eyes painting

«Θα ήταν δέκα ή έντεκα χρονών όταν τα περιγράμματα των πραγμάτων άρχισαν να θολώνουν. Εκείνο που περισσότερο την πείραζε ήταν το ότι άρχισε να μη διακρίνει καθαρά όσα σκάλιζε ο δάσκαλος στον πίνακα· έναν αριθμό αν αντέγραφε λάθος, η άσκηση θα πήγαινε στον βρόντο – κι αυτή ήταν άριστη μαθήτρια». Kεντρική εικόνα: πίνακας της Jane French.

Της Αθηνάς Βογιατζόγλου

στον Τάσο Μόρτογλου

Θα ήταν δέκα ή έντεκα χρονών όταν τα περιγράμματα των πραγμάτων άρχισαν να θολώνουν. Εκείνο που περισσότερο την πείραζε ήταν το ότι άρχισε να μη διακρίνει καθαρά όσα σκάλιζε ο δάσκαλος στον πίνακα· έναν αριθμό αν αντέγραφε λάθος, η άσκηση θα πήγαινε στον βρόντο – κι αυτή ήταν άριστη μαθήτρια. Έριχνε λοιπόν κλεφτές ματιές στο τετράδιο της διπλανής της, της Ειρήνης, που ευτυχώς είχε στρωτό γραφικό χαρακτήρα. Μήνα με τον μήνα, χρόνο με τον χρόνο η κατάστασή της επιδεινωνόταν. Έφτασε να μην αναγνωρίζει γνωστούς και φίλους από μακριά στον δρόμο. Τις ξένες ταινίες στην τηλεόραση τις είχα ξεγράψει, φυσικά, και είχε γίνει μανιώδης οπαδός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου – κι ας μην έβλεπε καθαρά τις γκριμάτσες του Βέγγου, το γοητευτικό χαμόγελο του Κούρκουλου.

Mισόκλεινε τα μάτια της για να βλέπει καλύτερα. Έτσι όμως κινδύνευε να την πάρουν χαμπάρι οι γονείς της και να τη σύρουν στον οφθαλμίατρο. Αυτό δεν έπρεπε με τίποτα να συμβεί! Δεν ήταν διόλου βέβαιη ότι επρόκειτο περί μυωπίας. Θεωρούσε εξίσου πιθανό να είχε μια ύπουλη ασθένεια, που αναπόδραστα θα οδηγούσε στην τύφλωση· προτιμούσε να μη μάθει το θλιβερό μαντάτο. Αν είχε μυωπία, πάντως, το κακό δεν θα ήταν και πολύ μικρότερο: όχι μόνο θα έμοιαζε με τη μαμά της και θα είχε κληρονομήσει και τη διπολική διαταραχή της – γιατί κάτι βαθιά μέσα της τής έλεγε ότι ο εγκέφαλος συνδέεται με τα μάτια μας με ένα πλέγμα αποφασιστικών νευρώνων, όπως οι δρόμοι του πατρογονικού χωριού της οδηγούν ίσια στη θάλασσα – αλλά και θα αναγκαζόταν να φορέσει γυαλιά. Η μαμά ήταν τόσο όμορφη που ούτε τα πρόσεχε κανείς τα γυαλιά της, λες και είχαν γεννηθεί μαζί με το πρόσωπό της. Εκείνη όμως; Το πιθανότερο είναι ότι θα γινόταν ένα τέρας, όπως η Νατάσα, με τις χοντρές μαύρες γυαλαμπούκες που την έκαναν να μοιάζει με βάτραχο. Δεν της έφταναν τα σιδεράκια στα δόντια, το κοκκαλάκι στη μύτη, τα ατίθασα, φριζαριστά μαλλιά, θα προστίθονταν και τα γυαλιά στον λογαριασμό. Κι άντε να τον ξεχρεώσει αυτόν τον λογαριασμό, μια ζωή δεν θα την έφτανε... ούτε αρσενική μύγα δεν θα την πλησίαζε ποτέ. Όμως τ' αγαπούσε τ' αγόρια και ήθελε να την αγαπάνε κι αυτά· όλα τους, αν γινόταν.

Για να αποφύγει το προδοτικό μισοκλείσιμο των ματιών, που θα την έστελνε στη λαιμητόμο του οφθαλμίατρου, επινόησε, σαν Ροβινσώνας Κρούσος της μεγαλούπολης, ένα σωτήριο τρικ: πίεζε με τον δείκτη ένα σημείο του βλεφάρου της που για κάποιο λόγο έφερνε τον βολβό του ματιού στα ίσα του, κι έβλεπε πεντακάθαρα. Όταν, μια στις τόσες, οι γονείς της την περνούσαν από τεστ για την όραση, καμωνόταν ότι ξύνει το φρύδι της κι έλεγε τα γράμματα και τους αριθμούς ολόσωστα. Την είχε και πάλι γλιτώσει - αλλά μόνο από τους δικούς της. Τα μάτια της έγιναν ένας από τους πιο άτεγκτους βασανιστές της. Από τότε ακόμη που έβλεπε καλά, ξετρύπωνε κρυφά το δεύτερο ζευγάρι γυαλιών της μαμάς της, που εκείνη το φύλαγε σ' ένα συρτάρι του κομοδίνου της. Ήταν συναρπαστικό και συνάμα ανησυχαστικό να βλέπει τον κόσμο μέσα από αυτά τα μαγικά τζάμια. Σαν σε παραμορφωτικό καθρέφτη, από εκείνους του λούνα παρκ, το πάτωμα βυθιζόταν κάτω από τα πόδια της, λες και περπατούσε στο κενό ή λες και της είχαν φορέσει ξυλοπόδαρα. Όλα γύρω της παραμορφώνονταν, τα έπιπλα έκαναν απειλητικές γκριμάτσες. Γι' αυτό, λοιπόν, ήταν τόσο δυστυχισμένη πότε-πότε η μαμά... έφταιγαν τα γυαλιά της και ο τρόπος με τον οποίο της μετέφραζαν τον κόσμο. Αλλά γι' αυτό ήταν και τόσο σοφή: έβλεπε τις κρυφές διαστάσεις των πραγμάτων, που οι κοινοί θνητοί δεν μπορούν ούτε καν να υποψιαστούν. Σταδιακά, όμως, η όψη του κόσμου μέσα από εκείνα τα γυαλιά έχασε τον τερατώδη χαρακτήρα της. Το πάτωμα άρχισε να ανεβαίνει από τα βύθη ώσπου έφτασε στο ύψος του παρκέ της κρεβατοκάμαρας. Γύρω στα δεκατέσσερά της, έβλεπε πλέον καλά μέσα από τα τζάμια που έθρεψαν τόσες φαντασιώσεις της παιδικής ηλικίας της. Για την ακρίβεια, έβλεπε πολύ καλύτερα με αυτά παρά δίχως τους. Τι της συνέβαινε τέλος πάντων;

Εναπόθετε τις ελπίδες της στην Αγία Παρασκευή, που είχε ακούσει ότι είναι η απέραντα ελεητική, η θαυματουργή προστάτιδα των ματιών.

