«Ο Κραπ πλησίασε, στάθηκε στην άκρη του ρήγματος και προσπάθησε να δει τι υπήρχε εκεί, μέσα στο ρήγμα. Το ρήγμα, εκτός από πολύ πλατύ, πρέπει να ήταν και πολύ βαθύ γιατί το μόνο που κατάφερε να δει ο Κραπ ήταν ένα τίποτα». © Gisele Schmidt

Του Δημήτρη Τσεκούρα

Αποβραδίς είχε κάνει μπάνιο. Μετά ντύθηκε, στολίστηκε, άναψε τσιγάρο και έπεσε στο κρεβάτι ανάσκελα. Κάπνισε όλο του τσιγάρο, το έσβησε πολύ προσεκτικά μέσα σε ένα πολύ συνηθισμένο γυάλινο τασάκι κι ύστερα προσπάθησε να κοιμηθεί. Κι επάνω που ο ύπνος πήγαινε επιτέλους να τον πάρει, ένα κουνούπι τον έβγαλε από τον βαθύ του λήθαργο. Έξυσε τον λαιμό του, σηκώθηκε με σχετικά αργές κινήσεις από το κρεβάτι. Το κρεβάτι έτριξε λίγο. Πήγε προς το παράθυρο. Τράβηξε τη γκρι κουρτίνα και κοίταξε για λίγο έξω. Σε λίγο θα ξημέρωνε. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Είχε αδυνατίσει πολύ. Ένα κοντομάνικο πράσινο σκούρο μπλουζάκι που φορούσε είχε τσαλακωθεί. Άναψε τσιγάρο, το κοίταξε λίγο, χαμογέλασε, το κάπνισε. Ο Κραπ κάπνιζε από πολύ μικρός. Φορούσε κι ένα σκούρο πράσινο παντελόνι. Το αγαπούσε πολύ αυτό το παντελόνι. Το είχε αγοράσει πολύ παλιά σε ένα νησί. Κάτι έψαξε μέσα στις τσέπες του παντελονιού του αλλά δεν βρήκε τίποτα. Ποιος ξέρει;, σκέφτηκε. Μετά άνοιξε μια μικρή και σχεδόν μαύρη τσάντα, κοίταξε για λίγο μέσα, ψαχούλεψε με το δεξί του χέρι κάτι πράγματα που ήταν σαν πεταμένα μέσα στην τσάντα, το χέρι του κοντοστάθηκε κάποια στιγμή σε κάτι που άγγιξε. Χαμογέλασε, έκλεισε την τσάντα, μετά κοίταξε τα καφέ φθαρμένα μποτάκια που φορούσε, έσκυψε, έσφιξε λίγο τα κορδόνια τους, ίσιωσε και κάτι μαύρες κάλτσες που φορούσε, και μετά κάθισε για λίγο σε μια καρέκλα που υπήρχε μέσα στο μικρό δωμάτιο. Κοίταξε το ταβάνι, χαμογέλασε.

 Ο Κραπ έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα. Κι έφερε για λίγο στον νου του το δικό του ψηλό δέντρο, το αγαπημένο του δέντρο

Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Θα έφευγε από εδώ. Πήγε στο πολύ μικρό μπάνιο και έριξε μπόλικο παγωμένο νερό στο πρόσωπό του. Δεν σκουπίστηκε. Μετά από λίγο βγήκε από το δωμάτιο. Το δωμάτιο βρισκόταν στον πρώτο όροφο. Κατέβηκε κάτω, με προσοχή μεγάλη στα σκαλιά να μην σκοντάψει και βγήκε έξω, στην αυλή. Ο κήπος μύριζε πολύ όμορφα. Στον κήπο υπήρχαν πολλά δέντρα. Όμορφα ψηλά και πανύψηλα δέντρα. Ο Κραπ έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα. Κι έφερε για λίγο στον νου του το δικό του ψηλό δέντρο, το αγαπημένο του δέντρο· βρισκόταν κάπου προς το τέλος της αυλής και του κήπου που περικύκλωνε το κρατητήριο, αλλά από την πίσω μεριά του. Κι όταν ο Κραπ, έστω για λίγο, μπορούσε να μην βλέπει κανέναν απολύτως άνθρωπο, πήγαινε και καθόταν κάτω από αυτό το δέντρο και η ψυχή του κάπως ηρεμούσε. Όμως τώρα ο Κραπ βρισκόταν στην μπροστινή μεριά του οικήματος και δεν πήγε να χαιρετήσει το δέντρο και να του πει έστω ένα γεια.

