WOMAN WITH STICKS

Της Όλγας Αικατερίνης Φουντέα

Άλλο ένα κι είκοσι χαμένο, σκέφτεται, όσο ψάχνει για ψιλά. Πού την έβαλε την κάρτα απεριορίστων; Στο πορτοφόλι μόνο η ταυτότητα ομογένειας, σπίτι δεν τη βρήκε κανείς. Με μια συνεχόμενη κίνηση, όσο ο μηχανισμός της κυλιόμενης καταπίνει το σκαλοπάτι στο οποίο στέκεται, κατεβάζει το φερμουάρ του μπουφάν της. Μέσα στο μετρό κάνει ζέστη. Νοέμβριο μήνα έπεσε η θερμοκρασία και μπορεί να δουλέψει σαν άνθρωπος, να καθαρίζει σπίτια χωρίς να ιδρώνει για πέντε ευρώ την ώρα. Ένα είκοσι συν ένα είκοσι το πρωινό εισιτήριο, δύο σαράντα. Μισή ώρα δουλειάς παρά δέκα λεπτά. Δεν είναι ότι την νοιάζουν και πολύ τα χρήματα, τα φέρνει βόλτα. Της έχει μείνει κουσούρι από τα λογιστικά στο εργοστάσιο στην Αλβανία, δεν μπορεί να σταματήσει τους υπολογισμούς. 

Με το αριστερό χέρι παίρνει το εισιτήριο, με το δεξί μαζεύει τα ψιλά. Κοιτάει την χούφτα της, τέσσερα εικοσάλεπτα κι ένα δίευρο, αυτό δεν είναι από τα δικά της ρέστα. Όχι, δεν φταίει το μηχάνημα, σχεδόν ποτέ δεν φταίνε τα μηχανήματα.

Βάζει δύο νομίσματα του ενός ευρώ στο μηχάνημα και σπρώχνει ελαφρώς το πλαστικό κάλυμμα. Το πρωί ο ήχος που έκαναν τα κέρματα -μέταλλο στο μέταλλο- τη διασκέδασε, είχε χρόνια να κόψει μεμονωμένο. Με το αριστερό χέρι παίρνει το εισιτήριο, με το δεξί μαζεύει τα ψιλά. Κοιτάει την χούφτα της, τέσσερα εικοσάλεπτα κι ένα δίευρο, αυτό δεν είναι από τα δικά της ρέστα. Όχι, δεν φταίει το μηχάνημα, σχεδόν ποτέ δεν φταίνε τα μηχανήματα. O άνθρωπος φταίει, ψιθυρίζει. Τι θα γίνει; Θα το σκεφτείς κι άλλο; της λέει ένα νεαρός με μπλε σκουφί κι ακμή στο πρόσωπο που στέκεται δίπλα της και περιμένει. Καταπνίγει την επιθυμία να καθαρίσει το πρόσωπό του και βάζει τα ψιλά στην τσάντα, εκτός από το δίευρο που το κρατάει σφιχτά στην παλάμη. Κοιτάει το πλήθος μήπως κάποιος έχει επιστρέψει για να το ψάξει. Τίποτα. Επικυρώνει το εισιτήριο και παίρνει τη θέση της στην επόμενη κυλιόμενη σκάλα. Δεν έχει άγχος, δεν κατεβαίνει τα σκαλοπάτια, αφήνει το μηχάνημα να κάνει τη δουλειά του. 

Σήμερα έφυγε στην ώρα της, την έδιωξε η Αναστασία με το ζόρι. Φύγε επιτέλους, Αριάνθη, φύγε, της φώναξε. Είχε τις μαύρες της και δεν άντεχε τον παραμικρό θόρυβο, ούτε να αλλάξει σεντόνια δεν την άφησε. Ο άνδρας και τα παιδιά της απορούν που ακόμα και τώρα που πληρώνεται λιγότερα δεν έχει μειώσει τις ώρες. Τι παιδεύεσαι, της λένε, τόσες ώρες τζάμπα; Χαζή είσαι; Aφού δεν έχει να σε πληρώσει όπως παλιά. Να κοιτάτε την δουλειά σας κι εμένα να με αφήσετε στην ησυχία μου. Δεν φτάνει, Θοδωρή, που με έφερες σε αυτή την χώρα κι έγινα υπηρέτρια, μου ζητάς και τα ρέστα; Κουμάντο στον τόρνο σου και στις βίδες σου να κάνεις. Εσύ, Γεωργία, σταμάτα να τρως και πήγαινε να σβήσεις τον θερμοσίφωνα, είδες πόσα πληρώνω για τα μπάνια σου. Και πες στον αδελφό σου να βγάλει τα ακουστικά και να ξεκολλήσει από το ιντερνέτ, να διαβάσει τίποτα.

