«Πειράζοντας» λίγο το περίφημο «Je est un autre» [«Εγώ είναι ένας άλλος»] του Arthur Rimbaud, λέμε: «Εγώ είναι ένα άλλ@». Ζητήσαμε από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς ιστορίες που έχουν στο κέντρο τους θέματα σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα, ιστορίες ισότητας και αποδοχής, δεύτερων και τρίτων ευκαιριών στην αγάπη, αλλά και ιστορίες για τη στοχοποίηση του διαφορετικού ή της ελεύθερης έκφρασης. Συνεχίζουμε με το διήγημα της Αργυρώς Μαντόγλου.
Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός
Πρώτη φορά είδα τα μάτια της στο μετρό. Είχε μόλις ορμήσει ένα καινούργιο πλήθος στο ασφυκτικά γεμάτο βαγόνι, εγώ στεκόμουν όρθια δίπλα στις αυτόματες πόρτες και μόλις άρχισαν να κλείνουν, ένιωσα ένα λαθραίο ιδρωμένο χεράκι να γλιστράει επάνω μου, να αρπάζει το λουρί της τσάντας μου και να το τραβάει σαν μαγνήτης προς τα έξω. Κάποια μέσα από το πλήθος μού είχε επιτεθεί αλλά κατάφερα με τα γρήγορα αντανακλαστικά μου να την αποκρούσω. Οι πόρτες έκλεισαν και η τσάντα παρέμεινε ανέπαφη στα δικά μου χέρια. Τότε ήταν που μέσα από το τζάμι είδα το πρόσωπο της κλέφτρας. Απορία, σκληρότητα, σμιχτά φρύδια, βλέμμα αρπακτικού, η κλέφτρα ήταν ένα παιδί. Ένα κοριτσάκι με αφύσικη δύναμη. Ο ιδρώτας από την παλάμη της είχε κολλήσει στον καρπό μου, έτρεξα στην πρώτη τουαλέτα που βρέθηκε μπροστά μου και έτριψα με δύναμη το χέρι μου. Να την εξαφανίσω. Να μη μείνει επάνω μου ίχνος δικό της, ήταν ανατριχιαστική η επαφή με αυτό το πλάσμα, ήθελα αυτή και ο κόσμος της να μη με πλησιάσουν ξανά, ποτέ ξανά.
Χρόνια αργότερα είδα τα μάτια της σ’ έναν ποντικό που με κοίταζε στοχαστικά. Σ’ ένα ερημικό ξενοδοχείο όπου είχα καταφύγει μετά από μια απώλεια, απ’ αυτές που σε κόβουν στη μέση και σε παίρνουν μαζί τους. Στο δωμάτιο ήμουν εγώ κι αυτός και έπρεπε να παλέψω. Τον κοίταξα κι εγώ στα μάτια. Ανυποχώρητη. Δεν θα με νικούσε. Για άλλη μια φορά τράπηκαν σε φυγή αυτός και τα μάτια της.
Μια άλλη φορά είδα τα μάτια της σε μια ανάπηρη που ζήτησε τη βοήθειά μου. Με κοιτούσε με απαίτηση και ειρωνεία. Τώρα πια το ήξερα καλά αυτό το βλέμμα. Υποχώρησα. Ήθελα να ηττηθώ. Τη βοήθησα, άκουσα όλη την ιστορία της, όλη την αγανάκτηση της και ανέχτηκα το δύσμορφο σώμα της να στηρίζεται επάνω μου, να με πλακώνει με όλο της το βάρος.
«Τι ανάγκη έχεις εσύ» είπε την ώρα που περνούσαμε τις ράγες του τραμ. «Εσύ έχεις όλον τον κόσμο στα πόδια σου».