Ο Κραπ δεν τα πήγαινε και πολύ καλά με τους αποχαιρετισμούς. Του φαίνονταν όλοι ψεύτικοι.

Ο Κραπ περπάτησε σχετικά γρήγορα και έφτασε κοντά στον κεντρικό δρόμο. Κοντοστάθηκε για λίγο, αντάλλαξε κάνα δυο ευγενικές κουβέντες με κάποιον κύριο που ήταν εκεί, έναν κύριο που ο Κραπ δεν τον πολυσυμπαθούσε, από μακριά φαινόταν σαν να χαμογελούσε ο ένας στον άλλον, ύστερα ο Κραπ έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσάντα του, τράβηξε μια πολύ δυνατή ρουφηξιά, το έσβησε εκεί επί τόπου όμως με τα καφέ φθαρμένα μποτάκια του, περπάτησε καμιά δεκαριά μέτρα που είχαν απομείνει όλα κι όλα, δέκα μέτρα, είναι μόνο δέκα μέτρα!, είπε από μέσα του ο Κραπ, και βγήκε έξω. Τα αυτοκίνητα τρέχανε το ένα πίσω από το άλλο και προς τις δύο κατευθύνσεις της λεωφόρου. Κάποια θέλανε να τρέξουν περισσότερο και κορνάρανε. Εκτός αν είχαν κάποιον άρρωστο μέσα. Πού να ξέρεις;, σκέφτηκε ο Κραπ και πήρε αμέσως την κατεύθυνση του δρόμου που θα τον έβγαζε στη μεγάλη πόλη. Στον Κραπ άρεσε πολύ το περπάτημα και περπάτησε κάμποσο. Και μολονότι ήταν πολύ ταλαιπωρημένος, το περπάτημα δεν έδειχνε να τον έχει κουράσει καθόλου.

Σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα. Η μεγάλη μέρα ήταν ήδη εδώ, ο Κραπ είχε βγει από το κρατητήριο και την αυλή του και τα πανύψηλα ήσυχα δέντρα του. Ο Κραπ ήταν τώρα, να!, αυτή τη στιγμή ο Κραπ περπατάει, κοιτάτε και ακούστε τα βήματά του με πόση προσήλωση και υπακοή ακολουθούν το ένα το άλλο καθώς ξανοίγονται από το κρατητήριο προς την πόλη με τους πολλούς ανθρώπους, τον βλέπετε;, αποκλείεται να μην τον βλέπετε, ελάχιστοι άνθρωποι περπατάνε πρωί πρωί μόνοι τους σε αυτό το σημείο της λεωφόρου, έτσι όπως τρέχουνε σαν μανιασμένα τα αυτοκίνητα είναι πολύ πιθανό να πέσει κάποιο αυτοκίνητο επάνω σου και να σε διαλύσει εκεί επιτόπου, οπότε ελάχιστοι είναι οι άνθρωποι που παίρνουνε το ρίσκο όλο επάνω τους και περπατάνε εκεί, ο Κραπ όμως ναι, ανήκει σε αυτούς τους ελάχιστους και κοιτάχτε τον τώρα!, περπατάει σαν να μην συμβαίνει τίποτα, το κρατητήριο εντωμεταξύ όλο και απομακρύνεται, όλο και ξεθωριάζει, ο Κραπ δεν κοιτάζει πίσω του, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα καινούργιο να δει προς τα πίσω του, το διώροφο κρατητήριο το ξέρει απέξω κι ανακατωτά. Δεν είναι όλες οι μέρες ίδιες, σκέφτεται ο Κραπ και κατσουφιάζει λίγο.

Ο Κραπ βγάζει από την τσάντα του ένα παλιό μικρό κασετόφωνο ηχογράφησης, το φέρνει κοντά στο στόμα του και κάτι ξεκινάει να πει αλλά σταματάει σχεδόν αμέσως. Το μόνο που πρόλαβε να ψελλίσει ήταν δυο λέξεις: Το κρατητήριο.

