
«Οι γονείς του ήταν δάσκαλοι, Μαρξιστές και άθεοι, άρα με τον Σάχη δεν τα είχαν καλά και με το νέο καθεστώς ακόμα λιγότερο. Εκείνος είχε κάνει τη δική του επανάσταση. Τον Μαρξισμό τον είχε απορρίψει, εργαζόταν μάλιστα ως οικονομικός αναλυτής σε μεγάλη τράπεζα του Λονδίνου. Η θρησκεία -η δική του αλλά και εκείνες των άλλων- τον ενδιέφερε και τη μελετούσε».
Του Μανώλη Σαρειδάκη
Ήταν Πέρσης. Τον έλεγαν Καρμέκ, ένα από εκείνα τα ηχηρά δισύλλαβα που εύκολα τα μπερδεύει κανείς και που θυμίζουν Ανατολή. Ο ίδιος όμως μου είχε πει πως τ’ όνομά του ήταν πολύ σπάνιο, ίσως μοναδικό, μια επινόηση των γονιών του. Σε κάποια παλαιά διάλεκτο της χώρας του σημαίνει «μικρή ευχή» και του το έδωσαν γιατί είχαν μεγάλη δυσκολία να τον φέρουν στον κόσμο.
Οι μεγάλες ευχές στη χώρα του, όπως παντού όπου ζουν άνθρωποι, έχουν να κάνουν με επαναστάσεις και απελευθερώσεις, με νίκες μεγάλες και τελετές επίσημες. Οι μικρές όμως είναι οι πιο πολύτιμες. Σχετίζονται με πράγματα και αισθήματα κρυφά, με πόθους και καημούς βαθείς που δεν τους ξέρουν πάρα μόνον οι ευχέτες.
Υπηρέτησε, βλέπεις, στους Φρουρούς της Επανάστασης, το επίλεκτο σώμα των φανατικών ισλαμιστών, του οποίου τα μέλη, όπως μου εξήγησε, δεν ήταν όλα επίλεκτα, ούτε φανατικά. Οι βυσματούχοι ήταν πολλοί, αλλά έπαιρναν και φαντάρους με «χρήσιμα» πτυχία.
Οι συμφοιτητές του και αργότερα οι συστρατιώτες του τον κορόιδευαν για το παράξενο τούτο όνομα, που δεν ανήκε ούτε σ’ εκείνα των παλαιών περσικών θρύλων, ούτε στα γνήσια ισλαμικά που είχαν γίνει του συρμού μετά την Επανάσταση. «Καλός είσαι, αλλά χάθηκε να σε πουν Μοχάμεντ ή Αλί;» Υπηρέτησε, βλέπεις, στους Φρουρούς της Επανάστασης, το επίλεκτο σώμα των φανατικών ισλαμιστών, του οποίου τα μέλη, όπως μου εξήγησε, δεν ήταν όλα επίλεκτα, ούτε φανατικά. Οι βυσματούχοι ήταν πολλοί, αλλά έπαιρναν και φαντάρους με «χρήσιμα» πτυχία. Ο Καρμέκ ανήκε στη δεύτερη κατηγορία, είχε τελειώσει μηχανικός. Περνούσαν καλά: οι στρατιώτες, αλλά ακόμα και οι αξιωματικοί των άλλων σωμάτων τους φοβόντουσαν και επί πλέον είχαν, όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να μην ξυρίζονται. Μια πυκνή, σγουρή και κάπως ατημέλητη γενειάδα ήταν η πιο χειροπιαστή απόδειξη αφοσίωσης στην Επανάσταση. Υπήρχε, λοιπόν, μεγάλο κίνητρο να υπηρετήσεις στους Φρουρούς.
Οι γονείς του ήταν δάσκαλοι, Μαρξιστές και άθεοι, άρα με τον Σάχη δεν τα είχαν καλά και με το νέο καθεστώς ακόμα λιγότερο. Εκείνος είχε κάνει τη δική του επανάσταση. Τον Μαρξισμό τον είχε απορρίψει, εργαζόταν μάλιστα ως οικονομικός αναλυτής σε μεγάλη τράπεζα του Λονδίνου. Η θρησκεία -η δική του αλλά και εκείνες των άλλων- τον ενδιέφερε και τη μελετούσε. Μεταξύ μας όμως δεν συζητούσαμε παρά για τα κοινά μας ενδιαφέροντα: τη φιλοσοφία, την πολιτική, τα βιβλία. Θα μπορούσαμε να είχαμε γίνει πολύ καλοί φίλοι, αλλά βλεπόμασταν σπάνια. Οι έρωτες και οι φιλοδοξίες μου δεν μου άφηναν τον χρόνο που χρειάζεται για να καλλιεργηθεί μια νέα φιλία. Αλλά και εκείνον τον απασχολούσαν πράγματα ακόμη πιο σοβαρά. Όταν άρχισαν τα βίαια ισλαμιστικά κινήματα να κερδίζουν έδαφος και έξω από την πατρίδα του, δεν τον χωρούσε πια ο ρόλος του τραπεζικού και, στις ελεύθερες ώρες του, του διανοούμενου.
