
«Μόλις έφυγε ο επίλεκτος της φρουράς, ο νεαρός βοηθός παρέμεινε στο πλευρό του Γραμματέα για κάθε ενδεχόμενο. Πρόσεξε τον έμπιστο του υπουργού, καρφωμένο στην καρέκλα, αγέλαστο, αφοσιωμένο». Εικόνα: Από την ταινία «S.O.S Πεντάγωνο καλεί Μόσχα».
Του Γιώργου Νούρη
Ο άνδρας με το κοστούμι, σε απόχρωση βαθύ σμαραγδί, ήταν το χαρακτηριστικό είδος ανθρώπου που έδινε μεγάλη σημασία στην έγκριση της εμφάνισης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κοστούμι προσέδιδε μια κινηματογραφική αίσθηση, καταξιώνοντας την παρουσία του μέσα στο πλήθος των αφόρητα μελαγχολικών πολιτών οι οποίοι γυρόφερναν σαν κομπάρσοι. Ερμήνευε τον ρόλο του με προσήλωση, υποκλινόμενος μπροστά στην αμετάβλητη διάθεση του αφεντικού του, θέλοντας να πιστεύει, ως αναντικατάστατο γρανάζι, στη λειτουργία της θεόρατης μηχανής κάτω από τα πόδια του λαού. Η υπεροπτική σκέψη του ότι διέφερε από το πλήθος τού έδινε κίνητρο να αποδέχεται κάθε είδους ιδιότροπες εντολές οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας. Την εικόνα του άνδρα ολοκλήρωνε η μικρή δερμάτινη τσάντα την οποία κρατούσε σφιχτά εσωκλείοντας στο εσωτερικό της μυστικά, σαν απόδειξη του δραματικού ρόλου του, τοποθετημένου στο σκηνικό ενός ιστορικού γεγονότος ενορχηστρωμένου από τα ειδησεογραφικά μέσα.
Η σκληρή αλήθεια είναι ότι το διάστημα που υποχρεώθηκε να κινηθεί βιαστικά από το συνοικιακό κατάστημα προς το ξενοδοχείο, οι περαστικοί δεν καταλάβαν το παραμικρό για την αποστολή του, απορροφημένοι από το δράμα που εκτυλισσόταν. Αν προσθέταμε μουσική υπόκρουση κατά την διάρκεια που το σώμα του ανεβοκατέβαινε με σταθερό βήμα στους δρόμους, με την τσάντα ως προέκταση του χεριού και το κεφάλι ψηλά με τα μαύρα γυαλιά ηλίου στερεωμένα στα μάτια, οποιοσδήποτε έριχνε τυχαία το βλέμμα του στον βιαστικό άνδρα θα ενέδιδε συναισθηματικά, νιώθοντας μια έντονη αίσθηση ότι εμπλέκεται σε σημαντικά ζητήματα. Ωστόσο, η παντελής έλλειψη προσοχής απέναντί του δεν τον μείωνε, επειδή ο ίδιος γνώριζε, ενθαρρυμένος από την εικόνα που κατασκεύασε, ότι στις κατάλληλες συνθήκες η προσεγμένη εμφάνιση τον διευκόλυνε και προπάντων ικανοποιούσε τον εργοδότη του.
Αφήνοντας προς το παρόν τη σκηνή με τον άνδρα, μεταφερόμαστε στη γενικότερη αφήγηση που ξεδιπλώνει την κατάσταση. Αν ξεκινούσαμε από την αρχή, θα λέγαμε πως ήταν μία από εκείνες τις Πέμπτες της άνοιξης που όλοι θέλουν να συντονιστούν ψυχικά και σωματικά με την έναρξη της εποχής του χρόνου που ευνοεί την καρδιά, αφήνοντας πίσω τη βαρύτητα ενός οικονομικά εχθρικού χειμώνα. Ωστόσο, η μέρα ήταν συννεφιασμένη, συνέχεια μιας βροχερής βραδιάς, με την πόλη να ζει στον συνήθη ρυθμό της άσκοπης μετακίνησης από το ένα σημείο στο άλλο. Σήμερα συγκεκριμένα, τα πρόσωπα των άγνωστων έμοιαζαν πιο συγκεντρωμένα, τα βλέμματά τους κατανάλωναν με ελπιδοφόρα λαιμαργία τα πρόσφατα νέα.
Παρόμοια ήταν η σιωπηρή συμπεριφορά των οδηγών που διαχώριζαν τις αισθήσεις τους μεταξύ οδήγησης και του λόγου των εκφωνητών. Ποιος είχε διάθεση να ακούσει μουσική στο ραδιόφωνο, όταν όλοι λαχταρούσαν να αφομοιώσουν τις ειδήσεις μιας κοσμικής συμφωνίας;
Σε κάθε σημείο της πολύβουης πόλης, ανάμεσα στην ενορχήστρωση των μποτιλιαρισμένων κεντρικών δρόμων, τις θορυβώδεις κουστωδίες από τις κόρνες εξαιτίας της ανάγκης να εξευτελιστούν οι λιγότεροι προσεκτικοί οδηγοί, ξεφύτρωναν ομάδες ανθρώπων με τα κινητά τηλέφωνα στα χέρια και τους μεγαλύτερους σε ηλικία να ξεφυλλίζουν τις εθνικές φυλλάδες. Μουρμούριζαν μεταξύ τους μέσα στο χάος, ενωμένοι στις οθόνες τους.