Ο καιρός είναι πολύ καλός. Ο ουρανός υπερβολικά γαλανός. Εκείνο το υπερβολικά πολύ μπλε που μπορεί να σε τρελάνει έτσι όπως κρέμεται σαν ειρωνεία πάνω από τις πόλεις με τους πολλούς ανθρώπους. Στην εξοχή είναι αλλιώς τα πράγματα. Μετά από λίγο ο Κραπ φτάνει σε μια πολύ πυκνοκατοικημένη περιοχή. Γλυκοκοιτάζει μια γυναίκα, είναι πολύ όμορφη, αυτή όμως του ρίχνει ένα πολύ άγριο βλέμμα και χάνεται βιαστική μέσα στο πλήθος. Ο Κραπ αναρωτιέται τι κακό της έκανε και τον αγριοκοίταξε. Κάθεται κάπου, κοιτάζει μέσα στην τσάντα του, ναι, κάτι κέρματα που έχει φτάνουνε, παραγγέλλει έναν καφέ και μία τυρόπιτα. Σήμερα είναι η μεγάλη μέρα και το γιορτάζει ο Κραπ. Χαμογελάει. Παλιά δεν χαμογελούσε και πολύ συχνά. Εδώ και κάμποσο καιρό όμως χαμογελάει πολύ τακτικά. Όλοι χαμογελούσαν μέσα στο κρατητήριο. Ήταν ο πιο αυστηρός κανόνας μέσα στο κρατητήριο. Υπήρχε, μάλιστα, και κρεμασμένος με κατάμαυρα χοντρά κεφαλαία γράμματα σε διάφορα σημεία μέσα στο κρατητήριο: ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΧΑΜΟΓΕΛΑΤΕ.

Ο Κραπ βγάζει από την τσάντα του ένα παλιό μικρό κασετόφωνο ηχογράφησης, το φέρνει κοντά στο στόμα του και κάτι ξεκινάει να πει αλλά σταματάει σχεδόν αμέσως. Το μόνο που πρόλαβε να ψελλίσει ήταν δυο λέξεις: Το κρατητήριο. Α ναι, αυτές σίγουρα πρόλαβε και τις κατέγραψε το παλιό μικρό κασετόφωνο! Δεν είναι και λίγες δυο λέξεις, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός!, σκέφτεται ο Κραπ και χαίρεται πολύ με αυτή την αισιόδοξη σκέψη που έκανε. Βάζει και πάλι το μικρό κασετόφωνο μέσα στην τσάντα του. Απολαμβάνει τον καφέ που του τον σέρβιρε ένας πολύ χαμογελαστός κύριος. Ο Κραπ σκέφτεται ότι εδώ που κάθεται τώρα είναι πάρα πολύ ωραία και θα καθίσει όσο το δυνατόν περισσότερο σήμερα εδώ. Σήμερα είναι μια πάρα πολύ σημαντική μέρα. Τρώει με βουλιμία όλη του την τυρόπιτα, σκουπίζει τα χείλια του, πίνει μια γουλιά νερό, αναστενάζει, κοιτάζει προσεκτικά τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονται, πίνει με ηδονή μια γουλιά από τον καφέ του. Τον τελείως δικό του καφέ.

Σκέφτεται ποιον θα μπορούσε να πάρει τηλέφωνο αλλά δεν του έρχεται κανείς στο μυαλό.

Μετά από λίγο έχει την εντύπωση ότι το τραπεζάκι στο οποίο κάθεται κουνιέται λίγο. Δίκιο είχε γιατί όπως κατάλαβε μετά από κάμποση ώρα -ο Κραπ ήταν λίγο χαζούλης-, δεν είχε κουνηθεί μόνο το δικό του τραπεζάκι αλλά όλα τα τραπεζάκια και όλες οι καρέκλες. Πολλά ποτήρια, μάλιστα, και κάτι μικρές κανάτες με νερό είχαν πέσει από τα τραπεζάκια και σπάσανε.

Είχε γίνει σεισμός.

