
«Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη Γερμανία χρόνια μα τα ρολόγια τους δείχνουν ώρα Ελλάδος· που ανοίγουν με λαχτάρα το γκουγκλ μαπς για να δουν τα δέντρα έξω απ' το πατρικό τους και που αν μπορούσαν, θα χάιδευαν τα ρήθρα, τα κτήρια και τους φανοστάτες της γενέθλιας πόλης τους σαν να ήταν ράχη σκύλου». © Wikimedia
Της Ευγενίας Δούρου
10
Όταν είμαστε στην Ελλάδα, ονειρευόμαστε τη Γερμανία, κι όταν είμαστε στη Γερμανία, ονειρευόμαστε την Ελλάδα.
9
Πολλοί νομίζουν πως μας λείπουν οι αγαπημένοι άνθρωποι· ισχύει μονάχα εν μέρει: όλους αυτούς μπορείς να τους πάρεις τηλέφωνο. Όμως την πόλη δεν μπορείς να την πάρεις τηλέφωνο. Το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, του Σεφέρη, του Βύρωνα, την καρδιά του Κανάρη που φυλάσσεται στον πρώτο όροφο του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις νεραντζιές στα στενάκια πέριξ του Λυκαβηττού, το παγκάκι πίσω από το μνημείο του Λυσικράτη, τη φιγούρα της Ζυράννας Ζατέλη με τα πρασινομωβμπορτνώ ρούχα που κατεβαίνει σκυφτή τη Σταδίου, την κυρία Λένα που πουλάει σουτιέν και εσώρουχα σε μια στοά πίσω απ’ την Ομόνοια και που φωνάζει γελώντας στους άνδρες πελάτες της: «Είμαι η δεύτερη γυναίκα μετά τη γυναίκα σας που ξέρει τι εσώρουχα φοράτε…»
8
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη Γερμανία χρόνια μα τα ρολόγια τους δείχνουν ώρα Ελλάδος· που ανοίγουν με λαχτάρα το γκουγκλ μαπς για να δουν τα δέντρα έξω απ' το πατρικό τους και που αν μπορούσαν, θα χάιδευαν τα ρήθρα, τα κτήρια και τους φανοστάτες της γενέθλιας πόλης τους σαν να ήταν ράχη σκύλου. Άλλοι έχουν χρόνια να πατήσουν στη χώρα. Αποφεύγουν τους υπόλοιπους Έλληνες του εξωτερικού σαν να φέρουν κάποια μολυσματική ασθένεια. Άλλοι επιστρέφουν σε περιόδους διακοπών με ακριβά ρούχα και ξεκούραστα πρόσωπα: πώς ζείτε εδώ πέρα, μονολογούν. Tα λεωφορεία αγκομαχούν, τα αδέσποτα αλυχτούν, οι ζητιάνοι κράζουν. Κι όμως γυναικολόγο, νυχού, οδοντίατρο, λογιστή, κομμωτή, ψυχολόγο επισκέπτονται μόνο στην πατρίδα. Τέλος, είναι κι αυτοί που επιστρέφουν κάθε τόσο, μα αποφεύγουν τις γειτονιές της πρώιμης νιότης τους. Λες και θα βγει κάποιος στο μπαλκόνι και θ’ αρχίσει να τους πετάει βέλη· λες και θα τους απαγάγουν φαντάσματα.
7
Γιατί φύγαμε; Κάποιες φύγαμε από περιέργεια και περιπετειολαγνεία· ίσως και σκέτη λαγνεία. Θέλαμε ν’ αποκτήσει η ζωή μας πλοκή, να περπατήσουμε σε δρόμους που δεν είχαν διασχίσει αυτοί που μας μεγάλωσαν· να προκαλέσουμε την τύχη μας, να ταράξουμε τα νερά. Κάποιοι για να ξεφύγουμε από αυταρχικούς πατεράδες και καταθλιπτικές μαμάδες (ή αντιστρόφως), από μελαγχολικές αδελφές και αμετροεπείς θείες. Για να ησυχάσουμε. Για να φοβηθούμε. Για να αφήσουμε πίσω τη θλίψη του παιδικού δωματίου, τα κυριακάτικα τραπέζια κι αυτή τη δυσάρεστη μυρωδιά που έμοιαζε να μας ακολουθεί παντού. Κάποιοι άλλοι φύγαμε, γιατί δεν μπορούσαμε να γίνουμε αυτό που θέλαμε να γίνουμε, γιατί στα ελληνικά δεν υπήρχαν λέξεις για να το περιγράψουν – κι αν υπήρχαν, ακούγονταν σαν χόμπι.