Άρχισε να γράφει, σε εφημερίδες και περιοδικά της ιρανικής παροικίας του Λονδίνου αρχικά, για τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις δολοφονίες ποιητών και δημοσιογράφων, τις βομβιστικές επιθέσεις και την κρατική τρομοκρατία, στη χώρα του αλλά και στη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, την Αίγυπτο και τη Νιγηρία, τη Λιβύη και το Αφγανιστάν. Περισσότερο απ’ όλα όμως τον κινητοποιούσε η καταπίεση των γυναικών σ’ εκείνες τις χώρες, ίσως γιατί αγαπούσε πολύ τις γυναίκες, όπως τον αγαπούσαν κι αυτές. Το παρουσιαστικό του ήταν κοινό και η ομιλία του σιγανή και συνεσταλμένη: δεν είχε το χάρισμα ούτε του λαϊκού ηγέτη ούτε του επιτυχημένου δανδή. Γοήτευε όμως με το ζεστό χαμόγελό του, τον ενθουσιασμό του και μια σχεδόν πατρική στοργή που εξέπεμπε ακόμα και προς τους συνηλικιώτες του.
Ήθελε να μου αποδείξει πόσο σύγχρονη και προοδευτική ήταν η κοινωνία της πατρίδας του τότε και κυρίως ότι το Ισλάμ -που δεν είχε αποκηρύξει- δεν ήταν συνώνυμο της τυραννίας και της καταπίεσης.
Μου είχε δείξει ένα βράδυ στο σπίτι του κάποιο οικογενειακό του άλμπουμ και μια μικρή συλλογή από άλλες φωτογραφίες από πριν την Επανάσταση που είχε μαζέψει. Ήθελε να μου αποδείξει πόσο σύγχρονη και προοδευτική ήταν η κοινωνία της πατρίδας του τότε και κυρίως ότι το Ισλάμ -που δεν είχε αποκηρύξει- δεν ήταν συνώνυμο της τυραννίας και της καταπίεσης. Οι περισσότερες νεαρές γυναίκες, τότε που ο ίδιος ήταν μικρό αγοράκι, φορούσαν σεμνές φούστες μέχρι το γόνατο και λουλουδάτα πουκάμισα ή ανοιχτόχρωμα πουλόβερ. Μερικές ήταν πιο τολμηρές, με τα στενά τζιν που φάρδαιναν απότομα στο κάτω μέρος της γάμπας, τα σορτσάκια και τα μίνι φορέματα με σχήματα γεωμετρικά. Μου θύμισαν τα ρούχα που φορούσε η μητέρα μου και οι φίλες της την ίδια εποχή, που κι αυτά μόνο από φωτογραφίες τα ήξερα, καθώς η μνήμη μου δεν είχε συγκρατήσει τέτοιου είδους λεπτομέρειες. Τα μαλλιά τους ήταν μαύρα ή σκούρα καστανά, πυκνά και στιλπνά, και ξεχείλιζαν γύρω από το πρόσωπό τους. Αυτό όμως που μου έκανε περισσότερη εντύπωση ήταν τα μεγάλα, ζεστά και πολύ σκούρα μάτια που είχαν όλες, μάτια που ούτως ή άλλως καμιά ισλαμική μαντήλα δεν θα μπορούσε ποτέ να υποτάξει.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε οι δυο μας. Ήταν ένα φωτεινό απόγευμα του Μαΐου, λίγο καιρό πριν τις εξεταστικές μας στα διαφορετικά κολέγια του Πανεπιστημίου του Λονδίνου
Κάποια στιγμή είχε φαίνεται μαζέψει αρκετά χρήματα από τη δουλειά του στην τράπεζα για να μπορέσει να ζήσει λιτά και μοναχικά όπως του άρεσε, δίχως να εργάζεται για κάποιο διάστημα. Παραιτήθηκε λοιπόν και συνέχισε να γράφει με ακόμα μεγαλύτερο πάθος, οργή κι ελπίδα. Τα γραπτά του δεν δημοσιεύονταν πλέον μόνο στις εφημερίδες της ιρανικής παροικίας, αλλά και ολόκληρης της μουσουλμανικής κοινότητας της Αγγλίας. Κάποια στιγμή άρχισαν και οι μεγάλες βρετανικές εφημερίδες να του ζητούν άρθρα για την κατάσταση στη χώρα του, αλλά και στον Αραβικό κόσμο. Άρχισαν να τον καλούν να μιλήσει σε συλλαλητήρια διαμαρτυρίας, σε συνέδρια, σε συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης για όλα αυτά τα ζοφερά ζητήματα και κυρίως για τα δικαιώματα των γυναικών. Κάποια στιγμή, εμφανίστηκε σχολιαστής και στις ειδήσεις του BBC.