Ο Κραπ έβγαλε και πάλι το παλιό μικρό κασετόφωνο από την τσάντα του και κατέγραψε άλλες δυο λεξούλες: Ο σεισμός. Δύο και δύο, το σύνολον τέσσερις ολόκληρες λέξεις, είπε φωναχτά ο Κραπ κι έβαλε το μικρό κασετόφωνο μέσα στη μαύρη του τσάντα. Ο Κραπ ένιωσε πάρα πολύ τυχερός γιατί φοβόταν πάρα πολύ τους σεισμούς αλλά μόνο όταν ήταν μέσα. Φοβόταν πάρα πολύ μην του πέσει το ταβάνι στο κεφάλι. Τώρα όμως δεν ήταν μέσα. Τώρα ήταν έξω. Μωρέ άμα θέλουν να βοηθήσουν οι Θεοί…, σκέφτηκε ο Κραπ και χαμογέλασε. Ξαφνικά διαπίστωσε ότι κάτι άνθρωποι που κάθονταν στα διπλανά τραπεζάκια είχαν εξαφανιστεί από τη θέση τους. Ο σερβιτόρος πλησίασε τον Κραπ, αυτή τη φορά ο σερβιτόρος δεν ήταν καθόλου χαμογελαστός, το ακριβώς αντίθετο: αυτή τη φορά ο σερβιτόρος ήταν πολύ σκυθρωπός, ήταν σαν να του είχε συμβεί κάτι το ανεπανόρθωτο, και είπε στον Κραπ ότι καλό είναι να φύγει και αυτός, όπως είχαν φύγει και οι υπόλοιποι άνθρωποι, γιατί είναι σίγουρο μάλλον ότι θα γίνει και άλλος σεισμός, πολύ πιο δυνατός αυτή τη φορά. Όταν γίνεται σεισμός, ποτέ δεν είναι μόνο ένας, είπε όλο νόημα ο σερβιτόρος. Καλό είναι να πάρετε και εσείς τις προφυλάξεις σας, είπε μετά ο σερβιτόρος. Αυτό, μάλιστα, σχεδόν έσκυψε και το ψιθύρισε στο αυτί του Κραπ. Ο Κραπ δεν είπε τίποτε, ο Κραπ πίστευε ανέκαθεν όλα όσα του έλεγαν οι άλλοι άνθρωποι, πλήρωσε και σηκώθηκε να φύγει. Το θέαμα στον δρόμο δεν ήταν καθόλου ωραίο. Κάμποσα σπίτια είχαν γκρεμιστεί. Όλοι οι άνθρωποι σχεδόν είχανε βγει στον δρόμο. Και παντού ακουγόταν κάτι σαν θρήνος. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που ο Κραπ χρειάστηκε να περάσει ανάμεσα και από πτώματα. Επιτάχυνε κάπως το βήμα του αλλά χωρίς κανέναν προφανή σκοπό. Τα αυτοκίνητα είχαν όλα ακινητοποιηθεί στον μεγάλο δρόμο. Και προς τις δύο κατευθύνσεις. Καμία ροή. Τίποτα. Ακίνητες πολύχρωμες λαμαρίνες στη μέση του δρόμου. Ο Κραπ θυμήθηκε μια μέρα στο κρατητήριο, ιδέα δεν είχε πόσος χρόνος είχε περάσει από τότε, μία μέρα που είχαν έρθει δύο παλιοί φίλοι να τον δούνε αλλά κανένας δεν ήξερε τι να πει σε κανέναν και σταθήκανε όλοι, ο Κραπ από τη μία πλευρά και οι δύο παλιοί του αγαπημένοι φίλοι από την άλλη πλευρά, την απέναντι πλευρά, και κανένας δεν έλεγε τίποτε σε κανέναν· εκεί στη μέση ενός από τους πολλούς δαιδαλώδεις διαδρόμους που διέθετε το κρατητήριο. Τα πλακάκια των διαδρόμων ήταν μουντά και, από το πολύ πλύσιμο που τους έκανε τρεις φορές την ημέρα μία πολύ χαμογελαστή κυρία, τα πλακάκια γυαλίζανε κιόλας. Μετά από λίγο ο Κραπ είδε τρεις ανθρώπους. Κρατιόντουσαν από το χέρι, εάν ο Κραπ κατάλαβε καλά, ήταν μάλλον ένας μπαμπάς, μία μαμά και ένα αγοράκι ανάμεσά τους. Ο Κραπ χαμογέλασε αμέσως μόλις τους είδε αλλά αυτοί μάλλον δεν τον είδαν καν, τα μάτια τους ήταν πολύ ταραγμένα, περάσαν ξυστά από δίπλα του, κι αυτό ήταν όλο. Ο Κραπ άνοιξε την τσάντα του, έβγαλε το μικρό κασετόφωνο του και ηχογράφησε με δυνατή και θαυμαστική φωνή: Αυτό ήταν όλο! Τέλεια!, μονολόγησε μετά ο Κραπ. Τρεις λέξεις ακόμα. Δύο και δύο τέσσερις, και άλλες τρεις εφτά! Εφτά ολόκληρες λέξεις! Κάτι ελικόπτερα όμως που είχαν αρχίσει να πετούν αποσυντόνισαν τον Κραπ. Έστρεψε τα μαύρα του μάτια προς τον ουρανό αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς γινόταν. Τα ελικόπτερα, σιγά σιγά, γίνονταν όλο και πιο πολλά. Από κάθε σημείο του ουρανού εμφανίζονταν ελικόπτερα. Μωρέ, τι μέρα είναι τούτη;! είπε με θαυμασμό ο Κραπ.