Για παράδειγμα, στις στάσεις των δημοσίων μέσων μαζικής μεταφοράς, φαινόταν η εικόνα του καθισμένου αναγνώστη με το σημερινό φύλλο της εφημερίδας, τα μεγάλα τυπωμένα γράμματα: «H ΠΙΟ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑ», τους υπόλοιπους να γέρνουν πάνω του διαβάζοντας τα νέα, μην μπορώντας να πιστέψουν την αλήθεια, κουνώντας τα κεφάλια τους σιωπηλά όταν κάποιος πετούσε ένα σχόλιο, μέχρι να εμφανιστεί το λεωφορείο ή το τραμ της γραμμής και να συνεχίσουν χωρίς παρεξήγηση να συναναστρέφονται στα πλαστικά καθίσματα.
«Μια σπουδαία μέρα για τη χώρα!» επαναλάμβανε κάθε τόσο στο προβαρισμένο κείμενό της η δημοσιογράφος, αλλά της ήταν δύσκολο να μην χαμογελάσει από την επανάληψη αυτής της πρότασης. Τους καλούσε να ενωθούν, υπενθύμιζε ότι η διαμάχη τόσων ετών μπορεί να τερματιζόταν ύστερα από χρόνιες και αδικαιολόγητες αφορμές.
Παρόμοια ήταν η σιωπηρή συμπεριφορά των οδηγών που διαχώριζαν τις αισθήσεις τους μεταξύ οδήγησης και του λόγου των εκφωνητών. Ποιος είχε διάθεση να ακούσει μουσική στο ραδιόφωνο, όταν όλοι λαχταρούσαν να αφομοιώσουν τις ειδήσεις μιας κοσμικής συμφωνίας; Έμοιαζαν, με τον τρόπο τους, να συμμετέχουν στη διαδικασία μην μπορώντας να πιστέψουν ότι η προσμονή γεννούσε την ελπίδα. Κρεμόντουσαν σε κάθε λέξη, μπερδεμένοι για την αλήθεια. Το τόνιζε η φωνή, με συγκρατημένο πατριωτισμό, έχοντας αναλάβει την πρόκληση να εξηγήσει όσα γινόντουσαν πίσω από τις κλειστές πόρτες, ενώ οι πληροφορίες έρχονταν άτακτα. Μέσα στο μυαλό τους, φανταζόντουσαν τις σκληρές συμφωνίες, τα κρυφά χαρτιά διαπραγματεύσεων, το κομμάτι του εαυτού τους που ήλπιζε να στέκεται στην απροσπέλαστη αίθουσα, άδειο από περιττή διακόσμηση.
«Μια σπουδαία μέρα για τη χώρα!» επαναλάμβανε κάθε τόσο στο προβαρισμένο κείμενό της η δημοσιογράφος, αλλά της ήταν δύσκολο να μην χαμογελάσει από την επανάληψη αυτής της πρότασης. Τους καλούσε να ενωθούν, υπενθύμιζε ότι η διαμάχη τόσων ετών μπορεί να τερματιζόταν ύστερα από χρόνιες και αδικαιολόγητες αφορμές. Όσο μιλούσε μπροστά στην κάμερα, ο κόσμος δικαιολογούσε τους αρχηγούς που ποτέ δεν έλαβε υπόψη του τη σημαντική τους γνώμη. Είναι παράξενο πόσο εύκολα τους συγχωρούσαν όταν έβλεπαν ότι το μέλλον μπορεί να άλλαζε κατεύθυνση, υπερβολικά αισιόδοξοι έκλεβαν στιγμές από τη δουλειά τους για να μάθουν, στέκονταν μπροστά από βιτρίνες καταστημάτων με ηλεκτρικές συσκευές, ζητώντας με νοήματα από τον υπάλληλο να ανοίξει τις τηλεοράσεις, ανεβάζοντας τον ήχο.
Ο λαός κρυφάκουγε τη μάχιμη ανταποκρίτρια με την καλύτερη οδοντιατρική κάλυψη να επαναλαμβάνεται με μεγαλειώδεις προτάσεις μιας και οι ειδήσεις στέρευαν. Η χώρα, έλεγε, αναμένει με αγωνία την απόφαση των πολιτικών αντιπροσώπων.