Όλο και κάποιος θα βρεθεί, στα σπίτια που πηγαίνει, να τη ρωτήσει: τόσο άσχημα ήταν στην Αλβανία και ήρθατε εδώ; Ο Θοδωρής φαγώθηκε, να πάμε στην Ελλάδα, να πάμε στην Ελλάδα, έχει δουλειές, έχει ελευθερίες. Αν ήταν στο χέρι της; Θα είχαν μείνει στον Αυλώνα. Και δουλειά είχε στο εργοστάσιο με καλό μισθό και πατέρα οδηγό λεωφορείου. Τώρα που ανοίγει η θύρα του βαγονιού, τον βλέπει μπροστά της να πατάει το κουμπί που ξεδίπλωνε τα φύλλα της πόρτας, το κόκκινο να σμίγει με το βρώμικο άσπρο στο εξωτερικό, τα καθίσματα με τα ξέφτια στο εσωτερικό, ο ένας πάνω στον άλλο, άνθρωποι να κρέμονται από τις πόρτες, να κάθονται ακόμα και στα σπασμένα παράθυρα για τα οποία περίμεναν ανταλλακτικό. Πού να καταλάβουν οι Έλληνες, το να είσαι οδηγός λεωφορείου τότε στην Αλβανία ήταν σαν να είσαι πρωθυπουργός, εσύ αποφάσιζες ποιος θα πάει πού και ποιος θα μείνει πίσω. Δεν ήταν σαν εδώ που ξεμπέρδευες με ένα εισιτήριο. 

Κοιτάει το δίευρο κι αναρωτιέται αν στο βαγόνι μαζί της βρίσκεται κι αυτός που το έχασε. Η αβλεψία του, τύχη δική της. Τα μοναδικά δύο ευρώ που δεν δούλεψε σε αυτή την χώρα.

Από το Χολαργό στο Αιγάλεω είναι έντεκα στάσεις και μέχρι το Σύνταγμα δεν βρίσκεις τέτοια ώρα ούτε να σταθείς. Κοιτάει το δίευρο κι αναρωτιέται αν στο βαγόνι μαζί της βρίσκεται κι αυτός που το έχασε. Η αβλεψία του, τύχη δική της. Τα μοναδικά δύο ευρώ που δεν δούλεψε σε αυτή την χώρα. Θυμάται τον κουμπαρά που είχε μικρή στην Αλβανία, μια κακοβαμμένη πήλινη σφαίρα με μια σχισμή που ποτέ δεν γέμισε. Τι τον θες τον κουμπαρά την κορόιδευε ο Αρτάν, ο παιδικός της φίλος. Μερικές φορές ούτε το όνομά του δεν μπορεί πια να θυμηθεί. Στο σπίτι δεν μιλούν Αλβανικά, δεν την ενδιέφερε να κρατήσουν παραδόσεις. Στον Αυλώνα δεν γύρισε ούτε για τις κηδείες των γονιών της. Είσαι σκληρή, της είχε πει ο άνδρας της, αλλά τι να καταλάβει κι αυτός, μόνος τις διαστάσεις από τις βίδες που έφτιαχνε είχε στο κεφάλι του. Πάει εκείνη η ζωή. Πάει ο πατέρας της, πάνε οι βόλτες με το λεωφορείο, πάει η μητέρα της η μοδίστρα, πάει ο κουμπαράς της, πάει ο Αρτάν. 