Κάπου στον δρόμο είχε δημιουργηθεί ένα πολύ μεγάλο ρήγμα. Πολύ πλατύ. Ο Κραπ πλησίασε, στάθηκε στην άκρη του ρήγματος και προσπάθησε να δει τι υπήρχε εκεί, μέσα στο ρήγμα. 

Θυμήθηκε μια αγάπη που είχε κάποτε, μια πολύ μεγάλη αγάπη, μια αγάπη από αυτές που, ακόμα και να τελειώσουν, κρατάνε για πάντα. Η αγάπη εκείνη ήταν σαν ελικόπτερο και πετούσε συνέχεια από πάνω του. Ε πώς να μην χαμογελάσει ξανά λοιπόν ο Κραπ; Κάπου στον δρόμο είχε δημιουργηθεί ένα πολύ μεγάλο ρήγμα. Πολύ πλατύ. Ο Κραπ πλησίασε, στάθηκε στην άκρη του ρήγματος και προσπάθησε να δει τι υπήρχε εκεί, μέσα στο ρήγμα. Το ρήγμα, εκτός από πολύ πλατύ, πρέπει να ήταν και πολύ βαθύ γιατί το μόνο που κατάφερε να δει ο Κραπ ήταν ένα τίποτα. Ένα υπερβολικά μαύρο τίποτα. Ο Κραπ έκανε λίγο προς τα πίσω να μην το ρουφήξει το ρήγμα. Το κρύο που έβγαινε από αυτό το κατάμαυρο ρήγμα ήταν υπερβολικά κρύο. Και το κρατητήριο ήταν πάντοτε κρύο. Παγωμένο. Και τα ρούχα δεν ήταν ποτέ αρκετά. Ούτε οι λεπτές και σκισμένες κουβέρτες. Ο Κραπ απομακρύνθηκε από το ρήγμα και είπε να επιστρέψει στο τραπεζάκι του και να συνεχίσει τον καφέ του. Εάν θυμάται καλά, πρέπει να είχαν απομείνει τέσσερις-πέντε γουλιές ακόμα από τον καφέ του. Τέσσερις-πέντε γουλιές είναι πάρα πολλές γουλιές, σκέφτηκε ο Κραπ αλλά αυτή τη στιγμή, για έναν πολύ περίεργο λόγο, δεν χαμογέλασε καθόλου. Προσπάθησε να βρει κατά πού έπεφτε εκείνο το μέρος με το τραπεζάκι του και τον καφέ επάνω στο τραπεζάκι του αλλά δεν μπόρεσε καθόλου να το βρει. Κάθισε για λίγο κάτω στον δρόμο, κανένας κίνδυνος δεν υπήρχε να τον πατήσει κάποιο μανιασμένο αυτοκίνητο ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων, τα πάντα είχαν παγώσει και ακινητοποιηθεί. Τα πάντα είχαν γίνει μια σαν μια συνεχόμενη παγωμένη φωτογραφία. Ή ένα συνεχόμενο παγωμένο γλυπτό. Δύο σκυλιά τον πλησίασαν και τον κοίταξαν στα μάτια. Το ένα είχε ένα λουράκι στον λαιμό του. Το άλλο όχι. Και μετά τα σκυλιά πήγαν και χάθηκαν κάπου μέσα στη συνεχόμενη παγωμένη φωτογραφία. Ο Κραπ χαμογέλασε ξανά ευτυχώς. Πήρε μια μικρή πέτρα από τον δρόμο, την κοίταξε με προσοχή, ποτέ άλλοτε μια πέτρα δεν του είχε φανεί τόσο σημαντική. Την έβαλε μέσα στη μαύρη του τσάντα. Ποτέ δεν ξέρεις, σκέφτηκε. Η σημερινή μέρα είναι πολύ σημαντική. Ο Κραπ, όμως, που δεν μπορεί να ξεχάσει και τόσο εύκολα, τώρα σκέφτεται το κρατητήριο και σκέφτεται ότι το πιο πιθανό είναι αυτή τη στιγμή όλοι οι κρατούμενοι μέσα στο κρατητήριο να είναι πολύ σκεφτικοί και το μόνο που σκέφτονται να είναι πώς θα τα καταφέρουνε. Τίποτε άλλο. Μόνο αυτό: πώς θα τα καταφέρουνε; Καμία άλλη σκέψη δεν υπήρχε ποτέ και για κανέναν μέσα στο κρατητήριο. Ο Κραπ όμως τώρα είναι έξω από το κρατητήριο. Και η σημερινή μέρα δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τις εκατοντάδες προηγούμενες μέρες που είχανε ξημερώσει και είχανε μεσημεριάσει και είχανε σουρουπώσει και είχανε βραδιάσει και είχανε νυχτώσει για τα καλά και είχανε και ξημερώσει και πάλι μέσα στο απομακρυσμένο από την πόλη με τους ανθρώπους κρατητήριο.