Το ίδιο συνέβαινε και στα σπίτια. Διπλωμένες στις πολυθρόνες, νοικοκυρές με αναμαλλιασμένα μαλλιά κρατούσαν στο χέρι λιγδιασμένα τηγάνια με το ήσυχο σώμα τους παραδομένο στην τηλεόραση, πρόσωπο με πρόσωπο. Από πίσω οι φωνές των παιδιών να ζητούν το φαγητό τους ή απλώς να φωνάζουν θέλοντας να αποδείξουν ότι μπορούν να χειριστούν τους ενήλικες. Σήμερα, όμως, οι δοκιμασίες της αντοχής των μεγάλων κατέληγαν σε φιάσκο, με τα παιδιά να κερδίζουν την απαξίωση και τα λιγότερο τυχερά, ένα χέρι ξύλο. Χιλιάδες παραδείγματα επιβεβαίωναν ότι ο κοσμάκης, με τα μάτια, τα αυτιά και την καρδιά του σε πλήρη εναρμόνιση, έδινε προτεραιότητα στην ιστορική υπόθεση. Άλλοι κρύβονταν στις τουαλέτες με τα τηλέφωνα στο χέρι, απέφευγαν να εργαστούν, μαζεύονταν στα καφέ θέλοντας να μοιραστούν την αισιοδοξία τους, ξεχνώντας να πιούν το ρόφημα τους. Οι μαθητές βρήκαν ευκαιρία να αποφύγουν το διάβασμα, οι καθηγητές έκρυψαν τα βιβλία και μοιράστηκαν τα νέα στα τηλέφωνά τους χαρακτηρίζοντας την ημέρα ως ένα μάθημα που δεν πρόκειται να ξεχάσουν ποτέ στην ζωή τους. Οι καντίνες θησαύρισαν, σε απόσταση ασφαλείας από το ξενοδοχείο, χάρη στα άτομα που ήθελαν να πλησιάσουν πασχίζοντας να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους για χάζεμα. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να τους διώξουν οι αστυνομικές δυνάμεις διατηρώντας δρακόντεια μέτρα ασφαλείας στα γύρω οικοδομικά τετράγωνα και στο τέλος να τους κυριεύσει η πείνα. Όσοι κατάφεραν να δουν την είσοδο του ξενοδοχείου με τους ουκ ολίγους αραδιασμένους ρεπόρτερ και κάμεραμαν, τα σταθμευμένα οχήματα της μυστικής υπηρεσίας, είχαν να διηγηθούν στους φίλους τους την οπτική τους.
Η δημοσιογράφος, μικροκαμωμένη, βαλμένη στο καινούργιο ταγιέρ της που αγόρασε βιαστικά για την περίσταση, με το περιποιημένο μαλλί, το επαγγελματικό μακιγιάζ, τις ασκήσεις ορθοφωνίας, τις θυσίες στα λαχταριστά μάφιν, την προσωπική στέρηση για το ρεπορτάζ του αιώνα, παπαγάλιζε με τρόπο στητό τα στοιχεία που, για να είμαστε ειλικρινείς, δεν πρωτοτυπούσαν από όσα άκουγε ο κάθε ένας στις λαϊκές μαζώξεις οινοποσίας ή κατά την διάρκεια της ανάπαυλας. Δεν είναι όμως το ίδιο για να λέμε την αλήθεια. Η δραματική λειτουργία των μέσων επικοινωνίας, από τα κλασικά δίκτυα ως τα ψηφιακά σόσιαλ, η επιπόλαια δημιουργία καρτούν και σύντομων βίντεο με την ΑΙ που εκφράζουν γνώμες, εξάπτουν τη φαντασίωση όπως η πρώτη ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικού.
Έτοιμος να γράψει ιστορία, μιλούσε με διέγερση ξεδιπλώνοντας μέσω του ύφους του τη συνέχεια του δράματος, κουνώντας το μεγάλο του στόμα.
Ο λαός κρυφάκουγε τη μάχιμη ανταποκρίτρια με την καλύτερη οδοντιατρική κάλυψη να επαναλαμβάνεται με μεγαλειώδεις προτάσεις μιας και οι ειδήσεις στέρευαν. Η χώρα, έλεγε, αναμένει με αγωνία την απόφαση των πολιτικών αντιπροσώπων. Τα λόγια της τελείωναν από κει που συνέχιζε ο λόγος του επόμενου στη σειρά ανταποκριτή από το κανάλι του ανταγωνιστή, με τους δημοσιογράφους να είναι παραταγμένοι ως εκεί που φθάνει το μάτι. Έτοιμος να γράψει ιστορία, μιλούσε με διέγερση ξεδιπλώνοντας μέσω του ύφους του τη συνέχεια του δράματος, κουνώντας το μεγάλο του στόμα. Η υπογραφή της αποψινής συμφωνίας θα ξεκαθαρίσει τη μακρόχρονη και βασανιστική διαμάχη. Ποιος διπλωματικός τρόπος θα δώσει την επιτυχημένη λύση; Πώς θα αποκλιμακωθούν οι εντάσεις; Βομβάρδιζε το κοινό του καναλιού που υπέγραφε το συμβόλαιό του, έκλεβε εκθαμβωτικά επίθετα φθάνοντας σε επίπεδα γελοιότητας χάριν της τηλεθέασης και της αφοσίωσης στην ειρήνη.
