
Προδημοσίευση αποσπάσματος από βιβλίο του βραβευμένου Βέλγου δοκιμιογράφου και καθηγητή Νομικής Λοράν ντε Σουτέρ [Laurent de Sutter] «Η τέχνη της μέθης» (μτφρ. Ζωή Καραμπέκιου), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Μαρτίου από τις εκδόσεις Το Μέλλον.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Η λήθη της λήθης
Από τη μία, το κρασί ήταν αυτό που αποκάλυπτε στον πιστό τα αμαρτήματα που είχε κρύψει μέσα του ο Σατανάς· από την άλλη, ήταν το ιδανικό όχημα για μια ολοκληρωμένη σχέση με τον Θεό. Από τη μία, ενσάρκωνε την κατάρα όσων παρεκκλίνουν από την πίστη· από την άλλη, την ευλογία όσων λιώνουν μέσα του μέχρι να εξαφανιστούν. Υπήρχε μια αβεβαιότητα για το κρασί, που εξαρτιόταν από τον τρόπο που υπηρετούσε τη γνώση: εφόσον συνέβαλλε στο να καλυφθεί η πραγματικότητα με ένα πέπλο ώστε να την επιφορτίσει με βρόμικες επιθυμίες, ήταν καθαρή αμαρτία, ενώ αν επέτρεπε την πρόσβαση στην αλήθεια, ανυψωνόταν στην τελειότητα. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, θεωρούνταν πως η μέθη συνεπαγόταν μια αποστασιοποίηση από τα ενδεχόμενα του κόσμου – ή, τουλάχιστον, από την άμεση αντίληψη πως ήταν δυνατό να την τροφοδοτήσει. Ίσως αυτό να ήταν ο πολιτισμός: η σκόπιμη οργάνωση ενός συστήματος αποστασιοποίησης από μια πραγματικότητα που άξιζε μόνο τη γνώση που επιτρεπόταν να αντληθεί από αυτήν. Από αυτή την άποψη, το μυστικιστικό κρασί του Αλ-Φαρίντ ήταν εξίσου καλό με το βέβηλο κρασί του Αμπού Νουάς: και στη μία περίπτωση όπως και στην άλλη, επρόκειτο για την επιβεβαίωση της σημασίας ενός σημείου εξωτερικότητας σε σχέση με την απλή εμφάνιση του δεδομένου – ένα σημείο εξωτερικότητας που δεν μπορούμε να αφομοιώσουμε χωρίς κίνδυνο. Χωρίς αμφιβολία, πρέπει να συμπεράνουμε πως ο εν λόγω κίνδυνος ήταν η άρνηση αυτού που συμπληρώνει την πραγματικότητα, η διαμόρφωση μιας άγνωστης αλήθειας – η ουσία που της δίνει ζωή αλλά αποσπάται από αυτή, όπως το κρασί ζωντανεύει τη μέθη σε ένα σώμα στο οποίο είναι ξένο. Όπως η θεία αλήθεια δεν ανήκει στην κοσμική πραγματικότητα, το κρασί είναι εκείνο το εξωτικό υλικό που μαρτυρά ότι το σώμα του πότη δεν του ανήκει αληθινά αλλά είναι διχασμένο ανάμεσα στα αμαρτήματα που περιέχει και στη γνώση που επιδιώκει. Το κρασί δεν ήταν επομένως ταυτόχρονα και δηλητήριο και φάρμακο, αλλά ήταν φάρμακο επειδή ήταν δηλητήριο, ακολουθώντας μια λογική αλυσίδα όπου οι δύο δυνάμεις της μέθης σχημάτιζαν ένα είδος αιτιώδους ιεραρχίας ή καθορισμένου συνδέσμου. Αν επρόκειτο για ένα αθώο προϊόν, το khamr αναμφίβολα δεν θα είχε ούτε δύναμη ούτε αποτέλεσμα· μόνο επειδή η κατάποσή του είναι επικίνδυνη, μπορεί να αποτελέσει έναν τόπο δοκιμασίας – και επομένως, οι επιβλαβείς του συνέπειες μπορούν να ξεπεραστούν. Δεν είναι πότε το ένα πότε το άλλο, μα ολωσδιόλου δηλητήριο – εκτός από την πιθανότητα, εξίσου μοναδική και απόλυτη, να παρασύρει εκείνον που έχει αγνή πίστη εκεί όπου, στο μεσοδιάστημα «της λήθης της λήθης», αποκαλύπτεται η ίδια η ύπαρξη των πάντων, λες και ο Θεός μπορούσε να απλώσει το φως του μόνο στον τόπο που φαινόταν πως έχει κατακτήσει ο Σατανάς.
Το κρασί δεν ήταν επομένως ταυτόχρονα και δηλητήριο και φάρμακο, αλλά ήταν φάρμακο επειδή ήταν δηλητήριο, ακολουθώντας μια λογική αλυσίδα όπου οι δύο δυνάμεις της μέθης σχημάτιζαν ένα είδος αιτιώδους ιεραρχίας ή καθορισμένου συνδέσμου.
