
Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ελισάβετ Φωτιάδου «Τρώγοντας την ανορεξία μου», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 18 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Key Books.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ
Θυμάμαι το βράδυ πριν από τη νοσηλεία μου. Πέντε μέρες πριν από τα Χριστούγεννα. Θυμάμαι τη ζήλια που ένιωθα για τον κόσμο που έβγαινε έξω, γελούσε, ψώνιζε και έφτιαχνε γιορτινά φαγητά και γλυκά με τις οικογένειές του. Το κλίμα που επικρατούσε έξω από το σπίτι μου ήταν χαρμόσυνο. Το κρύο ήταν αφόρητο, μα η αγάπη του κόσμου το έκανε να μοιάζει ανύπαρκτο. Δεν τους ένοιαζε η παγωνιά, πράγμα το οποίο στη δική μου περίπτωση δεν ίσχυε, καθώς έπασχα από υποθερμία. 34 βαθμοί Κελσίου στην καλύτερη. Θυμάμαι να βγαίνω έξω με τους γονείς μου και να προσποιούμαι πως δεν αισθάνομαι καλά, μόνο και μόνο για να γυρίσουμε πίσω. Έβρισκα δικαιολογίες. Έλεγα ψέματα. Η σκληρή αλήθεια ήταν πως δεν άντεχα την αίσθηση του ρίγους που έφτανε μέχρι τα κόκαλά μου. Εξαιτίας της αδυναμίας, ένιωθα ότι θα λιποθυμήσω από στιγμή σε στιγμή. Επιπλέον, το γεγονός ότι έπρεπε να φοράω δύο φανελάκια, δύο πουλόβερ, δύο κολάν, μια φόρμα, κασκόλ, σκουφί, γάντια και μαζί με όλα αυτά ένα τεράστιο ροζ μάλλινο μπουφάν με έκανε να αισθάνομαι γελοία.
Θυμάμαι να κλαίω με λυγμούς όχι επειδή ήξερα τι θα συνέβαινε, αλλά επειδή η ζωή μου είχε φτάσει να είναι ένα εικοσιτετράωρο γυμναστήριο, με ασκήσεις όλων των ειδών. Δεν σταματούσε ποτέ. Πολλές φορές πεταγόμουν στον ύπνο μου, ακούγοντας μια φωνή να μου ψιθυρίζει: «Δεν έκανες αρκετή γυμναστική σήμερα. Σήκω. Τώρα».
Σήμερα, μου φαίνεται αδιανόητο το γεγονός ότι είχα ενέργεια να τρέχω, να κάνω αερόβια γυμναστική επί τρεις ώρες κάθε μέρα, να περπατάω δέκα χιλιόμετρα, και όλα αυτά με άδειο στομάχι δύο ημερών. Κι όμως, θεωρούσα πως έπρεπε να χάσω και άλλο βάρος, ακόμη κι όταν βρισκόμουν ένα βήμα πριν τον θάνατο –στα 30 κιλά– και στην καλύτερη περίπτωση έτρωγα ένα μήλο ή ένα παντζάρι όλη μέρα. Κυρίως παντζάρι, γιατί το μήλο περιέχει υδατάνθρακες… Ενώ κάθε φορά που έτρωγα έστω και είκοσι από τα εκατόν είκοσι γραμμάρια υδατάνθρακες που χρειάζεται ο μέσος έφηβος για να λειτουργήσει σωστά ο οργανισμός του –πόσο μάλλον ο δικός μου–, έκανα εμετό. Πλέον, καταλαβαίνω πως αυτό το βάρος δεν ήταν απλώς χαμηλό. Ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Η απώλεια λίπους και μυϊκής μάζας, η έλλειψη ηλεκτρολυτών, η ατροφία του καρδιακού μυός, όλα αυτά οδηγούν πολύ γρήγορα σε θανατηφόρες καταστάσεις. Η καρδιά απλώς δεν αντέχει. Στην ουσία, η ανορεξία δεν με άφηνε να καταλάβω ότι πέθαινα. Δεν με άφηνε να νοιαστώ.