Ενώ φούντωνε το διπλωματικό μέτωπο, ο άνδρας με το κοστούμι πλησίασε στην περίμετρο του ξενοδοχείου που είχε κερδίσει την εύνοια να φιλοξενήσει στους τοίχους του το χρονικό. Έκοψε λιγάκι το βηματισμό, κρατώντας πιο σφιχτά τη χειρολαβή, όχι από φόβο, προκειμένου να βρει χρόνο να προετοιμάσει την είσοδό του. Ξερόβηξε αρκετές φορές, έγλυψε τα χείλη του προτού πλευρίσει την κεντρική πόρτα, η οποία παρέμενε πολιορκημένη από τα σώματα και τα καλώδια των τηλεοπτικών δικτύων.
Βγάζοντας από την τσέπη του το αποδεικτικό ταυτότητας, το φόρεσε γύρω από τον λαιμό επιδεικνύοντας την αξία του. Ήταν αδύνατο να μην περάσει από μπροστά τους, πράγμα που δεν απέφυγε. Του ανατέθηκε η παράδοση της τσάντας, αλλά περισσότερο τον απασχολούσε να τον καταγράψουν οι κάμερες. Δήθεν βιαστικός, πρόβαλε ακριβώς στο μέσο της ανθρώπινης αλυσίδας με τον καρπό του σηκωμένο επιδεικνύοντας αδιάφορα το βάρος της τσάντας.
Αγαπητοί τηλεθεατές, διέκοψε πρώτη η νεαρή δημοσιογράφος ορμώντας με αυταρέσκεια στον άνδρα. Μόλις κατέφθασε ο βοηθός του Γενικού Γραμματέα της κυβέρνησης. Και μεταφέρει κάτι σημαντικό. Κύριε….
Πείτε μας τι συμβαίνει μέσα στην αίθουσα! Θέλουμε να μάθουμε, του είπε με την επιθυμία να γίνει μάρτυρας. Ο λαός αγωνιά!
Στο γενναίο τιτίβισμά της οι υπόλοιποι άνδρες ρεπόρτερ ξαφνιάστηκαν από την ευκολία να τρέξει ανεπιφύλακτα στο βοηθό. Πώς μπορούσε αυτή η άπειρη γυναίκα να είχε πάρει το προβάδισμα; Τελευταία έδειχνε να παίρνει θάρρος, συλλογίστηκαν, γεμάτη σεξουαλική ενέργεια καθώς κοκορεύονταν στο μπαρ των δημοσιογράφων πίνοντας μπόλικο αλκοόλ. Έβαζαν στοιχήματα, μεταξύ άλλων, αν μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τη δύναμη της φήμης τους και να αποκαλύψει ο νικητής, σε έναν νέο γύρο ποτού, ποια σημάδια εκ γενετής μπορεί να έκρυβε το σώμα της. Παρερμήνευσαν τις ενδείξεις όποτε ρωτούσε τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσαν, μάθαινε περιστατικά από τότε που βρέθηκαν σε πραγματικές εμπόλεμες ζώνες, συναντήσεις με σημαντικές προσωπικότητες. Όσο πίστευαν ότι στα μάτια της έμοιαζαν πιθανοί μέντορες, διεκδικώντας το δικαίωμα να γίνει περιστασιακή ερωμένη τους μέχρι να χάσουν το ενδιαφέρον τους. Κρίμα που η φιλοδοξία της τους διέψευδε. Τι σκύλα, γάβγισαν άδικα τρέχοντας από πίσω της.
Πείτε μας τι συμβαίνει μέσα στην αίθουσα! Θέλουμε να μάθουμε, του είπε με την επιθυμία να γίνει μάρτυρας. Ο λαός αγωνιά! Ναι, ο κόσμος πρέπει να γνωρίζει, την\ διέκοψε άκομψα ο γηραιότερος ανταποκριτής θέλοντας να πάρει το προβάδισμα. Ένας τρίτος που με ευκολία κερνούσε κάθε φορά, τώρα έσπρωχνε αδιάκριτα. Τι υπάρχει στην τσάντα σας; Μπορείτε να μας μιλήσετε, δήλωσε καθησυχαστικά, προτού πατήσει το πόδι του διπλανού του. Ο βοηθός του Γενικού Γραμματέα σήκωσε το χέρι του έτοιμος να βάλει σε τάξη τους άπληστους. Κράτησαν την ξαναμμένη αναπνοή τους, τα μικρόφωνα υψώθηκαν, τα χείλη του άνδρα σάλεψαν, η δυνατή φωνή του δήλωσε κοφτά «ουδέν σχόλιο» και διέφυγε ευτυχής νιώθοντας υπερβολικά σημαντικός.
Όσο το εκστασιασμένο κοινό δήλωνε την αφοσίωσή του, ο άνδρας βοηθός του Γενικού Γραμματέα ήταν χαρούμενος από τη στιγμή που βρέθηκε από το χάος στον κόσμο της προνομιακής αποδοχής. Βρισκόταν σε άλλη διάσταση, ο χρόνος κυλούσε στα μέτρα της ανθρώπινης όρεξης.