Το αντι-φάρμακον
Το khamr δεν είναι φάρμακον· δεν είναι εκείνη η ουσία για την οποία μιλούσε ο Όμηρος στην Οδύσσεια, που πρόσθετε η Ελένη στο κρασί για να κάνει τον Τηλέμαχο και τον Μενέλαο να ξεχάσουν την εξαφάνιση του Οδυσσέα – από ένα μυστικό που είχε μάθει από έναν Αιγύπτιο μάγο. Το φάρμακον, αν ήταν δηλητήριο και θεραπεία, σύμφωνα με το νόημα που του δίνουμε από την εποχή του Πλάτωνα, ήταν αυτό που είχε σκοπό να τροποποιήσει την επίδραση του κρασιού – να του προσθέσει μια ναρκωτική διάσταση ώστε να οδηγήσει τον πότη στον ύπνο και στην αμνησία. Ωστόσο, τίποτα δεν είναι πιο ξένο σε μια τέτοια αμνησία από «τη λήθη της λήθης» για την οποία μιλούσε ο Αλ-Ναμπουλσί, η οποία είχε τις ίδιες ιδιότητες με το κρασί και την οργάνωσή του ως δηλητήριο, του οποίου οι επιδράσεις της μέθης μπορούσαν να οδηγήσουν στη λύτρωση, όχι ακύρωνοντάς τες, μα ενίσχυοντάς τες. Όταν ο Ζακ Ντεριντά όριζε το φάρμακον ως ένα «συμπλήρωμα» που καθιστούσε αδύνατο το κλείσιμο του νοήματος εκείνου που αυτό αλλοίωνε, εξακολουθούσε να επιδιώκει να διατηρήσει την πιθανότητα ότι αυτό το νόημα είναι ξεκάθαρο, ότι εμπίπτει στο είναι του δηλητηριασμένου πράγματος. Στην κουλτούρα του Ισλάμ των πρώτων αιώνων, από την άλλη, δεν υπήρχε τίποτα που δεν μπορούσε το κρασί να προσποιηθεί ότι είναι, εφόσον αυτό το είναι, ως τέτοιο, ενσαρκωνόταν στην κορύφωση της μέθης από τον ίδιο τον Θεό – μια μέθη για την οποία το κρασί ήταν ένα αμφίσημο όχημα. Η ανάρμοστη φύση του κρασιού δεν προερχόταν από την προσθήκη ενός συμπληρώματος, μα από την ίδια του την έλλειψη καθαρότητας – από την ολοκληρωτική εξάρτησή του από τις αντιφατικές συνέπειες που μπορούσε να προκαλέσει, οι οποίες μας λένε ό,τι υπήρχε να μάθουμε για αυτό. Για να δράσει ένα φάρμακον, πρέπει πρώτα να υπάρχει ένα πράγμα για να το μεταμορφώσει· το khamr δεν υπάρχει παρά μόνο ως ο κίνδυνος να πιστέψουμε ότι υπάρχει μέσα μας, παρ’ όλα τα αμαρτήματα που έχει ριζώσει μέσα μας ο Σατανάς και ενάντια στην αλήθεια που, κάπου αλλού, ενσαρκώνει ο Θεός. Είναι ο κίνδυνος που συνιστά το αληθινό δηλητήριο: ο κίνδυνος να πιστέψουμε ότι είμαστε ένα είναι χωρίς να έχουμε καμία σχέση με τον πολιτισμό, τον Θεό ή το κρασί – ο κίνδυνος να φαντασιωθούμε ότι εξαρτόμαστε από τον εαυτό μας και όχι από το έξω, που επειδή τοποθετεί ένα πέπλο πάνω από τη φανταστική διάσταση αυτού του είναι, μας επιτρέπει τη «λήθη της λήθης» για το τι είναι η αλήθεια. Να γιατί οι μεγάλοι πότες του πρώιμου Ισλάμ είχαν ως πρωταρχικό τους μέλημα όχι το να εξασφαλίσουν το κύρος ή τη θέση τους ενώπιον του Θεού αλλά να αναπτύξουν τρόπους να πίνουν, τρόπους συσχετισμού με τη μέθη που προκαλείται από το κρασί. Η πρωταρχική τους έγνοια δεν ήταν να εδραιώσουν έναν σταθερό τρόπο του είναι που δεν ήταν ο δικό τους αλλά να ορίσουν το ακριβές πρωτόκολλο κατάποσης που θα τους επέτρεπε να αντιληφθούν την αλήθεια, η οποία θα ήταν για πάντα ξένη.
Λίγα λόγια για το βιβλίο
Η ιστορία της μέθης έχει μια γοητεία που κυμαινόταν πάντα ανάμεσα στη ρομαντική ανάταση και τη σκανδαλιστική αποδοκιμασία. Ωστόσο, υπάρχουν πολλοί στην ιστορία και σε όλους τους πολιτισμούς, που αρνήθηκαν αυτόν τον διαχωρισμό και προβληματίστηκαν για τις πραγματικές επιδράσεις του αλκοόλ και τις δυνάμεις που κρύβει.
Από τη Βαγδάτη του 9ου αιώνα έως τη Νέα Υόρκη του 20ού, από τη Γαλλία του Μεσαίωνα έως την Ιαπωνία της εποχής των Μεϊτζί, ποιητές, φιλόσοφοι, συγγραφείς, αλχημιστές και απλοί πότες εξερεύνησαν, συχνά διχασμένοι και ζαλισμένοι, τις συνέπειες της μέθης στους τομείς της τέχνης και της επιστήμης, της πολιτικής και της ηθικής – μέχρι το σημείο διερεύνησης της ίδιας της σφαίρας της ύπαρξης.
Περιπλανώμενος με συντροφιά τον Αμπού Νουβάς, τον Νάκαε Τσομίν, τον Ραμπελαί, την Ντόροθι Πάρκερ, τον Ζανγκ Σου και πολλούς άλλους, ο Λοράν ντε Σουτέρ προσφέρει ένα διανοητικό ταξίδι μέσα από τις μεταμορφώσεις που επιφέρει η μέθη, σε αναζήτηση μιας νέας αλήθειας που μπορεί να σταθεί μόνο κάνοντας ελιγμούς: μια μεθυσμένη αλήθεια που γελοιοποιεί το αστυνομικό καθεστώς της νηφαλιότητας.






