Δεν ένιωθα. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Δεν διέκρινα τον θρήνο και την απέχθεια στα μάτια των άλλων. Πραγματικά, δεν είχα την εσωτερική διαύγεια να αντιληφθώ πού οδηγούμουν. Ήμουν τόσο κοντά στον θάνατο, που η ζωή μού φαινόταν αδιάφορη. Λειτουργούσα στον αυτόματο πιλότο, επαναλαμβάνοντας τα ίδια πράγματα κάθε μέρα: Ξύπνα. Ζυγίσου. Κλάψε, επειδή νομίζεις πως είσαι χοντρή. Κλάψε, επειδή πιστεύεις ότι δεν είσαι τίποτα παραπάνω από μια κινούμενη ασθένεια γεμάτη μιζέρια. Κλάψε, γιατί η φωνή της ανορεξίας έχει σωπάσει τη δική σου, κάνοντάς σου μπούλινγκ καθημερινά. Κλάψε, κλάψε, κλάψε. Η φωνή αυτή, όπως έμαθα αργότερα, έχει όνομα. Οι ειδικοί την ονομάζουν εσωτερικό επικριτή ή Anorexic Voice. Δεν είσαι η μόνη που την ακούει. Είναι μια ολόκληρη περσόνα μέσα στο κεφάλι σου, που σε πείθει ότι αξίζεις μόνο αν εξαφανιστείς. Κι ύστερα, ετοιμάσου να πας σχολείο αντικαθιστώντας τον ψυχολογικό πόνο με σωματικό, μουδιάζοντας έτσι το αίσθημα της απέχθειας προς τον εαυτό σου. Γι’ αυτό έκανα τόση γυμναστική. Γιατί αν καθόμουν μόνη με τις σκέψεις μου, θα έβγαινα εκτός εαυτού. Με λίγα λόγια, πάλι θα έκλαιγα.
Δεν ένιωθα. Δεν είχα συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Δεν διέκρινα τον θρήνο και την απέχθεια στα μάτια των άλλων. Πραγματικά, δεν είχα την εσωτερική διαύγεια να αντιληφθώ πού οδηγούμουν. Ήμουν τόσο κοντά στον θάνατο, που η ζωή μού φαινόταν αδιάφορη.
Είχα καταλήξει να προχωράω χεράκι χεράκι με τον χάρο. Ήξερα ότι θα πεθάνω από την αρρυθμία ή τον έντονο και γρήγορο χτύπο της καρδιάς μου. Μόνο που ο χάρος με έκανε να εθελοτυφλώ καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της παρανοϊκής καθημερινότητας. Μου φαινόταν φυσιολογικό να ταλαιπωρώ το σώμα μου με τόσες ώρες γυμναστικής καθημερινά. Πίστευα ότι όσο περισσότερη γυμναστική έκανα, τόσο πιο υγιής θα ήμουν. Ότι όσο λιγότερο έτρωγα, τόσο περισσότερο θα ζούσα λόγω της κετόνης –λειτουργία που επιβάλλει ο οργανισμός στο σώμα σε περίπτωση ασιτίας–, και πως όσο συχνότερα απέβαλλα την τροφή κάνοντας εμετό, τόσο πιο πειθαρχημένη θα ήμουν. Είχα χάσει τα πάντα. Φίλους. Βόλτες. Ξεγνοιασιά. Μα πάνω από όλα είχα χάσει τον εαυτό μου.
Εκείνο το βράδυ, στο σημείο μηδέν, στράφηκα στον Ιησού Χριστό. Ήταν λίγο πριν πέσω για ύπνο και για κάποιο λόγο ένιωθα πως δεν θα ξυπνήσω ζωντανή το επόμενο πρωί. Γι’ αυτό προσευχήθηκα, λέγοντάς Του:
«Δεν αντέχω άλλο. Παραδίνομαι σ’ εσένα. Κάνε με να ξαναζήσω όπως ένας φυσιολογικός άνθρωπος, έστω και για μια μέρα. Σε παρακαλώ. Πάρε μακριά όλες τις τοξικές και βλαβερές μου σκέψεις και αντικατέστησέ τες με αγάπη, αποδοχή και αίσθηση του χιούμορ, ώστε να μπορώ να γελάω».