Την επόμενη στιγμή οι κάμερες γύρισαν υπομονετικά, οι δημοσιογράφοι έπνιξαν την υπερηφάνεια τους με καταπραϋντικές βρισιές στο πίσω μέρος του κεφαλιού τους και φόρεσαν με συνέπεια τη μάσκα του αγγελιοφόρου. Η νεαρή δημοσιογράφος μάζεψε τα μαλλιά της ετοιμοπόλεμη. Όπως βλέπετε, ο βοηθός του Γενικού Γραμματέα εισήλθε στο κτίριο προφανώς εκτελώντας κάποιο σημαντικό έργο εκ μέρους της κυβέρνησης, δήλωσε. Με την άκρη του ματιού του, ο συνάδελφος κρατούσε τη σκυτάλη του λόγου στο σύμπλεγμα ενημέρωσης και ο επόμενος με τον μεθεπόμενο έπιαναν από την αρχή την είδηση. Όπως είδατε, κυρίες και κύριοι, ανέφεραν σχεδόν με μία φωνή, σημαντικά έγγραφα που ίσως αλλάξουν την πορεία των συνομιλίων μεταφέρονται υπό πλήρη μυστικότητα… Τελευταίος, με καθυστέρηση, ο γηραιότερος όλων κατάλαβε ότι το καλοπροαίρετο πρόσωπο της νεαρής θύμιζε ποντίκι, χαριτωμένο τρωκτικό που δεν ενοχλείται να ορμήσει στο σφηνωμένο κομμάτι τυριού στην άκρη της ποντικοπαγίδας. Η έκφραση της όσο μιλούσε, τα έντονα μάτια της, η διάθεσή της να κρατάει σφιχτά το μικρόφωνο, αυτές οι μικρές λεπτομέρειες, όλα αυτά, σκέφτηκε, θα την οδηγούσαν στην κορυφή ή στην πτώση. Πρόσεξε τα κιτρινισμένα από το χρόνιο κάπνισμα δάχτυλά του και συνέχισε προτού πέσει στην παγίδα να θυμηθεί πώς ξεκίνησε στην αρχή της καριέρας του.
Όσο το εκστασιασμένο κοινό δήλωνε την αφοσίωσή του, ο άνδρας βοηθός του Γενικού Γραμματέα ήταν χαρούμενος από τη στιγμή που βρέθηκε από το χάος στον κόσμο της προνομιακής αποδοχής. Βρισκόταν σε άλλη διάσταση, ο χρόνος κυλούσε στα μέτρα της ανθρώπινης όρεξης. Εκεί, μέσα, η διαδρομή ήταν στρωμένη με σπάνια μάρμαρα, πολύχρωμα έπιπλα, επιβλητικά φωτιστικά, ένα λευκό πιάνο, κάθετους κήπους ζωντανών φυτών. Οι υπάλληλοι, ενσωματωμένοι στο ντιζάιν, μετακινούνταν σχεδόν αόρατοι έχοντας πάρει όρκο σιωπής σε όσα εκτυλίσσονται, πρόθυμοι να ανταποκριθούν στα νεύματα. Πόση ευτυχία ξεχείλιζε ο παράδεισος των πέντε αστέρων. Ο άνδρας λάτρευε και φθονούσε τον χειρισμό αυτού του εκλεπτυσμένου μικρόκοσμου. Γνώριζε ότι τα σημαντικά γεγονότα εξελίσσονται σε αυτά τα φωτισμένα δωμάτια από μεσολαβητές που έσβηναν τη δίψα τους με ουίσκι.
Ο βοηθός γύρισε το κεφάλι στους παρευρισκόμενους. Οι εκπρόσωποι των δύο αντιμαχόμενων πλευρών συζητούσαν κοφτά σε αυτόν τον τεράστιο χώρο, την γκρίζα ζώνη όπου ο καθένας είχε κρυφές επιθυμίες που έπνιγαν την πλήξη του. Η πραγματική δράση βρισκόταν στον επάνω όροφο κι εκεί θα πήγαινε.
Περιεργάστηκε τις ομάδες γραφειοκρατών των δύο κυβερνήσεων, ανθρώπους κλειδιά, άλλους που θα το έβαζαν στα πόδια σώζοντας το τομάρι τους, είχαν όμως ταλέντο να εξιστορούν τολμηρές ιστορίες από τα παρασκήνια. Κατάλαβε ότι, αν ήθελε να τον προσέξουν τα ανώτερα μέλη του προσωπικού, έπρεπε να κάνει την εμφάνισή του με φυσικότητα. Με τα δάχτυλα σημάδεψε τον διερχόμενο σερβιτόρο κι εκείνος τον πλησίασε.
«Ορίστε, κύριε. Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;»
«Μπορείς να μου πεις την ώρα;»
«Την ώρα, κύριε;» ρώτησε.
