποίο όφειλα να προσδιοριστώ προκειμένου να συγκροτηθώ ως επιστημονικό υποκείμενο, και, αφετέρου, ενός ορισμένου τύπου διανοητικών διαθέσεων, ενριζωμένου σε μια πολύ καθορισμένη σχέση ως προς τον κοινωνικό κόσμο, ενός τύπου διαθέσεων ο οποίος αποτέλεσε το θεμέλιο της σχέσης μου με την κοινωνιολογία και με το πεδίο των κοινωνικών επιστημών και της διανόησης.
Το παρόν εγχείρημα εμφορείται, επιπλέον, από μια πρακτική στόχευση. Θα με έκανε πολύ ευτυχισμένο αν πετύχω κάποιοι από τους αναγνώστες αυτής της εργασίας να αναγνωρίσουν τις εμπειρίες τους, τις δυσκολίες τους, τα ερωτήματά τους, τα βάσανά τους στα δικά μου και να αντλήσουν από αυτή τη ρεαλιστική ταύτιση, που είναι εντελώς αντίθετη από μια ενθουσιώδη προβολή, τα μέσα για να κάνουν και να ζουν, έστω και ελάχιστα καλύτερα, αυτό που ζουν και αυτό που κάνουν, αλλά και, ίσως, τη δύναμη να μεταστρέψουν, έστω κατά τι, τις εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις τους σε γόνιμο και απαραίτητο υλικό σε κάθε προσπάθειά τους να πάψουν να είναι μόνο φορείς δομών, να γίνουν συν-δημιουργοί της ζωής τους. Έγραψα, πράγματι, επίσης, προκειμένου να δώσω εργαλεία κατανόησης, και, ελπίζω, προοπτικές μετα-στροφής και αντι-μετώπισης, σε όσα άτομα, όπως εγώ, ζουν την κοινωνική αποστασία, κυρίως σε όσα άτομα έχουν διανύσει μεγάλη κοινωνική απόσταση και βρίσκονται να διαχειρίζονται –«με μια αίσθηση μάλλον μιας αδιάκοπης περιδίνησης μέσα σε αυτή την αντίφαση», όπως έλεγε η Ανί Ερνό– συγκρούσεις που γεννά η μεγάλη ασυμβατότητα των κοινωνικών κόσμων που αυτή η απόσταση συνδέει. Υπό αυτή την έννοια, επιχείρησα να αντικειμενικοποιήσω τη γεωμετρική αυτή θέση από την οποία θα μπορούσε να κατανοήσει κανείς την αναγκαία κίνηση της πραγματοποίησης μιας ζωής και ενός έργου, να έχει μια εποπτική άπ-οψη για την αρχή της λογικής της δια-μόρφωσής μου, εκείνη, δηλαδή, που επιτρέπει να αναλύσει την αντικειμενική και υποκειμενική σχέση, η οποία μετουσιώθηκε σε νοητικές κατηγορίες και σωματικά σχήματα, που συνέδεσε μια τεράστια επένδυση στην κοινωνική σωτηρία μου μέσω του σχολείου, που είχα αποδεχθεί ως οικογενειακή μου αποστολή με την απόλυτη ένταξη και αποδοχή μου στο κοινωνικό γενέθλιο σύμπαν όπου οι άνθρωποί του ζούσαν και νομιμοποιούνταν στα ίδια τα μάτια τους και στα μάτια των άλλων από και μέσω της ρήξης με τον σχολικό κόσμο. Βέβαια, το γεγονός ότι βρίσκομαι εδώ ταυτοχρόνως ως υποκείμενο και ως αντικείμενο της ανάλυσης πολλαπλασιάζει μια δυσκολία, πολύ κοινή, της κοινωνιολογικής ανάλυσης, τον κίνδυνο οι «αντικειμενικές προθέσεις» που αποκαλύπτει η ανάλυση να εμφανιστούν, λανθασμένα, ως επί τούτου προθέσεις, ως προθεσιακές στρατηγικές, ως ρητά σχέδια.