Θυμάμαι χαρακτηριστικά να αναφέρομαι στο γέλιο, καθώς από την ημέρα που διαγνώστηκα με νευρική ανορεξία μέχρι και την ημέρα που βήμα βήμα άρχισα να την ξεπερνάω, δεν γέλασα ούτε μία φορά. Το μόνο που σκεφτόμουν ολημερίς ήταν το φαγητό: Αν θα φάω, τι θα φάω, πόσο θα φάω και πώς θα κοροϊδέψω τους γονείς μου, ώστε να πιστέψουν ότι έφαγα. Είναι ένα από τα λιγότερο ειπωμένα αλλά τόσο χαρακτηριστικά σημάδια: η απουσία απόλαυσης. Ο εγκέφαλος σε κατάσταση πείνας αποσύρει ορμόνες ευχαρίστησης – σε αποσυνδέει από ό,τι δεν αφορά την επιβίωση. Όπου η επιβίωση στη νευρική ανορεξία σημαίνει να μην τρως.
Ήταν αμέτρητες οι φορές που καθυστερούσα την ώρα του φαγητού μου έως αργά το μεσημέρι – μέχρι ο μπαμπάς να πέσει για ύπνο και η μαμά να φύγει για τη δουλειά. Ο λόγος ήταν προφανής. Δεν με έβλεπε κανείς. Πετούσα λοιπόν το φαΐ στην τουαλέτα, πατώντας γρήγορα το καζανάκι. Τις περισσότερες φορές βέβαια το καταλάβαιναν, επειδή, παρά τις φιλόδοξες προσπάθειές μου να καθαρίσω το μπάνιο από τη μυρωδιά, αποτύγχανα. Τότε με προειδοποιούσαν πως, εάν δεν σταματούσα να πετάω το φαγητό μου, θα με πήγαιναν στο νοσοκομείο. Ποτέ όμως δεν τους πίστεψα. Πάντα πίστευα ότι δεν ήμουν «αρκετά άρρωστη» για να νοσηλευτώ. Ότι έπρεπε να χάσω και άλλα κιλά για να θεωρούμαι ανορεκτική.
Κατά τη διάρκεια εκείνης της νύχτας, ενώ κοιμόμουν στο πάνω κρεβάτι της κουκέτας που μοιραζόμουν με τη δεκάχρονη αδερφή μου, ξύπνησα νιώθοντας μια βαριά αδιαθεσία.
Ο καθρέφτης που αντίκριζα στα μάτια των δικών μου ανθρώπων θα επιβεβαίωνε αργότερα πόσο χλωμή ήμουν εκείνες τις στιγμές. Με δυσκολία κατέβηκα από το κρεβάτι και πήγα στο δωμάτιο των γονιών μου, για να τους πω ότι δεν αισθανόμουν καθόλου καλά. Η ανησυχία ζωγραφίστηκε αμέσως στα πρόσωπά τους· χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισαν να με μεταφέρουν στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, το οποίο εφημέρευε εκείνο το ξημέρωμα.
Ύστερα από αυτό το επεισόδιο, κάλεσαν τον ψυχίατρο στην ψυχιατρική κλινική και τον ενημέρωσαν ότι τελικά θα τον επισκεπτόμασταν. Είχαν το τηλέφωνό του από μια ψυχολόγο που με παρακολουθούσε στο παρελθόν – είχε δώσει τα στοιχεία του στους δικούς μου σε περίπτωση ανάγκης.
Λίγα λεπτά αργότερα, οι γονείς μου, χωρίς να χάσουν χρόνο, με πήραν οι ίδιοι και με πήγαν στο νοσοκομείο.
Όταν φτάσαμε εκεί, μου έκαναν αμέσως εισαγωγή στα επείγοντα, ώστε να μπορέσουν οι γιατροί να εκτιμήσουν την κατάσταση της υγείας μου.
Μόλις ενημέρωσαν τους γονείς μου πως έπρεπε επειγόντως να παραμείνω στο νοσοκομείο, έπαθα κρίση πανικού. Έκλαιγα, φώναζα, χτυπιόμουν, ενώ ταυτόχρονα άκουγα τις φωνές των γιατρών να μου λένε να περάσω στην πτέρυγα όπου θα νοσηλευόμουν. Εκείνη της ψυχιατρικής κλινικής. Ένιωσα τους γονείς μου να με αγκαλιάζουν σφιχτά, και στη συνέχεια οι γιατροί με πήραν από το χέρι και με οδήγησαν στην πόρτα της κλινικής. Ήταν σαν να ζούσα έναν ζωντανό εφιάλτη.