Αυτός είχε φύγει νωρίτερα με λοταρία για την Αμερική, ήταν αυτό που αποκαλούν στην Ελλάδα “παιδί θαύμα” στη Φυσική. Την κορόιδευε για τα ψιλά που έβαζε πότε πότε στον κουμπαρά και της έλεγε για ένα πείραμα με μια γάτα σε ένα κουτί που μπορεί να είναι ή να μην είναι ζωντανή. Έτσι είναι και τα λεφτά σου μέσα στον κουμπαρά, Αριάνθη, είναι σαν τα έχεις και να μην τα έχεις. Της είχε γράψει ένα γράμμα από την Αμερική -μετά έχασε τα ίχνη του- και της έλεγε να μην στενοχωριέται. Της έγραφε πως ο χρόνος είναι ένα ψυγείο, κάτι που εμποδίζει τα πράγματα από το να συμβούν ταυτόχρονα. Το μόνο που χρειάζεται είναι να βρεθεί ένας τρόπος να θεραπευτούν από τον χρόνο. Μακάρι να το είχε κρατήσει αυτό το γράμμα, σκέφτεται την ώρα που φτάνουν στο Σύνταγμα και βρίσκει θέση να καθίσει, αλλά ούτε αυτό κράτησε, ούτε τον κουμπαρά της. Κοιτάει πάλι το δίευρο που έχει στην χούφτα της, έτσι που γυαλίζει το βλέπει φλουρί από βασιλόπιτα. Η Αναστασία επέμενε κάθε χρόνο και της έκοβε κομμάτι, σε αυτήν και στην περσική της γάτα. Δεν είχε κερδίσει ούτε μια φορά.

Τώρα που πέθανε η γάτα μου, θα κουράζεσαι λιγότερο, της είχε πετάξει η Αναστασία πριν μερικές εβδομάδες. Δεν της το είχε ακόμα συγχωρήσει που όταν αρρώστησε πρότεινε να την βγάλουν στο μπαλκόνι για να μην λερώνει.

Τώρα που πέθανε η γάτα μου, θα κουράζεσαι λιγότερο, της είχε πετάξει η Αναστασία πριν μερικές εβδομάδες. Δεν της το είχε ακόμα συγχωρήσει που όταν αρρώστησε πρότεινε να τη βγάλουν στο μπαλκόνι για να μην λερώνει. Δεν είναι ότι η Αριάνθη δεν το αγαπούσε το ζωντανό, κοντά είκοσι χρόνια το είχαν στο σπίτι, απ’ όταν ζούσε ακόμα η μητέρα της Αναστασίας. Σε μια γωνία του καναπέ καθόταν ψηλά και κοιτούσε με ένα απόκοσμο βλέμμα. Ερχόταν και τη σήκωνε η Αναστασία για να ξεκολλήσει η Αριάνθη την τρίχα από το κάλυμμα, άλλα όσες φορές και να έβαζε σκούπα, το σπίτι ήταν γεμάτο από άσπρο χνούδι. Πού και πού, όταν περνούσε δίπλα της, της έριχνε και καμία νυχιά, μα δεν θύμωνε μαζί της. Καταλάβαινε ότι το έκανε επειδή φοβόταν τους ανθρώπους και δεν την αδικούσε.

Όταν αρρώστησε η γάτα από τα νεφρά της, σταμάτησε να πηγαίνει στην άμμο και τα έκανε όπου της ερχόταν. Της έστρωναν πάνες, αλλά εκείνη πήγαινε αλλού, στο χαλί, στο μάρμαρο, όσο και να καθάριζε η Αριάνθη και μαζί της η Αναστασία, το σπίτι είχε αρχίσει να μυρίζει κάτουρο. Σε ένα αποθηκάκι έμενε κλεισμένη με λίγη τροφή και νερό και δεν ήθελε να την ενοχλούν, έβγαινε μόνο για να λερώσει λες και το είχε βάλει σκοπό της ζωής της να αφήσει αιώνιο αποτύπωμα στο σπίτι. Μέσα στο κατακαλόκαιρο είχε κουραστεί η Αριάνθη να ψάχνει τα κάτουρα, είπε να την βγάλουν στο μπαλκόνι, τι θα πείραζε; Έξαλλη έγινε η Αναστασία, τι νομίζεις ότι είναι η γάτα της λέει, κανένα μυγάκι που θα την βγάλεις έξω και θα εξαφανιστεί, πώς μιλάς έτσι μπροστά της, δεν ντρέπεσαι, εσύ τη μητέρα σου θα την έβγαζες άρρωστη στο μπαλκόνι για να μη λερώνει, τι άνθρωπος είσαι;

Ποτέ δεν της είχε φερθεί η Αναστασία σαν να ήταν υπηρέτρια. Δεν είπαν τίποτα άλλο, ούτε ζήτησε η Αριάνθη συγγνώμη, αλλά ένιωθε ότι αυτός ο καβγάς παρέμενε ρωγμή στην σχέση τους.