«Μάλιστα. Τι άλλο μπορώ να μάθω απόψε;»
Ο σερβιτόρος απάντησε ευγενικά, ωστόσο έδειχνε εξοικειωμένος σε κάθε είδους παράλογες ερωτήσεις. Ο βοηθός του Γραμματέα τον ευχαρίστησε και τον άφησε να απομακρυνθεί. Αρκετά βλέμματα στράφηκαν στη γνώριμη τσάντα του Γενικού Γραμματέα. Τώρα μπορούσε να περάσει από την σφηκοφωλιά τσαλαπατώντας την αυταρέσκειά τους. Κάθισε στο μπαρ και ζήτησε ψύχραιμα ένα ποτήρι σόδα στα όρθια. Η τηλεόραση στον τοίχο έδειχνε στιγμιότυπα από τη συνάντηση, κατά τα λεγόμενα των παρουσιαστών, μιας και δεν υπήρχαν πλάνα από την αίθουσα. Του φάνηκε γελοία η σύνθεση προηγούμενων βίντεο λες και επεξηγούσαν σε νήπια την εξέλιξη. Κάποιος από τους στρατηγούς ήρθε κοντά του. Αναρωτήθηκε πώς γίνεται να υπάρχουν τόσο πολλοί στρατιωτικοί σε ανώτερες θέσεις και πολύ περισσότεροι εν αποστρατεία. Υπήρχε πάντοτε η απορία. Ο στρατηγός με τα μετάλλιά παραταγμένα στη στολή του και κοκκινισμένο πρόσωπο, σαν να είχε βάλει τις φωνές, έψαχνε αφορμή να πιάσει κουβέντα.
«Σου την έπεσαν οι βάρβαροι;» σχολίασε.
Ο βοηθός μύρισε στην ερώτηση το οινόπνευμα. Η επιμονή του να πλησιάσει ήταν ξεκάθαρα μια προσπάθεια να του αποσπάσει πληροφορίες, έστω ανόητα κουτσομπολιά. Του ξέφυγε ένα γελάκι από εκείνα τα τεχνάσματα που χρησιμοποιούσε στην απόσπαση μαρτυρίας. Αν και τους χώριζαν σαράντα χρόνια εμπειρίας, ο νεαρός κέρασε ένα κοκτέιλ τον γέρο με την στολή. Εξάλλου, είχε το πλεονέκτημα να συγκεντρώνει στοιχεία από οποιονδήποτε γυρόφερνε τον Γενικό Γραμματέα. Το κοκτέιλ και οι μπαλαρίνες ήταν τα φετίχ του στρατηγού που έμοιαζε αρκετά με τον παππού του βοηθού, αν εξαιρέσεις την αμφίεση.
«Στρατηγέ. Πώς είστε; Λέτε για τους έξω. Έχει πλάκα να προσπαθούν να εκμαιεύσουν με κάθε μέσο τα στοιχεία».
«Χμ», βόγκηξε ο στρατηγός κουνώντας το κεφάλι. «Κουβαλάς τα άπλυτα του Γενικού Γραμματέα;»
«Εξαρτάται από ποια οπτική το βλέπετε. Υπάρχουν τα βρώμικα αλλά και τα καθαρά άπλυτα», απάντησε ο βοηθός με μυστήριο ύφος. Το είπε σαν να φαινόταν φυσικό να πίνει το ανθρακούχο νερό του κουβαλώντας μια αυτοσχέδια βόμβα.
«Απορώ πώς τα καταφέρνεις ακόμη».
«Τι εννοείτε, στρατηγέ;»
«Ξέρεις. Να στέκεσαι στα δυο σου πόδια. Το πιστό κουτάβι περπατάει στα τέσσερα πίσω από το αφεντικό του», είπε ο στρατηγός.
«Αυτό το κουτάβι κατουράει στο πόδι σας και δεν μπορείτε να κάνετε το παραμικρό», αποκρίθηκε ατάραχος ο βοηθός.
Πρόσεξε την ένδειξη στο μειδίαμα του στρατηγού, εμφανώς ζαλισμένου από το ποτό, ίσως την ηλικία, την κουραστική αναμονή μέχρι να τους καλέσουν στο πεδίο μάχης. Η αλήθεια ήταν πως το έντερό του είχε προβλήματα τελευταία, υποχρεώνοντας τον να υποχωρεί τακτικά από κοινωνικές υποθέσεις. Σηκώθηκε εκνευρισμένος με το πρόσχημα ότι χρειαζόταν να επιβλέψει κάποιον κακομοίρη και απλώς έφυγε προς τις τουαλέτες. Στον βοηθό φάνηκε θλιβερό. Φαντάστηκε τον στρατηγό με το παντελόνι κατεβασμένο, βιαστικά προδομένο από την ύπουλη διάρροια που τον είχε αιφνιδιάσει. Καταλάβαινε ότι όλοι έχουν τα όρια τους όμως έπρεπε να βγάλει τον σκασμό κάποια στιγμή. Θυμήθηκε τη μητέρα του όταν του έλεγε ότι στη ζωή τα άτομα που επιδίωκαν τον εξευτελισμό κυνηγούν τους άλλους .