Όπως έμαθα αργότερα, οι γιατροί είχαν πει στους γονείς μου πως έπρεπε επειγόντως να νοσηλευτώ – τουλάχιστον μέχρι να έβαζα κάποια κιλά και να τους διαβεβαίωνα πως έτρωγα κανονικά.
Με πλημμύρισαν συναισθήματα δυσάρεστα.
Έξω είχε μεγάλη κακοκαιρία· έβρεχε καταρρακτωδώς.
Από το παράθυρο διέκρινα τη λάμψη μιας αστραπής που συνοδεύτηκε από τον ήχο μιας βροντής. Δεν ήθελα να συνειδητοποιήσω ότι βρισκόμουν σε νοσοκομείο. Πίστευα πως ήταν όλο ένα ψέμα.
Οι γιατροί, για να διαπιστώσουν πως θα ζήσω, έστω και για λίγες μέρες ακόμα, μου έκαναν μια σειρά από αιματολογικές εξετάσεις.
Μέσα στην ψυχιατρική κλινική επικρατούσε έντονη κινητικότητα, με γιατρούς και νοσηλευτές να πηγαινοέρχονται ασταμάτητα.
Άνθρωποι με λευκές ρόμπες με περιτριγύριζαν. Γιατροί, νοσοκόμες, νοσηλευτές. Ο ένας έφερνε φάρμακα, ο άλλος τις βελόνες και ένας τρίτος μού μετρούσε την πίεση. Ήμουν ταραγμένη. Αισθανόμουν δυσφορία. Φοβόμουν. Άρχισα να φωνάζω με όση δύναμη μου είχε απομείνει – που δεν ήταν και πολλή. Περισσότερο σαν κλαψούρισμα ακουγόταν παρά σαν φωνή. Από την εξάντληση το στομάχι μου είχε γίνει κόμπος, ένιωθα αναγούλα, ενώ το κλάμα είχε ρουφήξει και την τελευταία ικμάδα δύναμής μου. Έβλεπα μπροστά στα μάτια μου κάτι μικροσκοπικές κουκκίδες να σκουραίνουν και να φωτίζονται. Αστεράκια, σκέφτηκα, όπως αυτά που βλέπουν τα καρτούν όταν χτυπιούνται.
Δεν πέρασε πολλή ώρα, σχεδόν αμέσως μετά τις πρώτες βοήθειες που μου πρόσφεραν, και έφτασε το πρώτο μου γεύμα.
«Τι είναι όλο αυτό;» κατόρθωσα να ψελλίσω.
«Αυτό είναι το μεσημεριανό σου. Όσο πιο γρήγορα τρως, τόσο πιο γρήγορα θα φύγεις από δω» απάντησε η νοσηλεύτρια που βρισκόταν στον χώρο.
Πάντοτε το φαγητό σερβιριζόταν από εκείνες. Οι εξαιρέσεις ήταν ελάχιστες. Θυμάμαι χαρακτηριστικά το αγγελικό όνομά της. Κλέα. Ήταν η πιο ευγενική, η πιο χαρούμενη και η πιο στοργική νοσηλεύτρια. Εκείνη μου μίλησε πρώτη φορά για τη θεραπεία αποκατάστασης βάρους, για το μεταβολικό σοκ που υφίσταται το σώμα όταν αρχίζει να δέχεται ξανά θρεπτικά συστατικά. Μου εξήγησε ότι το σώμα χρειάζεται πρώτα να νιώσει ασφάλεια για να αρχίσει να χτίζει ξανά. Πάντοτε κρατούσε το χέρι μου στις πιο βάναυσες στιγμές μέσα στην κλινική. Πράγμα που οι υπόλοιποι νοσηλευτές, εκ των οποίων δεν συμπάθησα κανέναν, δεν έκαναν ποτέ. Διαρκώς φώναζαν λέγοντάς μου ότι είμαι υπερβολική με τα συναισθήματά μου, τόνιζαν τα σφάλματα και τις αδυναμίες μου, ενώ παράλληλα έλεγαν πως δεν θα καταφέρω να πάρω εξιτήριο ποτέ, επειδή δεν έτρωγα την ποσότητα που μου πρόσφεραν.
