
Ο Ευάρεστος Πιμπλής μας συστήθηκε πρόσφατα με το μυθιστόρημά του «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις).
Επιμέλεια: Book Press
Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;
Tο να υπάρχουν πολλοί συγγραφείς είναι καλό. Στον κόσμο μας, υπάρχουν πράγματα πολύ πιο άχρηστα από τους συγγραφείς. Μου φαίνεται θετικό να είναι ευάριθμοι και ποικίλοι εκείνοι που συνεχίζουν να βρίσκουν νόημα στη συγγραφή και στην ανάγνωση. Είναι ίσως μία από τις ισχυρότερες πράξεις αντίστασης απέναντι στην επιτάχυνση ενός κόσμου που τρέχει τυφλά προς ένα μέλλον το οποίο ίσως ούτε η λογοτεχνία να μη μπορεί να το φανταστεί.
Όσο για μένα, αυτό που προσφέρω (ή όχι) στη λογοτεχνία, θα μου το πείτε εσείς, οι αναγνώστες και οι κριτικοί. Εγώ μπορώ μονάχα να σας πω τι προτείνω: μια διπλή γλωσσική και πολιτισμική προσέγγιση, ελληνική και γαλλική, ένα νέο βλέμμα πάνω σε σύγχρονα -«μετα-σύγχρονα» μου είπαν κάποιοι αναγνώστες- θέματα, και μια πρόσκληση σε σκέψη και συζήτηση. Μια λέξη η οποία έχει χρησιμοποιηθεί σε κριτικές για να χαρακτηριστεί το μυθιστόρημά μου είναι η λέξη «ρηξικέλευθο». Αν τυχόν ισχύει κάτι τέτοιο, ίσως να αξίζει το κόπο η ύπαρξη ενός ακόμη συγγραφέα.
Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε γι’ αυτό;
Από τότε που εμφανίστηκε το #MeToo, η έννοια της συναίνεσης βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου. Στη Γαλλία του 2032, όπου λαμβάνει χώρα η πλοκή του μυθιστορήματος, η κουλτούρα της συναίνεσης έχει εμπεδωθεί. Είναι πια σαφές ότι ένα «όχι» σημαίνει όχι. Αλλά τι σημαίνει ένα «ναι»; Αυτό είναι το ερώτημα που θέτει το βιβλίο μου μέσα από τη συνάντηση δύο ανδρών εκ διαμέτρου αντίθετων, του Ενζό και του Εμίλ. Το Πέρα από τη συναίνεση είναι ένα μυθιστόρημα που αντανακλά τις μεταβολές της λογοτεχνίας του 21ου αιώνα, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη μορφή του, συνδυάζοντας μυθοπλασία, αυτοβιογράφιση και δοκιμιακά στοιχεία ώστε να διαμορφώσει ένα συλλογικό «εγώ».
Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι». (Ακολουθήσατε κάποια «μέθοδο»; Συμβουλευτήκατε κάποιον; Αυτοσχεδιάσατε; Πώς τα καταφέρατε να μην χαθείτε στον κόσμο των λέξεων;)
Για το Πέρα από τη συναίνεση δεν ακολούθησα καμία ιδιαίτερη μέθοδο ούτε κάποια μαγική συνταγή. Διάβασα πολύ, για να δω πώς άλλοι συγγραφείς προσεγγίζουν τις θεματικές που με απασχολούσαν και για να με εμπνεύσει η γραφή τους. Επίσης, όσο έγραφα το βιβλίο, το μυαλό μου ήταν συνεχώς σε αναβρασμό. Στο μετρό, πηγαίνοντας στη δουλειά, περπατώντας στο δρόμο, συζητώντας με φίλους, περιμένοντας τον Μορφέα… για μήνες και μήνες, σκεφτόμουν τη δομή και την πλοκή του, αφήνοντας τους πρωταγωνιστές να ζουν ως ανεξάρτητες υπάρξεις στη φαντασία μου.
Αν δεν κάνω λάθος, έγραψα δεκαεπτά «τελικές» εκδοχές πριν την πραγματικά τελική.