Πικράθηκε πολύ από τον τρόπο που της μίλησε, αν και ήξερε πως κι αυτήν και την προηγούμενη φορά που είχαν τσακωθεί έφταιγε η ίδια, ο χαρακτήρας της που δεν το είχε μάθει να σωπαίνει. Έτσι όπως μάζευε τα εσώρουχά της από ψηλά στο μπάνιο που τα άφηνε να στεγνώνουν, τα μετρούσε και δεν τελείωναν, θύμωσε και φώναξε στην Αναστασία: πόσα βρακιά πια θα αλλάζεις, εκατό την ημέρα; Δεν έπρεπε να το πει, μα δεν συγκρατήθηκε. Τι σε νοιάζει εσένα, μήπως στα έχω αφήσει ποτέ να τα πλύνεις, της απάντησε έξαλλη. Και είναι αλήθεια πως ποτέ δεν της άφηνε βρόμικα εσώρουχα, δεν είχε δουλειά η Αριάνθη να το σχολιάσει. Ποτέ δεν της είχε φερθεί η Αναστασία σαν να ήταν υπηρέτρια. Δεν είπαν τίποτα άλλο, ούτε ζήτησε η Αριάνθη συγγνώμη, αλλά ένιωθε ότι αυτός ο καβγάς παρέμενε ρωγμή στην σχέση τους, και κάθε φορά που πατούσε ελαφρά τα εσώρουχά της με το σίδερο το σκεφτόταν.  

Μια Τρίτη που πήγε εκεί, δεν βρήκε τη γάτα, της λέει είναι πάλι στο γιατρό, δεν είναι καλά, κατά τις έντεκα χτυπάει το κινητό της Αναστασίας, κι αρχίζει να φωνάζει και να κλαίει, πάει το μωρό μου, μου πήραν το μωρό μου, στην αρχή νόμισε πως εννοούσε το δικό της μωρό, αυτό που την είχε ακούσει να λέει στο τηλέφωνο ότι είχε ρίξει πριν μήνες, μετά κατάλαβε ότι είχε πεθάνει η γάτα. Η Αναστασία έκλαιγε και μονολογούσε ότι την τελευταία βραδιά την είχε αφήσει στο μπαλκόνι γιατί ήταν λερωμένη, τόσους μήνες δεν το είχε επιτρέψει και το τελευταίο της βράδυ, έκανε η γάτα της να μπει μέσα στο σπίτι κι αυτή την σταμάτησε. Ένιωσε τύψεις τότε η Αριάνθη, που ήταν δική της η ιδέα για το μπαλκόνι.

Πήγε και πήρε το ζωντανό που πια δεν ζύγιζε τίποτα -την είχαν βάλει σε ένα χαρτόκουτο- και χωρίς να πει τίποτα στον ταξιτζή για το φορτίο, σταμάτησε σε μια εγκαταλελειμμένη μονοκατοικία στο Αιγάλεω δίπλα στο σπίτι της και με το φτυαράκι που καθάριζε την άμμο της, έσκαψε έναν λάκκο στον κήπο και την έβαλε μέσα.

O κτηνίατρος ξαναπήρε και ρώτησε αν είχαν κήπο για να τη θάψουν κι αυτή είπε όχι, σε πολυκατοικία μένουμε, έπαθε υστερία, τι θα κάνουμε με το σώμα, τι θα κάνουμε με το σώμα, κι έκλαιγε κι έλεγε εγώ δεν αντέχω να πάω να την πάρω, δεν αντέχω. Θα πάω εγώ, είπε τότε η Αριάνθη, πώς θα πας, μα δεν έχεις μέσο, εγώ δεν αντέχω ούτε απέξω να πάω, μην σε νοιάζει της είπε, και πήρε ταξί, δεν υπολόγισε τα λεφτά. Πήγε και πήρε το ζωντανό που πια δεν ζύγιζε τίποτα -την είχαν βάλει σε ένα χαρτόκουτο- και χωρίς να πει τίποτα στον ταξιτζή για το φορτίο, σταμάτησε σε μια εγκαταλελειμμένη μονοκατοικία στο Αιγάλεω δίπλα στο σπίτι της και με το φτυαράκι που καθάριζε την άμμο της, έσκαψε έναν λάκκο στον κήπο και την έβαλε μέσα. Ούτε σταυρό ούτε όνομα ούτε τίποτα. 