Όποτε έλειπε η Κλέα, ένιωθα τεράστια μοναξιά και θλίψη, αφού δεν μπορούσα να έχω άμεση επικοινωνία με τους γονείς μου – μου είχε απαγορευτεί, επειδή, όποτε τους έβλεπα, πάθαινα κρίσεις πανικού. Φώναζα, έκλαιγα, σερνόμουν στο πάτωμα παρακαλώντας να αγκαλιάσω έστω και για ένα λεπτό τους δικούς μου, μέχρι που λιποθυμούσα. Καθώς ό,τι δεν βγαίνει από το στόμα, βγαίνει στο σώμα. Δεν μπορούσα να εκφράσω πόσο πολύ ποθούσα να δω τους δικούς μου, γιατί έπειτα από κάθε τέτοιο επεισόδιο έπρεπε να υποστώ την τιμωρία του «δωματίου», που σήμαινε ότι θα παρέμενα μόνη σε ένα δωμάτιο για αρκετές ώρες. Έτσι, κρατούσα μέσα μου οποιοδήποτε παράπονο είχα, με αποτέλεσμα αυτή η εξάντληση να με οδηγεί στη λιποθυμία.
Ήταν υπερβολικά δύσκολο ύστερα από τόσα χρόνια στέρησης να φάω έστω και ένα μήλο, πόσο μάλλον ένα ισορροπημένο γεύμα. Η Κλέα καθόταν δίπλα μου σε κάθε μου προσπάθεια να καταπιώ, διότι το θέμα δεν ήταν να βάλω την μπουκιά στο στόμα. Το θέμα ήταν πως κάθε φορά που το επιχειρούσα, το άγχος με κατέκλυζε και την έφτυνα.
Όταν όμως η Κλέα ήταν εκεί, τα πράγματα άλλαζαν. Σχεδόν πάντα έτρωγα όλο μου το φαγητό, καθώς μου έμαθε πώς να διαχειρίζομαι την ανορεξία μου. Με τον γλυκό και συμπονετικό της τρόπο, μου υπενθύμιζε πως έπρεπε να θυσιάσω τη διατροφική διαταραχή, ώστε να μπορέσω να ξαναδώ τους αγαπημένους μου. Έλεγε διαρκώς πως στη ζωή αφήνεις κάτι για να έρθει το καλύτερο. Παρέα παίζαμε επιτραπέζια, ζωγραφίζαμε, φτιάχναμε κατασκευές από πηλό και λέγαμε ανέκδοτα. Ένιωθα σαν να ήταν η μεγάλη μου αδερφή. Γι’ αυτό και όταν την είδα για πρώτη φορά να μου φέρνει το πρώτο πιάτο, δεν μου κακοφάνηκε τόσο η ιδέα της κατανάλωσης τροφής. Ήταν υπερβολικά δύσκολο ύστερα από τόσα χρόνια στέρησης να φάω έστω και ένα μήλο, πόσο μάλλον ένα ισορροπημένο γεύμα. Η Κλέα καθόταν δίπλα μου σε κάθε μου προσπάθεια να καταπιώ, διότι το θέμα δεν ήταν να βάλω την μπουκιά στο στόμα. Το θέμα ήταν πως κάθε φορά που το επιχειρούσα, το άγχος με κατέκλυζε και την έφτυνα. Ήμουν τρομοκρατημένη. Ένιωθα το σώμα μου να τρέμει από φόβο, ενώ ανέλυα στο μυαλό μου μία προς μία όλες τις θερμίδες που θα έπρεπε να καταναλώσω, όσο θα βρισκόμουν στο νοσοκομείο.
Είχε περάσει μια ώρα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που κατάπια την πρώτη μου μπουκιά. Ένιωσα ολυμπιονίκης. Ήταν πραγματικά ένας άθλος για μένα. Ξαφνικά ένιωσα πως είχα το κουράγιο να φάω και μια δεύτερη, και πριν το καταλάβω είχα τελειώσει όλο το κρέας που βρισκόταν στο πιάτο μου. Δεν μπόρεσα να φάω το ρύζι, καθώς ήταν από τα «δαιμονοποιημένα τρόφιμα», που σημαίνει πως δεν το έτρωγα ποτέ, υπό κανέναν όρο και καμία συνθήκη. Παρά το γεγονός αυτό, η Κλέα με αγκάλιασε και μου έδωσε συγχαρητήρια. Μου είπε πόσο περήφανή ήταν για μένα και πως, αν συνέχιζα έτσι, θα έβγαινα πολύ πιο γρήγορα απ’ ό,τι τα άλλα κορίτσια.