6
Ορίστε μια πρόχειρη καταμέτρηση όσων μας ενοχλούν στο νέο τόπο: οι φουρνάρηδες, οι φαρμακοποιοί κι οι σερβιτόροι είναι αγενείς. Τα λαχανικά άγευστα. Οι σαλάτες δεν έχουν λάδι. Ασανσέρ, φωτιστικό οινόπνευμα κι απορροφητήρες δεν υπάρχουν ή σπανίζουν. Όλες οι Κυριακές μοιάζουν με Δεκαπενταύγουστο στη Σόλωνος και όχι από άποψη ζέστης. Οι άνθρωποι τινάζονται σαν ηλεκτρισμένοι άμα τύχει και τους αγγίξεις. Πάντα υπάρχει κάποιος κανόνας που παραβιάζεις χωρίς να το ξέρεις: απαγορεύεται να πετάς τα σκουπίδια μετά τις εννιά το βράδυ, να βάζεις σκούπα τις ώρες κοινής ησυχίας, να κουρεύεις το γκαζόν τις Κυριακές· λες και θα κουρεύαμε ποτέ το γκαζόν τις Κυριακές.
5
Στη Γερμανία επανεκτιμήσαμε την κληρονομιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: Έλληνες, Τούρκοι, Αλβανοί, Σύριοι, Σερβοκροάτες, Βούλγαροι, Ισραηλινοί πέφτουμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου σαν χαμένα αδέλφια που έχουν να ιδωθούν δυο αιώνες. Αναγνωριζόμαστε από τα εξής αλάνθαστα κριτήρια: οι άντρες άνω των τριάντα έχουν φαλάκρα κι οι γυναίκες βάφουν τα νύχια των ποδιών τους.
Μοιραζόμαστε παλιομοδίτικες εκφράσεις που δεν μεταφράζονται στα γερμανικά -γεια στα χέρια σου, σιγά σιγά, κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι- κι άλλες στις οποίες αντηχεί η βαλκανομεσογειακή ιστορία της βίας: θα σε κάνω να φτύσεις το γάλα της μάνας σου. Κι όμως η βία στη Γερμανία μοιάζει να πηγαίνει περίπατο: στα γιούγκο-πάρτυ, τα παιδιά αυτών που τριάντα χρόνια πριν αλληλοσφάζονταν, φασώνονται στις τουαλέτες. Έλληνες και Τούρκοι, Σύριοι κι Ισραηλινοί συνασπίζονται σ’ ένα κοινό μέτωπο γκρίνιας και δυσφορίας κατά του νέου τόπου. Όσο για τους Αλβανούς, σ’ αυτό το ουδέτερο έδαφος είμαστε επιτέλους ίσοι.
«Και πώς είναι τα πράγματα στη Γερμανία;», μας ρωτάνε φίλοι και συγγενείς και προσβλέπουν να μάθουν για τη γερμανική πολιτική σκηνή. Ας γελάσω. Μα εμείς δεν ξέρουμε ούτε το όνομα του πρωθυπουργού· ούτε ότι δεν τον λένε πρωθυπουργό, αλλά καγκελάριο.
Η σύγκριση με τους άλλους τόπους μάς προσγειώνει: οι Σύριοι έχουν δεκατρία χρόνια που δεν έχουν επισκεφτεί την πατρίδα τους· αν επιστρέψουν, θα τους συλλάβουν για λιποταξία. Οι Τούρκοι έχουν συνήθως κι από έναν θείο στη φυλακή. Οι Ισραηλινοί κι οι Παλαιστίνιοι σφίγγουν τα δόντια κάθε φορά που ακούγονται σειρήνες ή πυροτεχνήματα.
«Και πώς είναι τα πράγματα στη Γερμανία;», μας ρωτάνε φίλοι και συγγενείς και προσβλέπουν να μάθουν για τη γερμανική πολιτική σκηνή. Ας γελάσω. Μα εμείς δεν ξέρουμε ούτε το όνομα του πρωθυπουργού· ούτε ότι δεν τον λένε πρωθυπουργό, αλλά καγκελάριο. Οι μισοί παρακολουθούμε ειδήσεις απ’ τον τόπο καταγωγής μας κι οι άλλοι μισοί κάνουμε διάλειμμα απ’ τις ειδήσεις. Δουλεύουμε, προοδεύουμε κι ενδιαφερόμαστε μονάχα για τη λαχανόσουπά μας – αν μας καλέσει κάποιος φίλος, πάμε στην πορεία κατά της ακροδεξιάς. Τα Σαββατοκύριακα μας ρουφάει το ίντερνετ· αποσπάσματα απ’ την ελληνική τηλεόραση, αρθράκια, πόντκαστ, ελληνικό ραδιόφωνο. Βγαίνουμε Δευτέρα πρωί απ’ το σπίτι να πάμε στη δουλειά και κοιτάμε γύρω μας σα χαμένοι. Λες και ξεχάσαμε πως δεν βρισκόμαστε στην Ελλάδα.