Η διπλανή της στο μετρό φοράει ένα σταυρουδάκι, την ξενίζει ακόμα. Την ίδια την είχε βαφτίσει μυστικά ο παππούς της που ήταν παπάς, αλλά από εικόνες και σταυρούς στην Ελλάδα έμαθαν. Δέχτηκε τις βαφτίσεις των παιδιών, την αλλαγή του ονόματος, σταυρό όμως ποτέ δεν φόρεσε, δεν σήμαινε κάτι για αυτήν, άλλο ένα σχήμα όπως αυτό που είχαν οι κουμπότρυπες που έραβε η μητέρα της. Τι συμβαίνει όταν πεθαίνουμε, Αρτάν, τον είχε ρωτήσει. Τίποτα, της είχε πει, απλώς παύουμε να υπάρχουμε σε αυτό το σύμπαν. Υπάρχουμε σε κάποιο άλλο σύμπαν; Δεν ξέρω, ίσως το ιδανικό σύμπαν, Αριάνθη, να είναι αυτό που δεν είναι δυνατόν να υπάρξει ο άνθρωπος. Στην Αλβανία δεν είχε δει ποτέ κυλιόμενη σκάλα, άλλα τώρα πια έτσι της αρέσει να σκέφτεται το θάνατο, άπειρες ατομικές κυλιόμενες σκάλες, από το πουθενά στο πουθενά. Βγαίνοντας από τον συρμό στο Αιγάλεω, την σταματάει ο ελεγκτής. Αφηρημένη πάει να του δείξει το δίευρο που κρατάει στο χέρι της, πανικοβάλλεται, δεν θυμάται που έχει βάλει το εισιτήριο. Αυτός έχει καταλάβει από την προφορά της πως δεν είναι Ελληνίδα, διαβάζει το μυαλό του, αναγκάζεται να ακουμπήσει την τσάντα της κάτω και να βγάλει τα πράγματα έξω, τελικά το έχει στην πίσω τσέπη του παντελονιού της, του το δίνει τσαλακωμένο, τι είναι αυτό, της λέει, δεν του απαντάει, το τεντώνει με τα δάχτυλά του, εντοπίζει την ημερομηνία και την ώρα, και της λέει, εντάξει, πέρασε. 

Θυμάται ακριβώς το σημείο που την έθαψε στο πίσω μέρος του ξεχορτιαριασμένου κήπου, δίπλα στην σιδερένια βάση μιας τραμπάλας. Γονατίζει και με τα χέρια της σκάβει ένα δεύτερο λάκκο.

Στην τελική έξοδο δεν έχει κυλιόμενη προς τα πάνω κι έτσι βρίσκεται αντιμέτωπη με την μαρμάρινη σκάλα. Στην δεξιά μεριά βλέπει καθισμένο έναν από τους τακτικούς ζητιάνους της περιοχής, αναψοκοκκινισμένο από το ποτό, αμίλητο, ούτε είμαι Έλληνας, λυπηθείτε με, ούτε είμαι πρόσφυγας, ελεήστε με, με το πλαστικό ποτήρι κι ό,τι μαζέψει να πάει μετά να το πιει. Της περνάει από το μυαλό για μια στιγμή να του αφήσει το δίευρο, να το ξεφορτωθεί. Κάτι την συγκρατεί. Ανεβαίνει τα τελευταία σκαλιά πιο γρήγορα κι αρχίζει να περπατάει στον πεζόδρομο κατευθυνόμενη προς το σπίτι της. Δεν σταματάει να ψωνίσει, φαγητό έχουν από χθες, γλώσσα πλακί, αν θέλουν ρύζι ας το βράσουν μόνοι τους. Περνάει μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας, βλέπει ότι έχουν ξεχάσει αναμμένο το φως της βεράντας, η Γεωργία πάλι έκανε το θαύμα της, σκέφτεται, θα την κανονίσω μετά. Δεν αναζητά τα κλειδιά στην τσάντα της, προχωράει, σίγουρη πια για τον προορισμό της. 