Θα με έκανε πολύ ευτυχισμένο αν πετύχω κάποιοι από τους αναγνώστες αυτής της εργασίας να αναγνωρίσουν τις εμπειρίες τους, τις δυσκολίες τους, τα ερωτήματά τους, τα βάσανά τους στα δικά μου και να αντλήσουν από αυτή τη ρεαλιστική ταύτιση, που είναι εντελώς αντίθετη από μια ενθουσιώδη προβολή, τα μέσα για να κάνουν και να ζουν, έστω και ελάχιστα καλύτερα, αυτό που ζουν και αυτό που κάνουν, αλλά και, ίσως, τη δύναμη να μεταστρέψουν, έστω κατά τι, τις εσωτερικές αντιφάσεις και συγκρούσεις τους σε γόνιμο και απαραίτητο υλικό σε κάθε προσπάθειά τους να πάψουν να είναι μόνο φορείς δομών, να γίνουν συν-δημιουργοί της ζωής τους.
Η στόχευση αυτή συνδέεται και με ένα ευρύτερο εγχείρημα του οποίου η υλοποίηση είναι σε εξέλιξη και η παρούσα έκδοση, υπό μορφή πρώτου τόμου, αποτελεί την πρώτη δημόσια έκθεσή του, αυτό της συμβολής στην ανάπτυξη της κλινικής κοινωνιολογίας. Έχοντας αποδεχτεί από πολύ νωρίς την εκτυφλωτική για μένα κλινική λειτουργία της κοινωνιολογίας ως μία από τις βασικές αιτίες της απόλυτης αφοσίωσής μου στις έρευνές μου (ήμουν για κοινωνικούς λόγους προδιατεθειμένος να διαβάσω με κοινωνιολογικό φακό και να αποδεχτώ την έμμεση προτροπή του Φρόιντ «να με απασχολεί το μεμονωμένο γεγονός και από αυτό περιμένω να προκύψει το καθολικό»), οδηγήθηκα σταδιακά στην πεποίθηση της αναγκαιότητας να εργαστώ στην προοπτική μιας αυστηρής ανάλυσης των κοινωνιο-ψυχολογικών διαδικασιών. Οι συνθήκες σήμερα μου επιτρέπουν να προσπαθήσω να εργασθώ πιο συστηματικά πάνω στο πώς η δυνατή επιστημονική θεμελίωση της δυναμικής και των επιπτώσεων των κοινωνικών δομών πάνω στις ατομικές πρακτικές, ορίζοντας τη νοηματοδότησή τους, μπορεί να συμβάλει στην πληρέστερη κατανόηση των ψυχολογικών συγκρούσεων και στην ανάπτυξη θεραπευτικών πρακτικών.
Οι στοχεύσεις αυτές μπορούν να διαβαστούν και ως ευκαιρία να δημοσιοποιήσω και να αντικειμενικοποιήσω πληρέστερα την τεράστια ευγνωμοσύνη στον Πιερ Μπουρντιέ, που είναι η αρχή της πραγμάτωσης των όρων δυνατότητάς τους. Πατέρας της «δεύτερης γέννησής» μου, την οποία προκάλεσε, στήριξε, χάρηκε, ο Πιερ Μπουρντιέ μού προσέφερε, πάντα παράλληλα, μέχρι που «έφυγε», ακόμα και όταν αποφάσισα προς μεγάλη του λύπη και ανησυχία –μοναδική φορά που δεν υιοθέτησα τις τρυφερά φροντιστικές συμβουλές του– να επιστρέψω στην Ελλάδα, γενναιόδωρα την ιδιότητα του στενού συντρόφου, με την έννοια των αρχαίων επαγγελμάτων, γεγονός που μου επέτρεψε να κάνω το νοικοκυριό του εαυτού μου, να καταστήσω τη ζωή μου βιώσιμη και ανεκτή από μένα τον ίδιο, και να θέσω αυτή τη δυνατότητα στην υπηρεσία της ίδιας της επιστημονικής μου πρακτικής.