Εναπόθετε τις ελπίδες της στην Αγία Παρασκευή, που είχε ακούσει ότι είναι η απέραντα ελεητική, η θαυματουργή προστάτιδα των ματιών. Όλων των ειδών τα μαρτύρια είχε αντέξει στη Ρώμη από τους ειδωλολάτρες, αλλά τα πυρωμένα σίδερα τη δρόσιζαν, η καυτή πίσσα ήταν στο δέρμα της χάδι, τα φίδια περνούσαν πλάι της και δεν τη δάγκωναν, γιατί πίστευε βαθιά στον Κύριο και Θεό της. Ένα καλοκαίρι, προχωρημένος Ιούλιος, πήγαν με τη γιαγιά και τον παππού σε μια εκκλησία που φέρει το όνομά της γιατί είναι πολιούχος του· εντυπωσιάστηκε από τα εκατοντάδες χρυσά και ασημένια μάτια που κρέμονταν κάτω από το εικόνισμα της Αγίας. «Είναι τάματα», της εξήγησαν, «πόσους και πόσους τυφλούς δεν έσωσε στη ζωή της, μεγάλη η χάρη της, και δεν συνεχίζει να σώζει στο διάβα των αιώνων». Ένα από τα τάματα ήταν χάλκινο· φαίνεται θα ήταν φτωχούλης ο τυφλός που είδε το φως του - κι όμως, εισακούστηκε. Άρχισε να βάζει στην άκρη το χαρτζιλίκι της κι αγόρασε ένα ασημένιο σταυρουδάκι. Ήταν όμως πολύ ελαφρύ το τάμα της, και μολονότι είχε βεβαιωθεί για την αταξικότητα της προστάτιδός της, πήρε καλού κακού και τον χρυσό βαφτιστικό σταυρό της και τους έβαλε και τους δυο πίσω από τα εικονίσματα. Δεν αμελούσε στις προσευχές της να θυμίζει στους ουρανούς την προσφορά της, αλλά η κατάστασή της δεν βελτιωνόταν. Μήπως η πίστη της δεν ήταν αρκετά ισχυρή; Μια νύχτα -το πρωί είχε γράψει 14 σ' ένα διαγώνισμα μαθηματικών γιατί είχε αντιγράψει λάθος ένα νούμερο σε μια άσκηση– ονειρεύτηκε ότι η Αγία Παρασκευή ξεπήδησε ολόσωμη μέσα από το εικόνισμά της και τρύπησε πέρα ως πέρα το δεξί μάτι της με μια λόγχη... Την επομένη έτρεξε να δει αν υπήρχαν ακόμη τα τάματά της στη θέση τους. Δεν τα βρήκε – ίσως πριν προλάβει να τα πάρει η Αγία να τα είχε βουτήξει η καθαρίστρια.

Σιγά-σιγά ο κόσμος γύρω της γινόταν αόριστος, αχνώδης, σχεδόν απατηλός. Κατέφευγε όλο και περισσότερο στα βιβλία της, τα καταβρόχθιζε αχόρταγα. Από κοντά έβλεπε τέλεια· ήταν κυρίαρχη του παιχνιδιού. Επιβιβαζόταν στο τρενάκι των λέξεων κι εκείνο διέσχιζε σφυρίζοντας τις σελίδες με μια ορμή συναρπαστική. Αλλά και τα πρόσωπα των ηρώων έβλεπε σε όλες τις λεπτομέρειές τους, και τα ρούχα, και τα αντικείμενα, και τα τοπία. Όσα δεν της έδιναν οι συγγραφείς τα συμπλήρωνε μόνη της και γίνονταν τότε ακόμη πιο ζωντανά – η δική της Πολυάννα, ας πούμε, είχε μια ελιά κάτω από το αριστερό μάτι, που την έκανε πολύ χαριτωμένη αλλά και κάπως ευάλωτη· όχι τόσο ανέγγιχτη από το κακό όσο τη θέλησε η Ελέανορ Πόρτερ.

Η παρατηρητικότητά της περιοριζόταν στην ανάγνωση. Το ίδιο και η μνήμη της. Σχεδόν αδιαφορούσε για την εκτός βιβλίων ζωή. Τα μάτια της, έτσι της άρεσε να λέει στον εαυτό της, είχαν αποφασίσει γι' αυτήν· την έστρεψαν προς τα μέσα.

Η παρατηρητικότητά της περιοριζόταν στην ανάγνωση. Το ίδιο και η μνήμη της. Σχεδόν αδιαφορούσε για την εκτός βιβλίων ζωή. Τα μάτια της, έτσι της άρεσε να λέει στον εαυτό της, είχαν αποφασίσει γι' αυτήν· την έστρεψαν προς τα μέσα. Έφταιγαν εκείνα, όμως, για το κόλημμά της στα παιδικά βιβλία της σειράς των εκδόσεων «Άγκυρα», με τα γυαλιστερά εξώφυλλα; Ήξερε ότι έπρεπε να τα εγκαταλείψει, ότι καθυστερούσε αφύσικα να μπει στον κόσμο των βιβλίων των ‘μεγάλων’, ότι τα διάβαζε υπερβολικά πολλές φορές. Κάποτε την είχαν βοηθήσει να μεγαλώσει, στο Λύκειο τη βοηθούσαν στην προσπάθειά της να μη μεγαλώσει άλλο. Δεν είναι βέβαια εύκολο να προδώσεις όσους σου στάθηκαν σε δύσκολες στιγμές. Ώρες ολόκληρες οι ιστορίες τους είχαν καλύψει τα αναφιλητά της μαμάς στην κουζίνα· οι μαγικά αρμολογημένες λέξεις τους απάλαιναν την αιχμή των θυμών του μπαμπά· οι τελείες, τα θαυμαστικά, έσβηναν τα αγωνιώδη ερωτηματικά της ψυχής. Κοιτούσε με δέος τα βιβλία που απλώνονταν στις προθήκες των μεγάλων βιβλιοπωλείων του κέντρου της Αθήνας. Μια θεία της τής δώρισε στα δέκατα έκτα γενέθλιά της το Βιβλίο της άμμου του Μπόρχες. Για πολύν καιρό το άφησε αδιάβαστο πάνω στο γραφείο της, σχεδόν ανέγγιχτο. Της έφερναν μια ανατριχίλα στη ραχοκοκκαλιά η αυστηρή όψη του, τα πυκνά και μικρά γράμματά του, το σκουρόχρωμο καλλιτεχνικό εξώφυλλο. Πίστευε ότι δεν θα μπορούσε να το καταλάβει, αν και έπαιρνε πάντα 20 στο μάθημα των Νέων Ελληνικών. Μια μέρα αποτόλμησε να το διατρέξει και διαπίστωσε με ευχαρίστηση ότι ήταν απλά γραμμένο, συγχρόνως όμως ένιωθε ότι είχε μια βαθύτητα που τη ρουφούσε προς έναν πάτο όπου δεν ήθελε να κατέβει - όπως όταν είναι κανείς στο νερό και το σώμα του έχει την τάση να ανεβαίνει στην επιφάνεια. Πάγωσε όταν διάβασε το απόσπασμα:

Άνοιξα το βιβλίο στην τύχη. Αυτό που μου τράβηξε την προσοχή ήταν πως η ζυγή σελίδα είχε τον αριθμό (ας πούμε) 40.514 και η περιττή, η επόμενη, τον 999. Τη γύρισα, το πίσω μέρος ήταν αριθμημένο με οκτώ ψηφία. Υπήρχε και μια μικρή εικόνα, όπως αυτές που χρησιμοποιούν στα λεξικά, μια άγκυρα θαρρείς ζωγραφισμένη από χέρι μικρού παιδιού. Τότε, μου απευθύνθηκε ο άγνωστος: - Κoίτα τη καλά, γιατί δεν θα τη ξαναδείς ποτέ. [...] Αυτός που το είχε δεν ήξερε να διαβάζει. Μου είπε ότι το βιβλίο του λεγόταν το “Βιβλίο της Άμμου” διότι ούτε το βιβλίο ούτε η άμμος έχουν αρχή και τέλος.

Οι φράσεις αυτές επιβεβαίωναν τους βαθύτερους φόβους της: τα βιβλία των μεγάλων ήταν αχανή, ζαλιστικά, θα χανόταν μέσα τους· δεν θα μπορούσε να απορροφήσει τη σοφία τους και τίποτα δεν θα μπορούσε να ελέγξει πια… Κι έτσι συνέχιζαν να τη συντροφεύουν η Πολυάννα, η Μάντυ, οι μαθήτριες του Σαιν Κλαιρ και του Μάλορυ, οι Μικρές κυρίες.

Όμως άρχιζαν να πλησιάζουν απειλητικά οι πανελλήνιες. Κι αυτή ήταν πιο τυφλή από ποτέ. Ούτε με τα γυαλιά της μαμάς έβλεπε πλέον καθαρά· τίποτε και κανείς δεν μπορούσε να τη βοηθήσει. Το μυστικό της βάραινε ασήκωτα τις μέρες της και ο τρόμος μήπως κάτι πάει στραβά στις εξετάσεις λόγω της γκαβομάρας της την παρέλυε. Το 'θελε τόσο πολύ να σπουδάσει Φιλολογία, να καταλάβει τα τερτίπια της γλώσσας, το γιατί τα λογοτεχνικά βιβλία, έστω και στην παιδική διασκευή τους, καταφέρνουν να γίνονται υποκατάστατα ζωής, πιο ευρύχωρα από τη ζωή. Είχε επιτρέψει στα μάτια της να την εξορίσουν από τους κόλπους του ξένου κινηματογράφου – ε, όχι και να τα αφήσει να καθορίσουν το μέλλον της ολόκληρο και να καταλήξει πωλήτρια εσώρουχων, όπως η ξαδέρφη της η Καίτη, ή γκαρσόνα, όπως η γειτόνισσα η Νατάσα! Τόλμησε επιτέλους να πάει στον οφθαλμίατρο. Έτρεμε σαν το φύλλο στην αίθουσα αναμονής. Ο γιατρός, αφού την εξέτασε, σταυροκοπήθηκε και της είπε: «Παιδί μου, έχεις 7 βαθμούς μυωπία στο ένα μάτι και 7,5 στο άλλο. Πώς ζούσες;». Ούτε που θυμάται τι δικαιολογίες αράδιασε στους δικούς της. Της αγόρασαν πάντως τον πιο εντυπωσιακό σκελετό με τους πιο ακριβούς φακούς, για να είναι όσο λεπτότεροι γίνεται. Κι έτσι, μέσα σε μία μέρα, το μαρτύριο της τυφλότητας διαδέχτηκε εκείνο της ντροπής. Ήταν σαν ποντίκι πιασμένο σε φάκα πολυτελείας. Ο καθρέφτης τής αντιγύριζε ένα ζευγάρι γυαλιά από ροζ ταρταρούγα, που περίζωναν δυο μάτια νευρικά. Η αλήθεια έστεκε μπροστά της ολόσωμη: εκτός από φαντασιόπληκτη, αρρωστόφοβη, θρησκόληπτη, δειλή, ήταν και τελεσίδικα άσχημη. Μέσα σ' αυτόν τον υπερμοντέρνο σκελετό, όπως σε ανακαινισμένο κελί φυλακής, θα περνούσαν πλέον οι μέρες της.

Στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας μπήκε από τους πρώτους. Αλλά θα ήταν ψέμα αν έλεγε ότι το χάρηκε· δύσκολα μπορούσε, την εποχή εκείνη, να χαρεί με οτιδήποτε. Έπεσε με τα μούτρα στα δύσκολα βιβλία που απέφευγε τόσα χρόνια, όχι μόνο για να τα πάει καλά στα μαθήματα αλλά και γιατί το πνεύμα ήταν το μόνο όπλο που διέθετε στη μάχη του φλερτ. Ενώ είχε βγάλει πια τα σιδεράκια, ούτε η μύτη της είχε ισιώσει, ούτε τα μαλλιά της είχαν γίνει στιλπνά, ούτε γενικότερα είχε αποκτήσει κάποια χάρη οποιασδήποτε μορφής - άσε που το δεξί στήθος της ήταν μικρότερο από το αριστερό. Ο Πάρης δεν υπήρχε περίπτωση να έδινε σ' εκείνη το μήλο. Αποστήθισε αποσπάσματα ολόκληρα από το Σμιλεύοντας το χρόνο του Ταρκόσφσκυ για να τα βγάζει στοιχειωδώς πέρα με τους σινεφίλ, ψάρεψε πλουμιστές φράσεις από τον Λύκο της στέπας του Έσσε για να καμώνεται την υπαρξιακά αυτάρκη, κατάπιε όλο τον Μαρκήσιο ντε Σαντ και τον Λεοπόλδο φον Μαζόχ για να προβάρει λεκτικά τις προωθημένες περί σεξουαλικότητας αντιλήψεις της. Λίστες ολόκληρες ήταν τα βιβλία-ναυαγοσώστες, χάρη στα οποία τα κουτσοκατάφερνε στις παρέες και γοήτευε, ενίοτε, άντρες που ανήκαν στην κόψη της χλωρίδας και της πανίδας. Όταν ένας τους τη χώρισε αραδιάζοντας ένα κομπολόι από θολά φιλοσοφικά επιχειρήματα, αντλημένα από τον Σαρτρ, το αποφάσισε: θα δοκίμαζε τους φακούς επαφής, ξεπερνώντας τον φόβο που της είχαν προκαλέσει στο παρελθόν οι γυάλινοι φακοί που η μαμά της κολλούσε με ανεξήγητη ψυχαιμία στα μάτια της σε γάμους και βαφτίσια. Εξάλλου, οι φακοί είχαν εξελιχθεί έκτοτε· υπήρχαν πλέον διαθέσιμα και πιο ευλύγιστα μοντέλα, που κάποιες από τις συμφοιτήτριές της φορούσαν ακόμη και στον ύπνο – άσε που αγόραζαν κι έγχρωμους και γίνονταν, ως δια μαγείας, πρασινομάτες, κατακτώντας τα πιο δημοφιλή αρσενικά. Γιατί όχι κι αυτή; Ήταν όμως άτυχη. Πόσες τρικλοποδιές, τέλος πάντων, θα της έβαζαν στη ζωή τα στραβά της; Οι φακοί της ξεραίνονταν κάνοντας τα μάτια της να τσούζουν και να αποβάλλουν την προηγμένη σιλικόνη που με χίλιους κόπους τούς είχε φορέσει – σαν κακομαθημένα παιδιά που πετάνε από πάνω τους τα ακριβά ρούχα. Άδικα δοκίμαζε ημερήσιους, εβδομαδιαίους, μηνιαίους: ήταν όλοι τους εξίσου ανεπιθύμητοι από τα μάτια της. Όταν μια μέρα, σ' ένα ρομαντικό ραντεβού στον μώλο, ο ένας τους κύλησε στα βράχια και ο παρτενέρ της είδε κι έπαθε να τον ξεκολλήσει, σαν κανένα σπάνιο είδος πεταλίδας, το πήρε απόφαση: πέταξε καθαριστικά υγρά, θήκες, κολλύρια και ό,τι άλλο τούς θύμιζε.

Τον σύζυγό της τον κατάκτησε με σχετική ευκολία. Ήταν οικονομολόγος και η άνεσή της στη χρήση των λέξεων, η μυστικιστική αύρα κάποιων απόψεών της (που την περνούσαν όλοι για πηγαία αλλά ήταν με ιδρώτα κατακτημένη), ακόμη και τα γυαλιά της –ναι, τα γυαλιά της-, που εκείνος θεωρούσε ότι ταίριαζαν σε αυτό που αποκαλούσε «φιλολογικό της δαιμόνιο», του άσκησαν ισχυρή έλξη από το πρώτο κιόλας βράδυ που γνωρίστηκαν σ' ένα φοιτητομπάρ. Την ανακούφιζε η στερεότητά του· ο ορθολογισμός του κοίμιζε τους δαίμονές της και το χιούμορ του όχι μόνο εξάτμιζε την αμηχανία της αλλά και τους ένωνε σ' ένα γέλιο που συχνά γινόταν σεξουαλικά ερεθιστικό. Χαιρόταν να συζητάνε, να τον εντυπωσιάζει, να γουργουρίζει με το κεφάλι χωμένο στους προστατευτικούς ώμους του, να κάνουν έρωτα κι ύστερα να κουβεντιάζουν χωρίς ίχνος θλίψης για την ηδονή που καταλάγιαζε. Είχε κι ένα υπέροχο συνήθειο ο άντρας αυτός: αμέσως μετά τον έρωτα, της ξαναφορούσε με τρυφερή προσοχή τα γυαλιά της: «μόνο μ' αυτά είσαι στ' αλήθεια ο εαυτός σου», της έλεγε, κι εκείνη λέξη δεν του εξομολογήθηκε ποτέ για τη δραματική ιστορία της. Δεν ήθελε να χαλάσει το παραμύθι του – μέσα σ' αυτό γινόταν η πριγκιποπούλα που είχε ονειρευτεί.

Δυο χρόνια αργότερα παντρεύτηκαν. Το αγοράκι που απόκτησαν άρχισε να το βασανίζει, ήδη από τα πέντε του, με τεστ οράσεως και δυσκολεύτηκε να συνειδητοποιήσει ότι είχε, για καλή του τύχη, κληρονομήσει τα μάτια του πατέρα του και του παππού του. Εκείνα τα χρόνια έφτασε στην Ελλάδα η μέθοδος Lasic, μια μαγική χειρουργική αποκατάσταση του κερατοειδούς με leizer, που εξαφάνιζε εν μιά νυκτί τη μυωπία. Η διαφήμιση υποσχόταν άμεση αποκατάσταση της όρασης και καμία απολύτως μετεγχειρητική ταλαιπωρία. Θα πρέπει να ήταν από τις πρώτες που το αποφάσισαν. «Θα γίνεις πειραματόζωο, μπορεί και να τυφλωθείς», την προειδοποιούσε έντρομος ο σύζυγός της· «το σκέφτηκες καλά;», τη ρωτούσαν με αγωνία οι φίλες της. Και βέβαια το σκέφτηκε, απαντούσε. Όμως δεν το είχε σκεφτεί. Το αποφάσισε σχεδόν ορμέμφυτα: ήταν η στιγμή της. Λαχταρούσε να πετάξει από πάνω της τα πανάκριβα γυαλιά με τον πανάλαφρο σκελετό, αυτό το βαρίδι που δεν μπόρεσε ποτέ να κουβαλήσει με στωικότητα. Είχε πλέον εννέα βαθμούς μυωπία στο κάθε μάτι, πιθανώς από το πολύ διάβασμα. Με μόνιμη θέση σ' ενα ερευνητικό ίδρυμα, μελετούσε τότε την παρουσία του αετού στη μεταβυζαντινή και τη νεοελληνική ποίηση, γεμίζοντας εκατοντάδες καρτέλες με τα ευρήματά της - για τη βιονική όρασή του το είχε άραγε διαλέξει αυτό το αγέρωχο πουλί;

Αμίλητη κι ακούνητη έμεινε στη διάρκεια των λίγων λεπτών που χρειάστηκαν για να επουλώσουν οι μαγικές ακτίνες –το θείον φως– το μεγαλύτερο της ζωής της τραύμα. Η επέμβαση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.