Στο κρατητήριο υπήρχε πάντοτε μία απόλυτη οργάνωση. Μία οργάνωση που είχε να κάνει με τους πάντες και τα πάντα: τα πράγματα, τις ώρες, τις συνήθειες, τα δέντρα που υπήρχαν στον κήπο, τους κουρασμένους ανθρώπους, την αυστηρότητα. Μια οργάνωση που είχε να κάνει ακόμα και με τους σεισμούς.

Ένας γέρος πλησίασε μετά από λίγο τον Κραπ. Εσείς ακούσατε τίποτα;, ρώτησε τον Κραπ και η φωνή του ήταν γεμάτη απόγνωση. Εσείς ακούσατε τίποτα; Ο Κραπ τον ρώτησε τι ακριβώς εννοούσε με την ερώτηση που του έκανε, ο γέρος κοίταξε κάπως παράξενα τον Κραπ, δεν του απάντησε τίποτα, μετά ο γέρος σήκωσε το μπαστουνάκι του και σαν να έγραψε κάτι στον αέρα με αυτό και κατόπιν συνέχισε τον δρόμο του. Η αλήθεια είναι ότι ο Κραπ τη σημερινή μέρα δεν τη φανταζόταν και τόσο διαφορετική από τις εκατοντάδες προηγούμενες μέρες. Στο κρατητήριο υπήρχε πάντοτε μία απόλυτη οργάνωση. Μία οργάνωση που είχε να κάνει με τους πάντες και τα πάντα: τα πράγματα, τις ώρες, τις συνήθειες, τα δέντρα που υπήρχαν στον κήπο, τους κουρασμένους ανθρώπους, την αυστηρότητα. Μια οργάνωση που είχε να κάνει ακόμα και με τους σεισμούς. Άλλωστε, υπήρχε και η αντίστοιχη ταμπέλα μέσα στο κρατητήριο: ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΟΝΤΑΙ. Αν όλα πάνε καλά, σκέφτηκε ο Κραπ, αύριο θα καθίσω και πάλι κάπου να πιω έναν καφέ και να φάω μία τυρόπιτα. Προς στιγμή σκέφτηκε να βγάλει από την τσάντα του το μικρό κασετόφωνο και να ηχογραφήσει τη φράση Αν όλα πάνε καλά, μετά όμως θυμήθηκε ότι αυτή τη φράση την έχει ηχογραφημένη τουλάχιστον τρεις φορές. Θυμόταν ακόμα και τον τόνο της φωνής του σε κάθε μία από αυτές τις παλιές ηχογραφήσεις. Στην πρώτη ηχογράφηση η φωνή του ήταν πολύ αδιάφορη. Σαν να μην καταλάβαινε καθόλου το νόημα αυτής της φράσης. Στη δεύτερη ηχογράφηση, η φωνή του είχε τρόμο. Και στην τρίτη ηχογράφηση, την τελευταία, η φωνή του ήταν πάρα πολύ χαμηλή, λες και φοβόταν να την ξεστομίσει τη φράση. Ο Κραπ χαμογέλασε. Πάντα χαμογελούσε όταν θυμόταν πώς ακουγόταν η φωνή του παλιά. Η σημερινή μέρα που δεν ήταν καθόλου μία συνηθισμένη μέρα είχε προχωρήσει πολύ. Ένα σωρό ώρες είχαν κυλήσει και είχαν φύγει από πάνω της για πάντα. Ούτε που το κατάλαβε ο Κραπ πότε πήρε να σκοτεινιάζει. Σηκώθηκε από κάτω που καθόταν, στάθηκε για λίγο ακίνητος εντελώς, κοίταξε προς τον ουρανό. Τα ελικόπτερα είχαν εξαφανιστεί. Ο ουρανός είχε αρχίσει να μαυρίζει κάπως. Αναρωτήθηκε τι έπρεπε να κάνει. Αναρωτήθηκε τι ήθελε να κάνει. Αναρωτήθηκε τι μπορούσε να κάνει. Έπρεπε, ήθελε, μπορούσε. Ο Κραπ σκέφτηκε τις τρεις λέξεις και χαμογέλασε. Πάντοτε χαμογελούσε με τις λέξεις ο Κραπ. Και κυρίως με τα ρήματα. Στερέωσε την τσάντα καλά στον ώμο του. Και πήρε τον δρόμο πίσω προς το κρατητήριο. Σε λίγο θα ακουγόταν εκείνος ο εκκωφαντικός μεταλλικός ήχος και η κεντρική θεόρατη πύλη του θα έκλεινε. Επιτάχυνε το βήμα του για να προλάβει. Εν δυο, εν δυο, εν δυο. Κι αυτό εις το διηνεκές. Από κάπου ακουγόταν ήχος από καμπάνες που χτυπούσαν πολλές και όλες μαζί. Ο ήχος όλο και δυνάμωνε. Ο Κραπ θυμήθηκε το χωριό του και πήρε μια ανάσα με αβάσταχτη νοσταλγία. Μετά χαμογέλασε. Επιτάχυνε κι άλλο το βήμα του. Κι αν τον έβλεπε κάποιος τώρα, μπορεί και να νόμιζε ότι ο Κραπ δεν περπατούσε αλλά ότι έτρεχε μέσα στη λάσπη και τη βροχή. Ο ήχος από τις καμπάνες είχε δυναμώσει κι άλλο. Θαρρείς και τίποτε άλλο δεν υπήρχε αυτή τη στιγμή παρά μόνο ένας ήχος. Ο ήχος από όλες τις καμπάνες της πόλης και των περιχώρων. Ένας ήχος που δεν έλεγε να σταματήσει να δυναμώνει.