Ομολογώ, με το χέρι στην καρδιά, πως χωρίς εκείνη θα μου ήταν υπερβολικά δύσκολο να ξεκινήσω να τρώω. Έτσι, εκείνο το βράδυ έπεσα για ύπνο με ελαφρώς πιο καθησυχασμένο νου. Όμως, παρ’ όλα αυτά με πονούσε πολύ το γεγονός ότι έπρεπε να αφήσω αυτή την εκδοχή του εαυτού μου πίσω, στο παρελθόν. Είχα πια γίνει ένα με αυτή, που είχα ξεχάσει ποια πραγματικά είμαι. Ποια είναι τα χόμπι μου; Ποιο είναι το αγαπημένο μου φαγητό; Η αγαπημένη μου σειρά στην τηλεόραση; Πώς πίνω τον καφέ; Μέτριο; Με γάλα ή χωρίς;
Όλες αυτές οι σκέψεις με οδήγησαν σε μια ξεκάθαρη συνειδητοποίηση: ο πόνος της αλλαγής ήταν η μοναδική επιλογή, αλλά και η πιο κατάλληλη για μένα εκείνη την περίοδο. Είχα πλέον συνειδητοποιήσει πως η ψυχική δυσφορία θα ήταν τεράστια βραχυπρόθεσμα, αλλά η χαρά και η ελευθερία που θα αισθανόμουν μακροπρόθεσμα, σε όλους τους τομείς της ζωής μου μετά το νοσοκομείο –φαγητό, οικογένεια, φιλίες–, ήταν κάτι ασύγκριτα προτιμότερο από το να παλεύω συνεχώς με τον εαυτό μου.
Κάθε πρωί λοιπόν έβαζα στόχο να τρώω δύο μπουκιές παραπάνω από ό,τι εχθές. Και θα είμαι ειλικρινής: Δεν ήταν καθόλου εύκολο. Πολλές ήταν οι φορές που απογοήτευσα τους νοσηλευτές, τρώγοντας μόνο το ένα δέκατο της ποσότητας που απαιτούνταν. Υπήρξαν φορές που έτρωγα με δάκρυα στα μάτια. Γνώριζα όμως πως, αν δεν έτρωγα εγώ την ανορεξία μου, θα με έτρωγε εκείνη. Με λίγα λόγια, θα με σκότωνε.
Μετά την πρώτη εβδομάδα, λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα, οι νοσοκόμες με ζύγισαν και είχα βάλει μισό κιλό. Άρχισα να κλαίω. Δεν ήξερα αν έκλαιγα από χαρά ή από στεναχώρια. Έτσι, κάθε φορά που έμπαινε ένα κιλό, και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, θυμόμουν όλα εκείνα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ· που έτρεμε το χέρι μου· που αναρωτιόμουν εάν θα τα καταφέρω. Θυμόμουν που χτυπούσα τα παράθυρα του νοσοκομείου, παρακαλώντας τους νοσηλευτές να αφήσουν τη μητέρα μου να με αγκαλιάσει, να δω το βλέμμα της, να πλημμυρίσει η καρδιά μου από την αγάπη της. Δεν άντεχα άλλο μακριά της, την είχα λαχταρήσει. Αυτή η αγάπη δεν αντισταθμίζεται με καμιά εξωτερική αποδοχή. Και δυστυχώς, όλοι οι άνθρωποι που ταλαιπωρούνται από διατροφικές διαταραχές αυτό επιζητούν. Δεν καταλαβαίνουν όμως πως η ομορφιά δεν βρίσκεται στην αντανάκλαση ενός καθρέφτη, αλλά στον αντίκτυπο που έχεις στις ζωές των αγαπημένων σου ανθρώπων.