Έγραψα μια πρώτη σχετικά ολοκληρωμένη εκδοχή του βιβλίου μέσα σε ένα χρόνο. Έπιανα το κείμενο μόλις είχα μια δυο ελεύθερες ώρες. Ευλογούσα τα Σάββατα που μπορούσα να αφιερώνομαι εξ ολοκλήρου στη γραφή. Προσπαθούσα να κρατάω ένα ρυθμό περίπου δεκαπέντε ωρών δουλειάς την εβδομάδα πάνω στο μυθιστόρημα. Αυτό ήταν το περιθώριο που μου άφηνε πάνω κάτω η άλλη μου δουλειά. Κακά τα ψέματα, το κύριο που χρειάζεται για να μπορέσει κανείς να γράψει είναι το να έχει χρόνο να αφιερώσει σε αυτό. Έτσι ανθίζει η απαραίτητη έμπνευση και γίνεται σοβαρή δουλειά ώστε να βρεθούν η σωστή πλοκή, οι σωστές λέξεις και η σωστή μορφή, γράφοντας και σβήνοντας, ξανά και ξανά. Μετά από αυτή την πρώτη χρονιά, αφιέρωσα έναν ακόμη χρόνο για να ξαναδουλέψω το κείμενο. Αν δεν κάνω λάθος, έγραψα δεκαεπτά «τελικές» εκδοχές πριν την πραγματικά τελική.
Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες -κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.- τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;
Αναμφίβολα. Όταν γράφω, ακούω συχνά μουσική, κυρίως μακράς διάρκειας τραγούδια. Θεωρώ ότι ένα κομμάτι δέκα περίπου λεπτών δίνει ιδανικό ρυθμό στη γραφή. Τα αγαπημένα μου τραγούδια όταν γράφω είναι το «Sinnerman» της Nina Simone, το «Venice Bitch» της Lana Del Rey, το «Telegraph Road» των Dire Straits, το «Love Love Love» των Those Guys, ή το «Supernature» του Cerrone. Καμιά φορά, μια λέξη που ακούω από ένα στίχο τραγουδιού μού φέρνει στο μυαλό μια εικόνα για το γράψιμο κάποιας σκηνής.
Συνιστώ σε κάθε αναγνώστη, αφού τελειώσει το βιβλίο, να χαζέψει αυτά τα «Μυστήρια λουτρά» (έτσι λέγεται το έργο) και σε αυτή την εικόνα να διακρίνει το κείμενο που μόλις διάβασε.
Ο κινηματογράφος επίσης με εμπνέει. Μου μαθαίνει, όπως και η λογοτεχνία, πώς να μεταδίδω συναισθήματα και ιδέες μέσα από την αφήγηση, την πλοκή, τους χαρακτήρες. Τέλος, και τα εικαστικά με επηρεάζουν ιδιαίτερα. Κάποιες φορές, στο Παρίσι όπου ζω, τις βραδινές ώρες λειτουργίας των μουσείων, πηγαίνω και κάθομαι μπροστά σε πίνακες, σε άδειες και αθόρυβες αίθουσες, και πάντα εκεί βρίσκω έμπνευση.
Στο Μουσείο της Ορανζερί ανακάλυψα τον Τζόρτζιο ντε Κίρικο, έργο του οποίου κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου μου. Μου αρέσει πολύ η ιστορία του ντε Κίρικο, που γεννήθηκε στη περιοχή του Βόλου όπου πέρασα πολλά καλοκαίρια και του οποίου ο πατέρας ονομαζόταν Εβαρίστο. Συνιστώ σε κάθε αναγνώστη, αφού τελειώσει το βιβλίο, να χαζέψει αυτά τα «Μυστήρια λουτρά» (έτσι λέγεται το έργο) και σε αυτή την εικόνα να διακρίνει το κείμενο που μόλις διάβασε.
Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;
Όντας τόσο Έλληνας όσο και Γάλλος υπήκοος, είμαι δεμένος με αυτή τη διπλή ταυτότητα και ήθελα οπωσδήποτε να γράψω το βιβλίο και στις δύο γλώσσες. Αφού είχα ολοκληρώσει το γαλλικό χειρόγραφο λίγο πριν από το ελληνικό και ενώ έψαχνα εκδότη στη Γαλλία, το έστειλα στον εκδότη Νίκο Γκιώνη των εκδόσεων Πόλις, ο οποίος είναι μέγας γνώστης της γαλλικής λογοτεχνίας. Αναπάντεχα, μου πρότεινε να εκδώσει το ελληνικό κείμενο μόλις θα το ολοκλήρωνα. Έτσι, κυκλοφόρησε πρώτα στην Ελλάδα. Στη Γαλλία θα εκδοθεί αρχές Μαρτίου του 2026.
