Θυμάμαι την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε οι δυο μας. Ήταν ένα φωτεινό απόγευμα του Μαΐου, λίγο καιρό πριν τις εξεταστικές μας στα διαφορετικά κολέγια του Πανεπιστημίου του Λονδίνου όπου φοιτούσαμε ως «ώριμοι φοιτητές», όπως επισήμως μας ονόμαζαν. Το πρωί είχε βρέξει και έτσι οι ακτίνες του ήλιου περνούσαν μέσα από τις ψιλές σταγόνες που αιωρούνταν στον αέρα και τις φώτιζαν δημιουργώντας μια αραιή λαμπερή αχλή. Ήταν Σάββατο και μου είχε προτείνει να πάμε στο Σάουθμπανκ, στη νότια όχθη του Τάμεση κάτω από το Royal Festival Hall, όπου άπλωναν την πραμάτεια τους πάνω σε ξύλινους χαμηλούς πάγκους οι έμποροι μεταχειρισμένων βιβλίων. Εγώ σπανίως αγόραζα από δεύτερο χέρι βιβλία, οπότε δεν είχα ξαναπάει ποτέ σ’ αυτό το εβδομαδιαίο παζάρι, παρότι το Σάουθμπανκ μου ήταν γνώριμος τόπος και είχα δει πολλές φορές από τη γέφυρα τους εμπόρους να τα μαζεύουν (κοιμόμουν μέχρι πολύ αργά τα Σάββατα). Εκείνος ήταν θαμώνας και ήξερε ακριβώς πού θα έβρισκε τι: ιστορία, φιλοσοφία, τέχνη, μυθιστόρημα, όλα τον ενδιέφεραν.
Τότε άρχισαν και οι πρώτες απειλές για τη ζωή του. Όλοι γνώριζαν ότι η χώρα του είχε πολλούς πρακτορίσκους, κυρίως φοιτητές και διπλωμάτες, στην Αγγλία.
Λίγο μετά χώρισαν οι δρόμοι μας. Είχε γίνει πια ο ήρωας των αντιφρονούντων Ιρανών της Βρετανίας αλλά και όσων αγωνίζονταν για τα ανθρώπινα δικαιώματα σε ολόκληρο τον μουσουλμανικό κόσμο, αλλά εγώ δεν είχα καμία σχέση μ’ αυτούς. Είχε χάσει οριστικά το ενδιαφέρον του για εκείνα τα θεωρητικά και αφηρημένα που μας είχαν ενώσει κάποτε και ήταν πλέον ταγμένος στον σκοπό του. Περνούσαμε η παλιά φοιτητοπαρέα κάτω από το σπίτι του καμιά φορά, Παρασκευές ή Σάββατα, πηγαίνοντας ή επιστρέφοντας από νυχτερινή διασκέδαση. Το φως ήταν πάντοτε ανοιχτό και στο πήγαινε και στο έλα, αλλά ποτέ δεν τολμούσαμε να του χτυπήσουμε την πόρτα για να τον παρασύρουμε στα νυχτοπερπατήματά μας.