Οι ψυχίατροι που με παρακολουθούσαν, έπειτα από πολλές συνεδρίες για να επιβεβαιώσουν πως δεν θα είχα λιποθυμικά επεισόδια, ενημέρωσαν το προσωπικό πως, επιτέλους, από δω και στο εξής θα μπορούσα να επικοινωνώ με τους γονείς μου τηλεφωνικά.
Ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος. Το γεγονός πως θα άκουγα ξανά τις φωνές των συγγενών μου με άφησε άφωνη. Πράγματι, λίγη ώρα μετά το απογευματινό μου γεύμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Το κεφάλι μου τότε στράφηκε αμέσως προς αυτό, περιμένοντας να ακούσει: «Έλις, η μαμά στο τηλέφωνο». Μα επέστρεψε στη θέση του, όταν φώναξαν το όνομα ενός κοριτσιού που έμενε στο διπλανό δωμάτιο. Δεν τη γνώριζα καλά. Η αλήθεια είναι πως τα παιδιά μεταξύ μας δεν λέγαμε και πολλά. Βρισκόμασταν κυρίως την ώρα του φαγητού και μετά στο σαλόνι για να δούμε τηλεόραση. Κάποια ζωγράφιζαν, άλλα κρατούσαν ημερολόγιο. Εγώ συνήθως κοίταζα έξω από το παράθυρο, όπου κι αν βρισκόμουν, και συλλογιζόμουν πόσο τεράστιο πλεονέκτημα είναι να είσαι με την οικογένειά σου καθημερινά, ειδικά σε μια τέτοια περίοδο.
Μετά την πρώτη εβδομάδα, λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα, οι νοσοκόμες με ζύγισαν και είχα βάλει μισό κιλό. Άρχισα να κλαίω. Δεν ήξερα αν έκλαιγα από χαρά ή από στεναχώρια. Έτσι, κάθε φορά που έμπαινε ένα κιλό, και ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί, θυμόμουν όλα εκείνα τα βράδια που δεν μπορούσα να κοιμηθώ· που έτρεμε το χέρι μου· που αναρωτιόμουν εάν θα τα καταφέρω.
Ενώ έκανα αυτές τις σκέψεις, το τηλέφωνο χτύπησε ξανά! Πριν καν ακούσω το όνομά μου έτρεξα στη γραμματεία. Ήξερα πως ήταν η μητέρα μου, χωρίς να προλάβει να μου το πει κάποιος. Πάντα ένιωθα την αύρα της, όπως και μετέπειτα, που ερχόταν στο νοσοκομείο κάθε μέρα μόνο και μόνο για να ανταλλάξουμε γράμματα – πάνω από όλα όμως συναισθήματα.
«Μαμά;» είπα διστακτικά, λαχταρώντας να ακούσω έστω και μία της λέξη. Ξαφνικά άκουσα τη μαμά, τον μπαμπά και την αδερφή μου να μιλάνε ταυτόχρονα. Δεν το πίστευα. Ήταν ένα θαύμα!
Το προηγούμενο βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα. Ένιωθα τεράστια αναστάτωση για τον πόνο και την απώλεια που είχα προκαλέσει στην οικογένειά μου. Μα, πάνω από όλα, ένιωθα πως είχα απογοητεύσει τον εαυτό μου. Εκείνη την περίοδο παρακολουθούσα μαθήματα για να γίνω δασκάλα χορού. Ο χορός ήταν ένα από τα πράγματα που με έκανε πραγματικά ευτυχισμένη. Με έκανε να ξεχνάω τα πάντα. Και μέσα στην κλινική, είχα τεράστιο άγχος για το αν θα καταφέρω να πάρω το πτυχίο μου.
Όλα αυτά λοιπόν μου προκαλούσαν καθημερινά αϋπνία. Και κάθε βράδυ έβρεχε. Έβρεχε πολύ. Έτσι, εκείνο το τραγικά ψυχολογικά επίπονο βράδυ σηκώθηκα από το κρεβάτι, πήγα στο παράθυρο του δωματίου μου και κοίταξα τον μαύρο ουρανό. Τότε, έχοντας πλέον αγανακτήσει, προσευχήθηκα να δω τους γονείς μου, με οποιονδήποτε τρόπο.