Αμίλητη κι ακούνητη έμεινε στη διάρκεια των λίγων λεπτών που χρειάστηκαν για να επουλώσουν οι μαγικές ακτίνες –το θείον φως– το μεγαλύτερο της ζωής της τραύμα. Η επέμβαση στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία. Ακολούθησαν χαρές και ανακαλύψεις απρόσμενες. Αντικρίζοντας και πάλι τον κόσμο αδιαμεσολάβητα, λες και επέστρεψε στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας της. Mαζί με τα μάτια της επιδιορθώθηκε το σύμπαν ολόκληρο για λογαριασμό της. Ένιωθε μια τρελή διάθεση να βυθιστεί στο βλέμμα των άλλων, στο δικό της βλέμμα μέσα στον καθρέφτη· να κολυμπήσει χωρίς σωσίβιο στη θάλασσα του χρόνου. Σ' αυτή τη μέθη συντέλεσε και το γεγονός ότι τις πρώτες μέρες μετά την επέμβαση απαγορευόταν να διαβάζει. Κι έτσι, αναγκαστικά απαλλαγμένη από την καθημερινή τελετουργία της ανάγνωσης (που απο κρυσφήγετο είχε με τα χρόνια μετατραπεί σε ψυχαναγκασμό), παρακολουθούσε, σαν από αερόστατο, έναν νέο κόσμο να απλώνεται απέραντος και καλεστικός. Η πραγματικότητα εισέβαλλε ορμητικά σε όλους τους πόρους της. Εκστασιαζόταν παρατηρώντας στις λεπτομέρειές του το κάθε τι – ποια, αυτή, που με δυσκολία μπορούσε μέχρι πρόσφατα να ανακαλέσει το χρώμα του αυτοκινήτου τους! Ξεκίνησε να ενδιαφέρεται για τις οικογενειακές φωτογραφίες, που βρισκόντουσαν στοιβαγμένες φύρδην μίγδην σε μπαούλα και χαρτόκουτα. Με τις ώρες τις παρατηρούσε, έφτιαξε άλμπουμ με χρονολογική σειρά και θεματικές ενότητες: οι απόκριες· τα Χριστούγεννα· οι γάτες τους· ο γιος τους με τους φίλους του· τα νησιά που επισκέφθηκαν. Πόσα πράγματα της είχαν διαφύγει... Ήταν θλιβερό και θεσπέσιο την ίδια στιγμή: μαθήτευε στη ζωή της. Αποφάσισε να αγοράσει μια καλή φωτογραφική μηχανή. Χρειαζόταν ένα τρίτο μάτι, ακόμη πιο γερό από τα δικά της, για να στερεοποιήσει το ρευστό των αποκαλύψεων που την κατέκλυζαν. Με τα τρία μάτια της θα ήταν ατρόμητη, σαν πρωτόγονη θεά. Και δεν έφταναν αυτά: είχε αρχίσει να σαγηνεύεται από τον ίδιο τον εαυτό της. Επειδή απαγορευόταν για ένα διάστημα να λουστεί, πήγαινε στο κομμωτήριο, όπου της έκαναν μπούκλες κι έβαψαν τα μαλλιά της ξανθά, όπως της μητέρας της. Δεν φοβόταν πια την ομοιότητα μαζί της - εκείνη θα παρέμενε για πάντα μύωψ. Ένιωθε όμορφη για πρώτη φορά και θαύμαζε στον καθρέφτη την ομορφιά της με τα ίδια της τα μάτια, χωρίς διαμεσολαβήσεις. Η ομίχλη μέσα στην οποία πορεύτηκε σχεδόν όλη της τη ζωή, ειχε διαλυθεί. Τότε όμως άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτοι τριγμοί. Για κάποιο λόγο της κόλλησε στο μυαλό, κι επαναλάμβανε συχνά στον εαυτό της, μια φράση από τη Μαντάμ Μποβαρύ, που της είχε κάνει εξαρχής εντύπωση όταν διάβασε το βιβλίο του Φλωμπέρ:

Το ταξίδι της στο Βομπισάρ είχε κανει μια τρύπα στη ζωή της, όπως οι θύελλες εκείνες που, καμιά φορά, ανοίγουν μέσα σε μια νύχτα ρωγμές στα πλευρά των βουνών.

Η «τρύπα» που άνοιξε στη δική της ζωή η επέμβαση για τη μυωπία, τρύπα μέσα από την οποία έβλεπε τα θαύματα και τα μάγια του κόσμου, ήταν συγχρόνως και μια ρωγμή στα θεμέλια της ως τότε ύπαρξής της. Έβλεπε τον σύζυγό της αλλιώς, λες για πρώτη φορά καθαρά. Γιατί ήταν ολόκληρο το σώμα του καλυμμένο με τρίχες; Εντάξει, λεγόταν Αντρέας, ήταν άντρας, αρσενικό· αλλά θα τον προτιμούσε άτριχο, όπως τα μοντέλα που χάζευε πλέον πότε-πότε στο διαδίκτυο. Ήταν καλοκαίρι κι έσκαγε στην αγκαλιά του, λες και κοιμόταν με ηλεκτρική κουβέρτα. Στην αρχή έπιασε την άλλη άκρη του κρεβατιού, σταδιακά μετακόμισε στο κρεβάτι του δωματίου των επισκεπτών· γιατί εκείνος ροχάλιζε κιόλας. Η ευφορία που της προξενούσαν οι συνεχείς ανακαλύψεις της τής είχε φέρει μια υπερένταση που ανέτρεψε το αίσθημα γαλήνης των πρώτων ημερών μετά την επέμβαση. Κάθε μέρα ήταν η αρχή της δημιουργίας, κόμιζε κάτι που έπρεπε να κατακτηθεί. Το καινούργιο, χωρίς γυαλιά πρόσωπό της, δεν είχε καταφέρει να το συνηθίσει ο καημένος ο Αντρέας. Παντρεύτηκε μια χαμηλότονη διανοούμενη και από τη μια μέρα στην άλλη βρέθηκε με μια σεληνιασμένη Μέριλιν. Τον καταλάβαινε κάπως, αλλά δεν έπαυε να την εκνευρίζει. Όταν τον κοίταζε στα μάτια, εκείνος τα έχανε· σχεδόν τον φόβιζε. Και καθώς του έλειπε κάθε φαντασία, αδυνατούσε να την προφτάσει:

- Έχεις παραμελήσει την έρευνά σου, τι θα πούνε στο ίδρυμα;
- Δουλεύω υπερωρίες χρόνια ολόκληρα, έχω έτοιμη δουλειά για πολλούς μήνες ακόμα, μην ανησυχείς. Τώρα έχω άλλα να σκεφτώ. Το σεμινάριο φωτογραφίας, την ορνιθολογική...
- Το αποφάσισες δηλαδή; Πώς θα σκαρφαλώνεις τα βουνά στην ηλικία σου, δεν είναι επικίνδυνο;
- Εννοείς ότι στα τριάντα πέντε μου γέρασα και δεν το κατάλαβα; Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ νιωθω σαν νεογέννητο! Εξάλλου μην ξεχνάς ότι έχω ξεκινήσει μαθήματα ορειβασίας. Εσύ πάντα φοβάσαι το κάθε τι. Αν σε είχα ακούσει, θα ήμουν ακόμη θεότυφλη!

Ο ορθολογισμός του, που κάποτε τη στερέωνε, τώρα τη στέγνωνε, τη βούλιαζε. Δεν είχε πια την ανάγκη της προστασίας του, στεκόταν στα δικά της πόδια – και στο τρίποδο της νέας της κάμερας. Άσε που η νοσταλγία του για τα γυαλιά της την έκανε έξω φρενών. Ο Αντρέας ήθελε μια γυναίκα που δεν υπήρχε πια. Κι εκείνη; Τι ήθελε εκείνη; Γιατί ο συζυγός της φορούσε ακόμη τα ρούχα που αγόρασε φοιτητής στην Αγγλία; Γιατί αρνούταν να βάλει αντηλιακό και ξεφλουδιζόταν το μέτωπό του; Και το πέος του, γιατί είχε αυτή την παράξενη κλίση στο πλάι όταν ήταν σε στύση; Η σεξουαλική της διάθεση κατρακυλούσε στο ναδίρ...

Η Καρένινα χρειάστηκε να ερωτευτεί τον Βρόντσκι για να ανακαλύψει ότι εξείχαν παράξενα από το καπέλο του τα αυτιά του Καρένιν. Εκείνη ερωτεύτηκε τον εαυτό της - αρχικά. Στη συνέχεια, διασχίζοντας βουνά και ρουμάνια με την ορνιθολογική, ερωτεύτηκε τον Ανέστη, φανατικό παρατηρητή πουλιών, ακτιβιστή, με διδακτορικό στη βιολογία, μόνιμη θέση ερευνητή στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Βερολίνου και ειδίκευση στην οικογένεια των αετίδων, με αδυναμία στα γεράκια. Είχε μόλις επιστρέψει από το Nagaland, την «πρωτεύουσα των γερακιών της Ινδίας», όπως εξηγούσε, όπου συγκεντρώνονται πάνω από ένα εκατομμύριο μαυροπετρίτες. H παραστατικότητα των αφηγήσεών του ήταν εκπληκτική – την εγκαθιστούσε στα μέρη που περιέγραφε, λες κι έμπαινε σε τρισδιάστατη κινηματογραφική αίθουσα. Γρήγορα την έπεισε να αγοράσει τα καλύτερα κυάλια κι ύστερα το πιο αποτελεσματικό, δεδομένης της προσιτής τιμής του, τηλεσκόπιο. Αυτοαποκαλούταν «Πουλί», όπως και άλλοι από το σινάφι του, γιατί πετούσε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υδρογείου σε αναζήτηση των πουλιών του. Εντυπωσιάστηκε κι αυτός, όμως, από τις λογοτεχνικές έρευνές της. Τις ώρες της αναμονής για την εμφάνιση του στόχου τους, κρυμμένοι όπως ήταν οι δυο τους μέσα σε θάμνους και πίσω από δέντρα, την έβαζε να του διαβάζει και να του απαγγέλλει ψιθυριστά στίχους από την απέραντη συγκομιδή της. Για κείνην όμως η ποίηση είχε χάσει την αίγλη της. Τι ήταν τα πουλιά του σικελιανικού Αλαφροΐσκιωτου, ακόμη και τα ογδόντα είδη πτηνών του ποιήματος «Πού ειναι τα πουλιά;» του Γιώργη Παυλόπουλου, μπροστά στα δέκα χιλιάδες είδη ολοζώντανων φτερωτών θαυμάτων στον υδροβιότοπο του Μεσολογγίου; Οι βασιλαετοί, οι στικταετοί, οι ψαραετοί που είχε την τύχη να δει με τη συντροφιά του Ανέστη, το ορμητικό μεγαλείο τους έτσι όπως διέσχιζαν από πάνω της τον ουρανό, δεν μπορούσαν να συγκριθούν με κανένα από τα δικά της πουλιά, που τώρα πια τα ένιωθε σαν χαρταετούς μιας διαιωνιζόμενης παιδικότητας.

Όποτε επέστρεφε από τις εξορμήσεις της ορνιθολογικής, την έτρωγαν οι τύψεις. Ο Αντρέας, με τους οικονομολογικούς υπολογισμούς του στο γραφειάκι του, μίκραινε όλο και περισσότερο στα μάτια της, συρρικνωνόταν έως εξαφανίσεως. Είχε έναν σύζυγο μπονσάι και καμιά διάθεση να τον ποτίσει.

Όποτε επέστρεφε από τις εξορμήσεις της ορνιθολογικής, την έτρωγαν οι τύψεις. Ο Αντρέας, με τους οικονομολογικούς υπολογισμούς του στο γραφειάκι του, μίκραινε όλο και περισσότερο στα μάτια της, συρρικνωνόταν έως εξαφανίσεως. Είχε έναν σύζυγο μπονσάι και καμιά διάθεση να τον ποτίσει. Ήταν η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων και των τραυμάτων: από τη μια ζούσε τη μαγευτική μεγέθυνση του κόσμου, από την άλλη τη δραματική σμίκρυνσή του· ταλαντωνόταν επικίνδυνα ανάμεσα στα δύο άκρα: του οικόσιτου συζύγου και του περιπετειώδους εραστή. Ανησυχούσε και για το μέλλον της στο ερευνητικό κέντρο. Είχε μείνει στάσιμη και, μη έχοντας τιποτε νέο να παρουσιάσει, έπαιρνε απανωτές αναρρωτικές άδειες. Δεν έπρεπε να χάσει τη δουλειά της, ο μισθός της ήταν απαραίτητος, ο γιος τους μεγάλωνε και τα έξοδα αυξάνονταν. Μόλις όμως άνοιγε τα χαρτιά της και προσπαθούσε να μπει σ' έναν ειρμό την έπιανε ζάλη - αδύνατον να συγκεντρωθεί...