Οφείλω, τέλος, να σημειώσω ότι, παρόλο που ένιωθα πως ελέγχω επιστημολογικά ικανοποιητικά τη σχέση μου με το αντικείμενο, όταν σκέφτηκα να καταπιαστώ να το συντάξω και να το εκδώσω, δεν μου ήταν το ίδιο εύκολο να διαχειριστώ μια νόμιμη ντροπή που με διακατείχε. Όσο και αν συνειδητοποιούσα πως η μεταστροφή που είχα αποφασίσει να καταστήσω δημόσια, όσο πιο ειλικρινά γινόταν και με τη μεγαλύτερη δυνατή εντιμότητα, έβρισκε κάποιους κατάλληλους όρους υποδοχής της, καθώς το πολιτισμικό συγκείμενο και στη χώρα μας είχε διαμορφώσει, εξαιτίας, έστω λίγων, πρόσφατων σχετικών εκδόσεων, καλλιτεχνικών έργων και κοινωνικών δράσεων, ένα σχετικά κατάλληλο περιβάλλον και μια αντίστοιχη συλλογική ευαισθησία, γεγονός που δεν καθιστούσε την πρωτοβουλία μου πρωτόγνωρη, δυσκολευόμουν να διαχειριστώ την ανησυχία μου πως το εγχείρημά μου παρέμενε ριψοκίνδυνο και διακινδυνευμένο. Ωστόσο, η αφοσίωσή μου στη διεκδίκηση του νόμιμου δικαιώματός μου, επιστημονικού, κοινωνικού και προσωπικού, να πραγματώσω τις στοχεύσεις που ανέφερα παραπάνω έκαμψε τις όποιες εσωτερικές μου ενστάσεις.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Πώς η ζωή μας διαμορφώνεται από τις κοινωνικές δομές και μέσα σε αυτές; Με ένα τολμηρό και βαθιά προσωπικό βιβλίο, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στρέφει αυτήν τη φορά το κοινωνιολογικό αναλυτικό του βλέμμα όχι στους άλλους αλλά στο πιο απαιτητικό αντικείμενο: τον ίδιο του τον εαυτό. Χρησιμοποιώντας την κοινωνιοανάλυση, εξετάζει τη ζωή του ως ένα δυναμικό χώρο όπου ατομικές εμπειρίες, κοινωνικές δομές και ιστορικές συνθήκες διαπλέκονται αδιάκοπα.
Ένα βιβλίο που συνδέει το ατομικό με το συλλογικό, το βιωματικό με το θεωρητικό, το προσωπικό με το κοινωνικό, τη ζωή με τη γνώση.
Από τα πρώτα του βιώματα και την κοινωνικοποίησή του, μέχρι την ακαδημαϊκή του πορεία, τις συγκρούσεις, τις κρίσεις και τις εσωτερικές διαδρομές που τον διαμόρφωσαν, από τις προσφυγικές και τις εργατικές φτωχογειτονιές μέχρι το Παρίσι του Πιερ Μπουρντιέ και την ακαδημαϊκή ζωή, ο συγγραφέας καταδεικνύει ότι ο εαυτός δεν είναι ποτέ αμιγώς προσωπικός. Με ειλικρίνεια και αναστοχαστικότητα, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος απευθύνεται σε όσους ενδιαφέρονται για την κοινωνιολογία, την (αυτό)-κοινωνιο-ανάλυση, για το πώς οι προσωπικές μας ιστορίες είναι πάντοτε πιο κοινωνικές απ’ όσο νομίζουμε.
Μια θεωρητικά οπλισμένη εξομολόγηση. Μια προσωπική αφήγηση με κοινωνιολογικό βλέμμα. Ένα βιβλίο που συνδέει το ατομικό με το συλλογικό, το βιωματικό με το θεωρητικό, το προσωπικό με το κοινωνικό, τη ζωή με τη γνώση.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος είναι καθηγητής κοινωνιολογίας του τμήματος Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονικός συνεργάτης ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων της Ελλάδας και του εξωτερικού, αντιπρόεδρος του Ιδρύματος Bourdieu (Ελβετία), μέλος συντακτικών επιτροπών διεθνών επιστημονικών περιοδικών και επιθεωρήσεων, έχει τιμηθεί με το παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και διευθυντής της τρίγλωσσης επιθεώρησης κοινωνικών ερευνών «Κοινωνικές Επιστήμες».





