Ο βοηθός γύρισε το κεφάλι στους παρευρισκόμενους. Οι εκπρόσωποι των δύο αντιμαχόμενων πλευρών συζητούσαν κοφτά σε αυτόν τον τεράστιο χώρο, την γκρίζα ζώνη όπου ο καθένας είχε κρυφές επιθυμίες που έπνιγαν την πλήξη του. Η πραγματική δράση βρισκόταν στον επάνω όροφο κι εκεί θα πήγαινε. Το σύντομο περιστατικό με τον στρατηγό τον αναζωογόνησε σαν να έκανε ένεση αδρεναλίνης. Ένιωθε ότι δεν είχε την υποχρέωση να δώσει εξηγήσεις.
Μεταξύ των δύο ανελκυστήρων του ξενοδοχείου στέκονταν φρουροί, άνδρες με ακουστικά στο αυτί τους και κρυμμένα όπλα στο σακάκι. Ο βοηθός έδειξε το καρτελάκι με τα μάτια ψηλά, στον ουρανό.
«Μπορείτε να περάσετε, κύριε».
Πόσο ωραία ηχούσε η προσφώνηση σεβασμού.
Μόλις η πόρτα άνοιξε, ένας από τους άνδρες ασφαλείας τον συνόδευσε. Η μυρωδιά του φρεσκοξυρισμένου δέρματος και της λοσιόν ήταν έντονη στον μικροσκοπικό χώρο. Τα αυτιά του συνέλαβαν τη μουσική από το κρυμμένο ηχείο. Οπωσδήποτε ήταν το «Τι υπέροχος κόσμος» του Λούις Άρμστρονγκ. Πρόσεξε το δάχτυλο στο χέρι του συνοδού να κουνιέται ρυθμικά, αυτή την ανεπαίσθητη παρέκκλιση που πρόδιδε τη σκέψη του. Δεν το έβρισκε ένδειξη αδυναμίας να ανταποκριθεί στο έργο του, διότι ο καθένας δεν έπαυε να έχει ψυχή και όλο αυτό το σοβαρό έργο γινόταν κεκλεισμένων των θυρών για όλες τις ψυχές. Ο βοηθός το έβλεπε ως προσπάθεια καθησυχασμού, απόδειξη ότι ο κάθε ένας έπαιρνε εισπνοές λες και ήθελε να σιγοτραγουδήσει.
Επικρατούσε σιωπή. Μπορούσαν άνετα να κουβεντιάσουν για το θέμα που τους έφερνε κοντά, τη σύντομη κουβέντα μεταξύ δυο ανθρώπων χωρίς να δώσουν αναφορά σε τρίτους από ανάγκη και μόνο. Εντούτοις, η έλλειψη επικοινωνίας ήταν κομμάτι του ρόλου που έπαιζαν σαν να παρέμεναν επιφυλακτικοί. Ακόμη κι αυτό απαιτούσε ενέργεια.
Η αόρατη φωνή στο κουτί ειδοποίησε πως έφθασαν. Οι πόρτες άνοιξαν, τα παράθυρα στην άκρη του διαδρόμου αποκάλυπταν τα σύννεφα του ουρανού, εδώ ψηλά, στον τελευταίο όροφο. Ο βοηθός του Γραμματέα εκστασιάσθηκε από τη θέα. Όχι πως βρισκόταν πρώτη φορά στο κτίριο, απλώς το σκηνικό σε συνδυασμό με την επιφορτισμένη ατμόσφαιρα έδιναν διαφορετική όψη στα πράγματα.
Παρασύρθηκε στην κυρίως αίθουσα όπου συνήθως πραγματοποιούνταν πάρτι και ιδιωτικές εκδηλώσεις. Ο φρουρός με το ακουστικό και το φουσκωμένο σακάκι έσμιξε τα φρύδια για λίγο, μετά τον άφησε να μπει μέσα παραμερίζοντας το ογκώδες σώμα του.
Στο κέντρο είχε στηθεί το μακρόστενο τραπέζι. Στην προκειμένη περίπτωση υπήρχαν πέντε άτομα, οι τρεις καθόντουσαν αντικριστά από τους άλλους δύο. Οι εντολοδόχοι των κρατών, ένας από κάθε μεριά, έκαναν φασαρία μπροστά από χάρτες με κόκκινα και μαύρα σημάδια. Ο βοηθός με την τσάντα πλεύρισε τον πιο αδύνατο με περουκίνι, τον Γενικό Γραμματέα. Περίμενε.
«Τι θα έλεγες για το νησί στο νότιο μέρος των συνόρων;» πρότεινε ο Γραμματέας στον διπλωματικό ομόλογο της άλλης χώρας.
«Ναι. Γιατί όχι», συμφώνησε ο άνδρας με το περιποιημένο μουστάκι.
«Μισό λεπτό, σε παρακαλώ», είπε προτού στραφεί στον βοηθό του. «Επιτέλους, ήρθες», σήκωσε τα χέρια υπερβολικά ζωηρά. Τα δάχτυλα του κουνήθηκαν νευρικά και το βλέμμα του θύμιζε κακομαθημένο παιδί.