Είναι μέρα ακόμα αλλά κανείς από τους περαστικούς δεν δίνει σημασία όταν την βλέπουν να πηδάει την σκουριασμένη πόρτα της μονοκατοικίας. Κάνει τον μισό γύρo του σπιτιού δεξιόστροφα όπως κινείται ο δείκτης του ρολογιού. Θυμάται ακριβώς το σημείο που την έθαψε στο πίσω μέρος του ξεχορτιαριασμένου κήπου, δίπλα στην σιδερένια βάση μιας τραμπάλας. Γονατίζει και με τα χέρια της σκάβει ένα δεύτερο λάκκο. Τοποθετεί στον πάτο του το δίευρο και το σκεπάζει με το χώμα που μοιάζει κι αυτή την φορά να έχει λιγοστέψει και να μην φτάνει για να γεμίσει το λάκκο. Το πατικώνει για να μην φαίνεται σκαμμένο, τινάζει τα χέρια της και κάνει πάλι το μισό γύρο το σπιτιού, από την ίδια πλευρά, λες και θέλει να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Τώρα πρέπει να επιστρέψει σπίτι, δεν έχει αργήσει πολύ, ούτε μισή ώρα, ίσως της γκρινιάξουν ότι κάθισε παραπάνω, ίσως να μην πουν τίποτα. Θα πάει κατευθείαν να σβήσει το φως που ξέχασε αναμμένο στο μπαλκόνι η Γεωργία, θα βγάλει τα ρούχα της, θα συμμαζέψει λίγο την κουζίνα και μετά θα πάρει τηλέφωνο την Αναστασία να την ρωτήσει κάτι, οτιδήποτε: δες, έχω αφήσει το ξεσκονόπανο στην βεράντα, δεν θυμάμαι, τι έκανα την σκάλα, άφησα την πόρτα του πλυντηρίου ανοιχτή να παίρνει αέρα, για δες, η Αναστασία θα ελέγξει απρόθυμα και θα της πει μην ανησυχείς, Αριάνθη, όλα είναι εντάξει.

 

altH Όλγα Αικατερίνη Φουντέα (Αθήνα, 1978) σπούδασε Χρηματιστηριακά και Επικοινωνία στο Αμερικανικό Κολλέγιο. 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

***

ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση diigima@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική επιμέλεια.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Αλμυρόφιλα (διήγηση)

Αλμυρόφιλα (διήγηση)

«Η όψη του χειμώνα στον Άη Γιάννη στους Μύλους σφηνώθηκε στην φαντασία μου ανεξίτηλα. Την αναπολώ με νοσταλγία τώρα στη Αθήνα και συχνά βυθίζομαι στις εικόνες της. Το κλείσιμο της πανδημίας, επώδυνο για άλλους, για μένα που το πέρασα στο νησί, ήταν ξαναβάφτισμα στη φύση που από παιδί ένοιωθα ένα μαζί της». Κεντρική ...

Η ιστορία των ματιών (διήγημα)

Η ιστορία των ματιών (διήγημα)

«Θα ήταν δέκα ή έντεκα χρονών όταν τα περιγράμματα των πραγμάτων άρχισαν να θολώνουν. Εκείνο που περισσότερο την πείραζε ήταν το ότι άρχισε να μη διακρίνει καθαρά όσα σκάλιζε ο δάσκαλος στον πίνακα· έναν αριθμό αν αντέγραφε λάθος, η άσκηση θα πήγαινε στον βρόντο – κι αυτή ήταν άριστη μαθήτρια». Kεντρική εικόνα: πίνα...

Έλλειψη (διήγημα)

Έλλειψη (διήγημα)

«Σήμερα ξύπνησα μ’ ένα αίσθημα έλλειψης. Είχα γυρίσει από ένα μεγάλο ταξίδι κι αυτό που ένιωσα ήταν ότι μου έλειπε ένας κήπος. Ήθελα να σηκωθώ και ν’ ασχοληθώ μόνο με τα τριαντάφυλλά μου». Kεντρική εικόνα: ® Josh Hild/Unsplash. 

Tης Αλίκης Καγιαλόγλου ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Διαβάζοντας με τον Μάριο Κρητικόπουλο

Διαβάζοντας με τον Μάριο Κρητικόπουλο

Πρόσωπα από τον χώρο των τεχνών, των ιδέων και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν τον δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση. Σήμερα, ο ηθοποιός Μάριος Κρητικόπουλος.

Επιμέλεια: Book Press 

...
H «Κάρι» του Στίβεν Κινγκ σε σπέσιαλ κινηματογραφική προβολή

H «Κάρι» του Στίβεν Κινγκ σε σπέσιαλ κινηματογραφική προβολή

Η προβολή της καλτ ταινίας του Μπράιαν Ντε Πάλμα, που στηρίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του «Βασιλιά» Στίβεν Κινγκ, θα γίνει στον κινηματογράφο Δαναό την Παρασκευή, 19 Απριλίου (9.45 μ.μ.)