Τότε άρχισαν και οι πρώτες απειλές για τη ζωή του. Όλοι γνώριζαν ότι η χώρα του είχε πολλούς πρακτορίσκους, κυρίως φοιτητές και διπλωμάτες, στην Αγγλία. Ασχολούνταν κυρίως με το να καταδίδουν γυναίκες που κυκλοφορούσαν χωρίς μαντήλες ή που, ανύπαντρες, έβγαιναν με άντρες, για να τους κόψει η κυβέρνηση τη φοιτητική υποτροφία ή να βρει τον μπελά της η οικογένειά τους πίσω στην πατρίδα. Ποτέ σχεδόν δεν προχωρούσαν παραπέρα. Οι πραγματικά επικίνδυνοι ήταν οι ανεξέλεγκτοι μοναχικοί, απογοητευμένοι από τη ζωή και την τύχη τους, που είχαν βρει έναν λόγο ύπαρξης στη βία και μια καλή δικαιολογία στο Κοράνι (όλα τα ιερά Βιβλία έχουν κάποτε υπηρετήσει και αυτόν τον σκοπό). Ο φίλος μου δεν τους φοβήθηκε, ούτε ανέφερε ποτέ στην αστυνομία ή στα άρθρα του τις απειλές. Είχε πάρει πολύ σοβαρά τον ρόλο του, δεν είχε πλέον σχέση με τον παλιό, ντροπαλό εαυτό του και θεωρούσε πως ένας κάποιος κίνδυνος ταίριαζε ούτως ή άλλως με τη δουλειά.
Μόνο ένας περαστικός είχε δει δυο μαύρες σκιές αργά την προηγούμενη νύχτα, μεγεθυμένες μπροστά στο φως της λάμπας γραφείου που δεν είχε προλάβει να σβήσει.
Τον βρήκαν ένα πρωί μαχαιρωμένο στο καθιστικό του σπιτιού του. Είχε το όνομά μου σημειωμένο στην ατζέντα δίπλα στο τηλέφωνό του -λίγοι είχαν τότε κινητά- και γι’ αυτό με ειδοποίησαν από τους πρώτους. Δακτυλικά αποτυπώματα δεν βρήκαν. Μόνο ένας περαστικός είχε δει δυο μαύρες σκιές αργά την προηγούμενη νύχτα, μεγεθυμένες μπροστά στο φως της λάμπας γραφείου που δεν είχε προλάβει να σβήσει. Δεν ήταν βέβαιος, αλλά μάλλον φορούσαν τσαντόρ, τον ολόσωμο μαύρο μανδύα που είχε γίνει υποχρεωτικός επί ποινή μαστιγώματος, ή και θανάτου αν ήσουν άτυχη, τα πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Η αστυνομία αργότερα επιβεβαίωσε ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που είχαν οι μαχαιριές στο σώμα του φίλου μου έδειχναν ότι οι δολοφόνοι ήταν γυναίκες.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Μανώλης Σαρειδάκης γεννήθηκε το 1970 στις Βρυξέλλες, σπούδασε και εργάσθηκε στο Λονδίνο και τώρα ζει στην Αθήνα. Είναι παντρεμένος και έχει μία κόρη.

Οι σπουδές του είναι στη Φυσική και τη Φιλοσοφία των Επιστημών. Είναι βιοφυσικός, Ερευνητής στον «ΔΗΜΟΚΡΙΤΟ» και έχει εκδώσει δύο βιβλία για επιστημονικά θέματα. Πολύ παλαιότερα, ελάχιστα ποιήματά του είχαν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.
ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΧΩΡΟ
Στη στήλη αυτή δημοσιεύονται διηγήματα (κείμενα μυθοπλασίας) στην ελληνική γλώσσα τα οποία μέχρι τη στιγμή της αποστολής τους δεν έχουν δημοσιευτεί σε έντυπο ή οπουδήποτε στο διαδίκτυο. Τα διηγήματα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση edit@bookpress.gr. Στην περίπτωση που το διήγημα επιλέγεται για να δημοσιευτεί, και μόνο σε αυτή, θα επικοινωνούμε με τον συγγραφέα το αργότερο μέσα σε 20 μέρες από την αποστολή του διηγήματος και θα τον ενημερώνουμε για το χρόνο της επικείμενης δημοσίευσης. Σε κάθε άλλη περίπτωση, καμιά επιπλέον επικοινωνία δεν θα πρέπει να αναμένεται και ο συγγραφέας επαναποκτά αυτομάτως την κυριότητα του κειμένου του. Τα προς δημοσίευση διηγήματα ενδέχεται να υποστούν γλωσσική και εκφραστική επιμέλεια.






