Ο Ανέστης πάλευε να την πείσει να τον ακολουθήσει σ' ένα ταξίδι στην κοιλάδα Hula του Ισραήλ, γεωγραφικό σταυροδρόμι Ευρασίας και Αφρικής, που το διέσχιζαν πάνω από ένα δισεκατομμύριο πτηνά. Δεν τόλμησε όμως να τον ακολουθήσει· όσο κι αν θα τη βοηθούσε, όπως υποσχόταν, τα έξοδα ήταν τεράστια. Κι εξάλλου πώς θα έλειπε τόσον καιρό; Ο γιος της, το ερευνητικό κεντρο, η ζωή της ολόκληρη ήταν εδώ και την τραβούσε στον πυρήνα της· πώς να ξεφύγει; Ξέφυγε ο Ανέστης. Μερικές εβδομάδες αργότερα, έμαθε ότι γύρισε στο Βερολίνο με μια εξωτική καλλονή που γνώρισε στο ταξίδι του. Προφανώς θα ήταν μια γυναίκα ανοιχτή στον κόσμο, που θα τον συντρόφευε και στα αγαπημένα του επικίνδυνα σπορ - όχι μια μικροφιλόλογος με απωθημένα, σαν και του λόγου της. Το παράξενο είναι ότι δεν έπεσε σε κατάθλιψη. Τι απ' όλα εκείνα, εξάλλου, για τα οποία υπήρξε σίγουρη στη ζωή της, είχε ποτέ επιβεβαιωθεί; Είχε ερωτευτεί τον Ανέστη ή τον κόσμο στον οποίο τη μυούσε; Ο Αντρέας έγινε πάλι υποφερτός, πότε-πότε ακόμη και επιθυμητός. Η απόδοσή της στην έρευνα ανέβηκε, λες και η γνωριμία της με τα πραγματικά πουλιά την έκανε διεισδυτικότερη στη μελέτη των ποιητικών πουλιών της· ανακάλυπτε αλληλουχίες, διακειμενικά στοιχεία, νοηματικές αποχρώσεις που πριν της διέφευγαν. Κατάλαβε ότι είναι ανόητο να συγκρίνει κανείς την τέχνη με τη ζωή, λες και υπάρχει ανάμεσά τους κάποιου είδους ανταγωνισμός. Οι δυο κόσμοι αλληλοσυμπλήρωνονται αρμονικά.

Με τον καιρό απόκτησε και πρεσβυωπία, οπότε επανασυνδέθηκε με τα γυαλιά υπό νέους όρους και, μέσα από αυτά, μ' ένα κομμάτι του παλιού εαυτού της – ευτυχώς το λιγότερο τραυματικό. Ο Αντρέας είναι ενθουσιασμένος! Κάθε που έρχονται τα γενέθλιά της, της χαρίζει κι από έναν σκελετό περίφημης μάρκας. Πούλησε μισοτιμής το τηλεσκόπιό της· τη φωτογραφική μηχανή και τα κυάλια, όμως, τα κράτησε. Κατάφερε να μεταδώσει τα ορνιθολογικά της ενδιαφέροντα στον άντρα της και στον γιο της και κάνουν μικροεκδρομές σε ντόπιους βιότοπους. Έφερε για πρώτη φορά τη ζωή στα μέτρα της: δεν είναι πια ούτε αχανής, ούτε αποπνικτική. Βάφει τα μαλλιά της κοκκινοκάστανα και ο Ανδρέας λέει ότι αυτό το χρώμα ταιριάζει τέλεια με τη λόγια ιδιοσυγκρασία της. Ελάχιστα πράγματα φοβάται πλέον – ούτε καν την προοπτική της αποκόλλησης, που έπαθε η μητέρα της στα σαράντα της. Δεν είναι και για θάνατο η αποχή από τα βιβλία, ακόμη και για βδομάδες, ίσως και για μήνες. Τώρα το ξέρει. Εξάλλου στο μέλλον μπορεί να πάθει καταρράκτη. Ακόμη και γλαύκωμα, που λέει ο λόγος, κούφια να 'ναι η ώρα - όμως κάτι μέσα της τής λέει ότι την αίσθηση της όρασης θα την αναπληρώσουν, αν χρειαστεί, άλλες αισθήσεις. Σημασία δεν έχουν τα μάτια μας, αλλά η καθαρότητα της ματιάς· αυτή είναι που ποτέ πια δεν πρέπει να ξαναχαθεί.


vogiatzoglou athinaH Aθηνά Bογιατζόγλου γεννήθηκε στην Aθήνα το 1966. Σπούδασε νεοελληνική φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Kρήτης και εκπόνησε το διδακτορικό της στο King's College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (1989-1993). Δίδαξε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Kρήτης και της Πάτρας και το 2001 εξελέγη λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Iωαννίνων όπου σήμερα υπηρετεί ως Kαθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας. Είναι συγγραφέας και ποιήτρια.

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το Δίκτυο (διήγημα)

Το Δίκτυο (διήγημα)

«Το Δίκτυο ήταν οργανωμένο σε αυτόνομες ομάδες των έξι ατόμων, υπό την εποπτεία ενός προϊσταμένου. Τον προϊστάμενο τον αποκαλούσαν Αφεντικό, δεν γνώριζαν το πραγματικό του όνομα. Κανείς δεν τον είχε συναντήσει ποτέ έξω από την αίθουσα των συσκέψεων, όπου συγκεντρώνονταν κάθε πρωί στις οκτώ ακριβώς, για να παραλάβουν...

Η απρόσμενη απώλεια μιας ξεχασμένης χαράς (διήγημα)

Η απρόσμενη απώλεια μιας ξεχασμένης χαράς (διήγημα)

«Φεύγοντας, γύρισα το βλέμμα μου στο γήπεδο. Δεν είναι το ίδιο, όπως το θυμόμουν μικρός. Δεν ήταν το ίδιο. Μου φάνηκε αισθητά μεγαλύτερο, από ό,τι το θυμόμουν, ξένο σχεδόν. Περπατούσα ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους που ζητωκραύγαζαν. Ήθελα κι εγώ να ενωθώ με τη χαρά τους, να γίνω ένα μαζί τους. Πώς θα μπορούσε όμως κ...