Επιμέλεια: Book Press

Είναι από τα βιβλία που δεν ξεχνάς εύκολ...

Συγγραφείς μποϊκοτάρουν το PEN America για τη χλιαρή στάση του στον πόλεμο στη Γάζα – μεταξύ αυτών η Ναόμι Κλάιν

Συγγραφείς μποϊκοτάρουν το PEN America για τη χλιαρή στάση του στον πόλεμο στη Γάζα – μεταξύ αυτών η Ναόμι Κλάιν

Αρκετοί συγγραφείς και ποιητές ζήτησαν να αποσυρθούν οι υποψηφιότητές τους από βραβεία που αναμένεται να δώσει η PEN America το επόμενο διάστημα θεωρώντας πως δεν έχει πάρει θέση για όσα συμβαίνουν στη Γάζα. Κεντρική εικόνα: η συγγραφέας και ποιήτρια Camonghne Felix, η οποία είναι μεταξύ των διαμαρτυρόμενων.&nb...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Σχολείο για την αγάπη» της Ολίβια Μάνινγκ (προδημοσίευση)

«Σχολείο για την αγάπη» της Ολίβια Μάνινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Ολίβια Μάνινγκ [Olivia Manning] «Σχολείο για την αγάπη» (μτφρ. Φωτεινή Πίπη), το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Όταν έφτασαν στην κορυφή του λό...

«Κάτι σαν αγάπη» του Πολυχρόνη Κουτσάκη (προδημοσίευση)

«Κάτι σαν αγάπη» του Πολυχρόνη Κουτσάκη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το νέο αστυνομικό μυθιστόρημα του Πολυχρόνη Κουτσάκη «Κάτι σαν αγάπη – Μια υπόθεση για τον Γιώργο Δάντη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 22 Απριλίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ιφιγένει...

«Επίνοια» του Κωνσταντίνου Γεωργάτου (προδημοσίευση)

«Επίνοια» του Κωνσταντίνου Γεωργάτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Γεωργάτου «Επίνοια – Φιλοσοφικοί στοχασμοί», η οποία κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Αν Έχεις

Αν έχεις υγεία, ζεις σε ε...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Επιστήμη, φιλοσοφία, τέχνες, βιογραφίες, λογοτεχνία: Οι εκδόσεις Ροπή μέσα από 5 βιβλία τους

Επιστήμη, φιλοσοφία, τέχνες, βιογραφίες, λογοτεχνία: Οι εκδόσεις Ροπή μέσα από 5 βιβλία τους

Με έδρα τη Θεσσαλονίκη, οι εκδόσεις Ροπή επιδιώκουν μέσω των βιβλίων τους την αλληλεπίδραση των θετικών επιστημών με άλλα γνωστικά πεδία, δίχως διάθεση να απευθύνονται μόνο σε ειδικούς και «γνώστες». 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

...
Aπό τον Γκάμπορ Μάτε έως τον Όσσο: 5 βιβλία για μια πιο υγιή και ισορροπημένη ζωή

Aπό τον Γκάμπορ Μάτε έως τον Όσσο: 5 βιβλία για μια πιο υγιή και ισορροπημένη ζωή

Πέντε βιβλία που κυκλοφόρησαν πρόσφατα μάς δείχνουν τον δρόμο για μια πιο υγιή και ισορροπημένη ζωή, μέσα από δεδομένα που προέκυψαν από σημαντικές επιστημονικές έρευνες των τελευταίων ετών και από πολύτιμα αποστάγματα πνευματικής εμβάθυνσης. 

Γράφει η Ελεάνα Κολοβού 

...
Πέντε αριστουργήματα κλασικής πεζογραφίας που αναμένονται τις επόμενες μέρες

Πέντε αριστουργήματα κλασικής πεζογραφίας που αναμένονται τις επόμενες μέρες

Και τα πέντε έχουν χαρακτηριστεί αριστουργήματα τόσο στην εποχή τους και στις συνθήκες που γράφτηκαν όσο και με σημερινά κριτήρια. Θα βρίσκονται στα ράφια των βιβλιοπωλείων τις επόμενες μέρες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Marquis De Sade «Οι Εκα...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