Ο Κραπ έφτασε ακριβώς έξω από εκεί που βρισκόταν το κρατητήριο.

Στάθηκε και κοίταξε ολόισια μπροστά του.

Το κρατητήριο δεν υπήρχε πουθενά.


Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Ο Δημήτρης Τσεκούρας είναι πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και μεταφραστής. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία με ειδίκευση στη Γλωσσολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ και στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων.

Διδάσκει Δραματολογία, Δημιουργική Γραφή, Αρχαία Ελληνικά και Λατινικά. Τελευταίο βιβλίο του, το θεατρικό έργο Θηριοτροφείο – Γυάλινος κόσμος (εκδ. Βακχικόν). 


ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ

Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική και εκφραστική επιμέλεια.

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ο δεκάλογος των εξπάτς (διήγημα)

Ο δεκάλογος των εξπάτς (διήγημα)

«Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν στη Γερμανία χρόνια μα τα ρολόγια τους δείχνουν ώρα Ελλάδος· που ανοίγουν με λαχτάρα το γκουγκλ μαπς για να δουν τα δέντρα έξω απ' το πατρικό τους και που αν μπορούσαν, θα χάιδευαν τα ρήθρα, τα κτήρια και τους φανοστάτες της γενέθλιας πόλης τους σαν να ήταν ράχη σκύλου». © Wikimedia...

Παιχνίδια για λίγους (διήγημα)

Παιχνίδια για λίγους (διήγημα)

«Μόλις έφυγε ο επίλεκτος της φρουράς, ο νεαρός βοηθός παρέμεινε στο πλευρό του Γραμματέα για κάθε ενδεχόμενο. Πρόσεξε τον έμπιστο του υπουργού, καρφωμένο στην καρέκλα, αγέλαστο, αφοσιωμένο». Εικόνα: Από την ταινία «S.O.S Πεντάγωνο καλεί Μόσχα». 

Του ...


Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία: «Τηλεγράφημα 95» του Κυριάκου Χαρίτου

Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία: «Τηλεγράφημα 95» του Κυριάκου Χαρίτου

50 συγγραφείς, από τη νεότερη και την πολύ νεότερη γενιά, έγραψαν για την bookpress.gr «Μια αλλόκοτη καλοκαιρινή ιστορία». Σήμερα, ο Κυριάκος Χαρίτος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

ΤΗΛΕΓΡΑΦΗΜΑ 95 ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Είκοσι» – ένα ποίημα του Παντελή Μπουκάλα (1957)

«Είκοσι» – ένα ποίημα του Παντελή Μπουκάλα (1957)

Ένα ποίημα από τη συλλογή «Είκοσι» του Παντελή Μπουκάλα (1957), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα (2026). Κεντρική εικόνα: από τη «Θυσία» του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Επιμέλεια: Οράτιος

11.