Αλμυρόφιλα (διήγηση)

Αλμυρόφιλα (διήγηση)

«Η όψη του χειμώνα στον Άη Γιάννη στους Μύλους σφηνώθηκε στην φαντασία μου ανεξίτηλα. Την αναπολώ με νοσταλγία τώρα στη Αθήνα και συχνά βυθίζομαι στις εικόνες της. Το κλείσιμο της πανδημίας, επώδυνο για άλλους, για μένα που το πέρασα στο νησί, ήταν ξαναβάφτισμα στη φύση που από παιδί ένοιωθα ένα μαζί της». Κεντρική ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Γιώργος Αρβανίτης: «Το πιο δύσκολο είναι να πιστέψεις αληθινά σε αυτό που κάνεις και να υπερβείς τον εαυτό σου»

Γιώργος Αρβανίτης: «Το πιο δύσκολο είναι να πιστέψεις αληθινά σε αυτό που κάνεις και να υπερβείς τον εαυτό σου»

Ο Γιώργος Αρβανίτης μάς συστήθηκε πρόσφατα με το μυθιστόρημα «Ταξίδι στον πράσινο ήλιο – Η πιο βλαχομπαρόκ χρεοκοπία που έγινε ποτέ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

Επιμέλεια: Book Press

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέα...

Συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοθηκονόμοι υποδέχονται θετικά τις εξαγγελίες για την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας στα γυμνάσια και λύκεια

Συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοθηκονόμοι υποδέχονται θετικά τις εξαγγελίες για την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας στα γυμνάσια και λύκεια

«Με ιδιαίτερη χαρά υποδεχόμαστε τις εξαγγελίες του ΥΠΑΙΘΑ για την ενίσχυση της φιλαναγνωσίας και τη διδασκαλία τουλάχιστον δύο ολόκληρων λογοτεχνικών έργων, από τη νέα σχολική χρονιά», σημειώνουν συγγραφείς, εκδότες και βιβλιοθηκονόμοι, με αφορμή πρόσφατες εξαγγελίες του ΥΠΑΙΘΑ.

Επιμέλεια: Book Press...

50 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο: 5 μυθιστορήματα που μιλούν για το ανεπούλωτο τραύμα

50 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο: 5 μυθιστορήματα που μιλούν για το ανεπούλωτο τραύμα

Στις 20 Ιουλίου συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον Αττίλα Ι που αποτέλεσε την πρώτη πράξη της κυπριακής τραγωδίας. Επιλέγουμε πέντε μυθιστορήματα που εξετάζουν τα επίχειρα της Ιστορίας μέσα από το πρίσμα προσωπικών καταστροφών. Εικόνα στο κέντρο του άρθρου: © Doros Partasides. 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Ο λαγός έχει λεφτά» του Τζον Απντάικ (προδημοσίευση)

«Ο λαγός έχει λεφτά» του Τζον Απντάικ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση του επίμετρου του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, από το μυθιστόρημα του Τζον Απντάικ [John Updike] «Ο λαγός έχει λεφτά» (μτφρ. Πάνος Τομαράς), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 12 Ιουλίου από τις εκδόσεις Οξύ.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Μεγάλη Αμερικανική βόλτα τε...

«Σκάβοντας εντός» του Χρήστου Β. Μασσαλά (προδημοσίευση)

«Σκάβοντας εντός» του Χρήστου Β. Μασσαλά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του ομότιμου καθηγητή πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 
Χρήστου Β. Μασσαλά «Σκάβοντας εντός», το οποίο θα κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ξύπνησε μέσα μου η επιθ...

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

«Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» του Αλέξις Ραβέλο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] «Οι σκληροί δεν διαβάζουν ποίηση» (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 25 Ιουνίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

2ο ΚΕΦΑΛΑΙΟ

...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

50 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο: 5 μυθιστορήματα που μιλούν για το ανεπούλωτο τραύμα

50 χρόνια από την εισβολή στην Κύπρο: 5 μυθιστορήματα που μιλούν για το ανεπούλωτο τραύμα

Στις 20 Ιουλίου συμπληρώνονται 50 χρόνια από τον Αττίλα Ι που αποτέλεσε την πρώτη πράξη της κυπριακής τραγωδίας. Επιλέγουμε πέντε μυθιστορήματα που εξετάζουν τα επίχειρα της Ιστορίας μέσα από το πρίσμα προσωπικών καταστροφών. Εικόνα στο κέντρο του άρθρου: © Doros Partasides. 

...
Ελληνικά και μεταφρασμένα αστυνομικά – 24 επιλογές για ένα καλοκαίρι γεμάτο μυστήριο

Ελληνικά και μεταφρασμένα αστυνομικά – 24 επιλογές για ένα καλοκαίρι γεμάτο μυστήριο

12 ελληνικά + 12 μεταφρασμένα μυθιστορήματα, αστυνομικά και ψυχολογικά θρίλερ, είναι η αναγνωστική μας πρόταση για ένα καλοκαίρι γεμάτο μυστήριο.

Γράφει η Χίλντα Παπαδημητρίου

Όπως φαίνεται και από τον κατάλογο που ακολουθεί με τις επιλογές της Χίλντας...

«Διαβάζοντας σε ανοιχτούς ορίζοντες» – 50 βιβλία λογοτεχνίας για το καλοκαίρι και για κάθε εποχή

«Διαβάζοντας σε ανοιχτούς ορίζοντες» – 50 βιβλία λογοτεχνίας για το καλοκαίρι και για κάθε εποχή

Μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα από την ελληνική και μεταφρασμένη πεζογραφία που κυκλοφόρησαν μέσα στο 2024: καλά βιβλία λογοτεχνίας που μας ανοίγουν ορίζοντες και μας κρατούν συντροφιά στις ημέρες των διακοπών του καλοκαιριού, αλλά και πριν και μετά από αυτές.

Επιλογή–κείμενα...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

15 Δεκεμβρίου 2023 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2023

Mυθιστορήματα, νουβέλες, διηγήματα, ποιήματα: Επιλογή 100 βιβλίων, ελληνικών και μεταφρασμένων, από τη βιβλιοπαραγωγή του 2023. Επιλογή: Συντακτική ομάδα της Book

ΦΑΚΕΛΟΙ