4
Η ξένη γλώσσα δεν έχει παιδική ηλικία· δεν συνδέεται με γεύσεις και μυρωδιές. Επιπλέον, στην ξένη γλώσσα είσαι ανυπεράσπιστος. Μπορεί να πνίγεσαι με ένα ποτήρι νερό και να μην ξέρεις πώς λέμε «πνίγομαι» ή «βοήθεια». Όταν ψάχνεις μια λέξη και δεν τη βρίσκεις, μοιάζεις με ηθοποιό που ξέχασε τα λόγια του στην παράσταση. Στο τέλος, υποκλίνεσαι μολοταύτα και εισπράττεις χειροκροτήματα – ω, πόσο καλά γερμανικά μιλάτε! Μικρές ασκήσεις στην ήττα και στη γελοιοποίηση. Υπάρχουν όμως και πλεονεκτήματα: στην ξένη γλώσσα δεν αντηχούν οι φωνές των γονιών μας.
Στη Γερμανία κατακτάμε νέα εδάφη χωρίς οπισθοφυλακή. Διασχίζουμε τις μέρες χωρίς να μας ακολουθούν σβέλτες μάνες-νοσοκόμες ή οι θηριώδεις κοιλιές των πατεράδων μας: κοιλιές αλεξίσφαιρες που φαίνεται πως υπάρχουν για να εισπράττουν τα βέλη του κόσμου για λογαριασμό μας – συχνά να εισπράττουνε και τον λογαριασμό.
3
Λίγο πριν επιστρέψουμε Γερμανία, συγγενείς από Ελλάδα, ταξιτζήδες, φαρμακοποιοί μάς κατευοδώνουν ευχόμενοι «Καλά να περνάτε». Λες και η ζωή στη Γερμανία είναι διακοπές· λες και φεύγουμε για λονγκ γουικέντ. Η φράση υπονοεί ότι η πραγματική ζωή είναι στην Ελλάδα και πως οτιδήποτε άλλο συνιστά διάλειμμα – κάπως σαν την οικογένεια Ελβετών Ροβινσώνων που κάναν δυο χρόνια διακοπές σ’ ένα ερημονήσι του Ειρηνικού. Αντίστοιχα απορούν για τις σχέσεις με ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων: «Μα τι συζητάτε; Τι κοινό μπορεί να έχετε με κάποιον από το Χαρτούμ, το Λεβερκούζεν, την Αττάλεια;», αναρωτιούνται και απαριθμούν έρευνες και στατιστικές, βάσει των οποίων ένα στα δύο διαπολιτισμικά ζευγάρια χωρίζει. Μα κάθε ζευγάρι δεν είναι εξ ορισμού δυο χώρες που ενώνονται;
2
Στη Γερμανία κατακτάμε νέα εδάφη χωρίς οπισθοφυλακή. Διασχίζουμε τις μέρες χωρίς να μας ακολουθούν σβέλτες μάνες-νοσοκόμες ή οι θηριώδεις κοιλιές των πατεράδων μας: κοιλιές αλεξίσφαιρες που φαίνεται πως υπάρχουν για να εισπράττουν τα βέλη του κόσμου για λογαριασμό μας – συχνά να εισπράττουνε και τον λογαριασμό.
1
Κάποια μέρα χτυπάει το τηλέφωνο: η υγεία τέλειωσε. Τα γονεϊκά κάστρα κατέρρευσαν. Τα παρατάμε όλα. Γυρνάμε πίσω. Η ζωή που ζήσαμε στο Βορρά εξαϋλώνεται – σαν τζίνι που αναρροφάται απ’ το λυχνάρι.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ευγενία Δούρου γεννήθηκε το 1995 στην Αθήνα.

Είναι υποφήψια διδάκτορας συγκριτικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ζάρλαντ και στο ΑΠΘ.
ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική και εκφραστική επιμέλεια.






