...
Βραβεία Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών από την Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών – Όλες οι υποψηφιότητες στις 17 κατηγορίες

Βραβεία Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών από την Ελληνική Ένωση Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών – Όλες οι υποψηφιότητες στις 17 κατηγορίες

126 υποψηφιότητες για 17 βραβεία, ενώ θα δοθούν 2 έπαινοι και το Μεγάλο Βραβείο Θεάτρου. Η Τελετή Απονομής των Βραβείων Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών της Ελληνικής Ένωσης Κριτικών Θεάτρου και Παραστατικών Τεχνών (ΕΛ.Ε.Κ.ΘΕ.Π.ΤΕ) θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου, στις 12:00, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Ελλάδος...

«Η κόκκινη γελάδα» του Μιλτιάδη Φρύσσα (μυθιστόρημα) – Για την αθωότητα των ζώων, για το δράμα των ανθρώπων

«Η κόκκινη γελάδα» του Μιλτιάδη Φρύσσα (μυθιστόρημα) – Για την αθωότητα των ζώων, για το δράμα των ανθρώπων

Για το μυθιστόρημα του Μιλτιάδη Φρύσσα «Η κόκκινη γελάδα» (εκδ. Βαγονέτο). Εικόνα: Ο πίνακας του Καζιμίρ Μαλέβιτς «Αγελάδα και βιολί». 

Γράφει ο Παναγιώτης Γούτας

Οι νεότευκτες εκδόσεις «Βαγονέτο» του (μεταξύ άλλων) συγγραφ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

«Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» του Λέοντος Τολστόι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Λέοντος Τολστόι «Κατά του κυνηγιού και της κρεοφαγίας» (εισαγωγή – μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας), το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ροές.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόσφατα βρέθηκ...

«Τουρισμός σε μετάβαση» της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου (προδημοσίευση)

«Τουρισμός σε μετάβαση» της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση του 1ου Κεφαλαίου από το βιβλίο της Παναγιώτας (Γιόλας) Διονυσοπούλου «Τουρισμός σε μετάβαση – Πολιτική, αγορά και ανάπτυξη», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Παπαζήση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

«Σε ξένο δωμάτιο» του Ντέιμον Γκάλγκατ (προδημοσίευση)

«Σε ξένο δωμάτιο» του Ντέιμον Γκάλγκατ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ντέιμον Γκάλγκατ [Damon Galgut] «Σε ξένο δωμάτιο» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 7 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Aρχίζουν να αλληλογραφούν. Κά...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Από τον μπαμπούλα στον Μεσημερά, από τον Δράκουλα στους βουρκόλακες: Πέντε καλά βιβλία ελληνικού λαογραφικού τρόμου

Φαντάσματα, μπαμπούλες και βρικόλακες της ελληνικής επαρχίας: Πέντε καλά λογοτεχνικά βιβλία λαογραφικού τρόμου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα. Εικόνα: Από τη συλλογή «Η χτυπημένη και άλλες ιστορίες με φαντάσματα» (εκδ. Ροές), παραλλαγή της κεντρικής εικόνας.

Επιλογή-παρουσίαση: ...

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Η διαρκής γοητεία του Έντγκαρ Άλαν Πόε: Γιατί τον διαβάζουμε σήμερα, ποιους συγγραφείς επηρέασε – 3 πρόσφατες εκδόσεις

Μια ημέρα σαν σήμερα, στις 7 Οκτωβρίου 1849, πέθανε στη Βαλτιμόρη ο Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe). Γιατί, περισσότερα από εκατόν εβδομήντα χρόνια μετά, συνεχίζουμε να διαβάζουμε το έργο του και τρία καλά βιβλία του που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωρ...

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

«Μαζεύοντας φθινοπωρινά φύλλα» – 15 συλλογές σύγχρονης ελληνικής ποίησης

Δεκατέσσερις πρόσφατες ποιητικές συλλογές συν ένα σημαντικό συγκεντρωτικό έργο συνθέτουν τα φθινοπωρινά ποιητικά μας αναγνώσματα (κάποια ήταν και καλοκαιρινά). Εικόνα: "La ramasseuse de feuilles mortes", Ερνέστ Μπιέλερ (1863-1948).

Επιλογή-παρουσίαση: Κ.Β. Κατσουλάρης ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