Ο Γραμματέας είχε ήδη ανοίξει την τσάντα και έβγαλε το γεμάτο με πολύχρωμα κουτί σοκολατάκια. Με ενδιαφέρον τον κοιτούσε ο αντίπαλος να διαλέγει προσεκτικά τα μακρόστενα χρωματισμένα κομμάτια. Ο βοηθός κάθισε ακριβώς στο πλάι στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.
«Θα σου πρόσφερα ένα, αλλά φοβάμαι μην το εκλάβεις σαν αδυναμία από μέρος μου», χαμογέλασε πονηρά ο Γραμματέας στον υπουργό.
«Ευχαριστώ. Προτιμώ το κάπνισμα από τα σοκολατάκια με κάνναβη». είπε ανάβοντας το τσιγάρο του με φυσική φωνή.
«Βραβευμένα!» τόνισε ο Γραμματέας. «Ο ζαχαροπλάστης τα φτιάχνει προσωπικά για μένα».
«Υποθέτω για ιατρικούς λόγους», φύσηξε τον καπνό ο υπουργός.
«Μεταξύ άλλων, αγαπητέ. Οπωσδήποτε δεν υπάρχουν μυστικά μεταξύ μας», είπε με ένα σοκολατάκι στο στόμα.
Ο βοηθός ήξερε εκ των πραγμάτων ότι τα συμπεράσματα καταχωρούνταν από την αντίπαλη πλευρά χάριν στις πρωτοβουλίες των μυστικών υπηρεσιών. Ύστερα πλησίασε στο αυτί τον Γραμματέα λέγοντάς του κάτι σιωπηλά. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους σαν να μην τον ένοιαζε.
«Πού μείναμε;»
«Στο νησί».
«Μήπως να παραγγείλουμε;»
«Ναι. Καλή ιδέα. Το τσιγάρο ανοίγει την όρεξη. Ένα μπέργκερ με πατάτες. Ανεπίσημα», γέλασε ο υπουργός.
«Ξέρεις τι τρώω», στράφηκε ο Γενικός Γραμματέας στον βοηθό του.
«Μέχρι να έρθει η παραγγελία μπορούμε να συνεχίσουμε με την τύχη του νησιού;»
«Βιάζεσαι;»
«Όχι ιδιαίτερα».
«Ε, τότε ας αποφασίσουμε μετά το φαγητό».
«Δεν θέλω να βραδιάσουμε για ένα κομμάτι βράχου».
«Ναι. Ναι. Δεν αντιλέγω». Ο Γραμματέας σήκωσε το χέρι. «Πέτρα, ψαλίδι χαρτί. Δυο στα τρία;»
«Τρία στα πέντε. Διαφορετικά οι απέξω θα νομίζουν πως όλα είναι εύκολα σε αυτήν την καταραμένη κοινωνία».
«Πέτρα».
«Χαρτί».
«Φτου», ακούστηκε η άχρωμη φωνή.
«Πέτρα».
«Ψαλίδι».
Ο βοηθός έκανε νεύμα στον άνδρα που στεκόταν στην πόρτα σαν φύλακας άγγελος έτοιμος να δώσει την ασήμαντη ζωή του στους ρυθμιστές της μοίρας. Πλησίασε αργά.
«Ο Γραμματέας το θέλει καλοψημένο», τόνισε.
Μόλις έφυγε ο επίλεκτος της φρουράς, ο νεαρός βοηθός παρέμεινε στο πλευρό του Γραμματέα για κάθε ενδεχόμενο. Πρόσεξε τον έμπιστο του υπουργού, καρφωμένο στην καρέκλα, αγέλαστο, αφοσιωμένο. Προσπάθησε να μαντέψει με τι είδους τύπο έμοιαζε, πόσο υπολογίσιμος είναι. Αναζήτησε ανεπιτυχώς κάποια σημάδια στις κινήσεις που θα τον πρόδιδαν, όπως ο τρόπος που σήκωνε ελαφρώς το αριστερό πόδι, τα χαρακτηριστικά του προσώπου. Απολύτως τίποτα. Χωρίς να χάσει το κέφι του, εξέτασε επίσης την επιλογή στο ντύσιμο του ξένου συναδέλφου από την αντίπερα όχθη. Διαπίστωσε πανευτυχής ότι το κοστούμι του, συγκριτικά με το δικό του, ήταν κατώτερο και αυτό πραγματικά τον έκανε να καταλάβει πως δεν χώραγε συμβιβασμός στον δρόμο προς την επιτυχία.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Γιώργος Νούρης σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στην Θεσσαλονίκη και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στην Λογοτεχνία στην Φλώρινα.

Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία. Συμμετείχε σε ανθολογία διηγημάτων. Επίσης γράφει σενάρια μικρού μήκους που έλαβαν μέρος σε διαγωνισμούς εντός και εκτός Ελλάδος και βραβεύτηκε σε έναν εξ αυτών. Ασχολείται επίσης με την συγγραφή θεατρικών έργων.
ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική και εκφραστική επιμέλεια.






