Μετά την προσευχή ένιωσα μια γαλήνη μέσα μου. Αισθάνθηκα πολύ πιο ήρεμη και ευγνώμων. Ήξερα πως οι γονείς μου μπορεί να μην ήταν σωματικά παρόντες στο νοσοκομείο, αλλά με προστάτευαν με τη σκέψη τους. Το ίδιο βράδυ, τους είδα στον ύπνο μου. Όλους! Τη γιαγιά, τη μαμά, τον μπαμπά, την αδερφή και τη θεία μου! Τους είδα χαρούμενους και γελαστούς. Γιορτάζαμε και τρώγαμε όλοι μαζί το βράδυ της Πρωτοχρονιάς γύρω από ένα πελώριο τραπέζι γεμάτο φαγητό – κυρίως της γιαγιάς. Κλασική αξία. Έμοιαζε αληθινό, λαχταριστό και πεντανόστιμο.
Γι’ αυτό, την επόμενη μέρα, όταν τους άκουσα όλους μαζί στο τηλέφωνο, συγκινήθηκα απίστευτα. Ήταν σαν εκείνο το σφίξιμο που νιώθεις όταν βλέπεις το αγόρι που δεν σου έχει δώσει ποτέ σημασία, αλλά όποτε το κοιτάς, το στομάχι σου γεμίζει πεταλούδες. Μόνο που οι δικές μου πεταλούδες είχαν απλωθεί παντού, σε όλο μου το σώμα, και κυρίως στην καρδιά. Τότε συνειδητοποίησα πως η οικογένεια και η ασφάλεια που αισθάνεσαι μέσα σε αυτή είναι τα μεγαλύτερα δώρα. Όταν βρίσκεσαι μακριά από αυτές τις δυο αξίες, αρρωσταίνεις.

Λίγα λόγια για το βιβλίο
«Στα δεκατέσσερά μου, πίστευα πως η αξία μου μετρούσε σε κιλά. Άρχισα να μικραίνω, να σβήνω, ώσπου η καρδιά μου κόντεψε να σταματήσει. Στο νοσοκομείο έμαθα τι σημαίνει όριο — αλλά και τι σημαίνει θαύμα. Γιατί μέσα στο σκοτάδι, κάθε φορά που προσευχόμουν, μια φωνή μού ψιθύριζε: “Δεν είσαι μόνη. Η ζωή είναι δώρο”».
Η νευρική ανορεξία δεν είναι επιλογή. Είναι ένας εσωτερικός πόλεμος ανάμεσα στη φωνή που λαχταρά ζωή και στη φωνή που πνίγεται από τον φόβο. Επιλογή όμως είναι να σταθείς απέναντί της, να κοιτάξεις τον καθρέφτη και να πεις: θέλω να ζήσω. Η Ελισάβετ Φωτιάδου γράφει με ειλικρίνεια και βαθιά ευαισθησία για τα χρόνια της σιωπής και της απώλειας, για τον δρόμο που την οδήγησε ξανά στη ζωή και στο φως. Μέσα από τον πόνο, ανακαλύπτει την πίστη — και μέσα από την πίστη, την ελευθερία.
«Δεν είμαι πια ένα σώμα που προσπαθεί να εξαφανιστεί. Είμαι μια ψυχή που βρήκε χώρο να αναπνεύσει».
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ελισάβετ Φωτιάδου είναι 18 ετών και ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον τομέα της υγιεινής διατροφής, της ευεξίας και της προαγωγής ενός ισορροπημένου τρόπου ζωής. Δραστηριοποιείται ενεργά στα social media, δημιουργώντας περιεχόμενο και διατηρώντας ανοιχτή επικοινωνία με το κοινό της. Είναι πάντα πρόθυμη να μοιραστεί σκέψεις και εμπειρίες γύρω από τη διατροφή, τη μόδα και τη δημιουργική έκφραση. Η Ελισάβετ έχει ξεκινήσει τη δημιουργία προσωπικής σειράς ρούχων σε συνεργασία με την εταιρεία Python, συνδυάζοντας τη δημιουργικότητα με το προσωπικό της αισθητικό όραμα και το επιχειρηματικό της πνεύμα. Θα τη βρείτε διαδικτυακά στη διεύθυνση: @elis_food.diary






