Έχω όλο τον κόσμο στο κεφάλι μου, συμπυκνωμένο και ασήκωτο, ήθελα να της πω, αλλά δε μίλησα. Πάντα η αδυναμία με αφόπλιζε, είχα μάθει από παιδί να την υπηρετώ αδιαμαρτύρητα και να σωπαίνω. Οι αδικημένοι αυτού του κόσμου είχαν δίκιο ό,τι κι αν έλεγαν, ό,τι κι αν έκαναν. Εκείνο το απόγευμα, θυμάμαι, γύρισα σπίτι και έλειπε το πορτοφόλι μου. Έστρεψα όλη την οργή στον εαυτό μου. Η ευπιστία πληρώνεται και ο παγιωμένος προγραμματισμός του εγκεφάλου. Φταίνε οι πεποιθήσεις μου. «Δεν έχω ανάγκη εγώ, έχω όλα τα μέλη στη θέση τους, έχω την υγεία μου». Δεν βγάζεις χολή σε μια γυναίκα που χωλαίνει, σέβεσαι την αδυναμία και υπομένεις, είπα και πήγα για ύπνο. Εκείνο το βράδυ ήταν εφιαλτικό, είδα το ξύλινο πόδι της, το κρατούσε στο χέρι και με κοπανούσε αλύπητα. Δεχόμουν τα χτυπήματα αδιαμαρτύρητα χωρίς να σηκώσω κεφάλι. Έπρεπε κι αυτή τη φορά να πληρώσω το τίμημα μιας (φαινομενικής) αρτιότητας.
Το ίδιο βλέμμα το είδα ξανά σε μια γυναίκα, όχι εντελώς άγνωστη. Ήταν κακοβαλμένη και μύριζε άσχημα, ένιωσα τη μυρωδιά της μέσα στη νύχτα, στο κρεβάτι μου, είχε χωθεί ανάμεσα σε μένα και στον αγαπημένο μου. Πώς είχε ξεγλιστρήσει εκεί; «Μη τα θες όλα δικά σου» είπε σαρκαστικά, το χέρι της περασμένο γύρω από την καλοσχηματισμένη πλάτη του και το πρόσωπο στραμμένο προς εμένα με μισό χαμόγελο. «Όλες οι γυναίκες κάνουν παραχωρήσεις, εσύ γιατί όχι;». Τα ίδια μάτια σε άλλο πρόσωπο. Σφίχτηκα, έκανα το κορμί μου μπάλα και δε μίλησα. Ας αναλάμβανε αυτός όταν ξυπνούσε, ας αποφάσιζε τι μπορεί να ανεχτεί. Εγώ δεν είχα δικαιώματα στο κορμί του, αν του περίσσευε τρυφερότητα ας την έδινε. Σηκώθηκα, ντύθηκα και έφυγα, δεν ξέρω τι απέγιναν. Κάποιος μου είπε ότι είναι έγκυος στο τρίτο τους παιδί. Ξεχνάω το όνομα και των δύο.
Την τελευταία φορά ήρθαν τα μάτια της μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Αποκρουστική γυναίκα αυτή η κλέφτρα, αν και είχε κάτι οδυνηρά οικείο. Ευτραφής, μεσόκοπη, γκρίζα μαλλιά, απεριποίητη, είχε το ίδιο βλέμμα, αλλά εξαντλημένο. Είχε εγκατασταθεί μέσα στον καθρέπτη μου. Είχε βρει τρόπο να με κρύβει και να χάνομαι πίσω από τον όγκο της.
«Τι θέλεις εδώ;» της είπα και δεν απάντησε, μόνο σήκωσε τα χέρια και παραμέρισε με αργές κινήσεις τα γκρίζα της μαλλιά.
«Ακόμα δεν χόρτασες; Δεν μου έχουν μείνει και πολλά για να τα πάρεις».
«Ίσως πρέπει κάτι να πάρεις κι εσύ, επιτέλους».
Έκλεισα τα μάτια να την εξαφανίσω. Τα κράτησα κλειστά μετρώντας μέχρι το εκατό. Μόλις τα άνοιξα παρέμεινε εκεί, αμετακίνητη, το βλέμμα της είχε λίγο αλλάξει, τώρα υπήρχε περισσότερη εξάντληση.
«Πώς μπήκες εδώ μέσα;»
Καμία απάντηση.
Και τότε άρχισε να βρέχει, αυτές οι καλοκαιρινές μπόρες που νιώθεις πως θα σε καταπιούν. Άνοιξα το παράθυρο, μήπως και φύγει, όπως τα περιστέρια που μπουκάρουν απρόσκλητα και βρομίζουν τον τόπο. Ένιωσα ένα αεράκι να γλιστράει δίπλα μου και έναν ψίθυρο αδιευκρίνιστο. Ευχαριστώ της είπα. Ευχαριστώ.
Πώς γίνεται να ευχαριστώ έναν εισβολέα, όμως δεν είχα πια άλλη λέξη στο οπλοστάσιο μου. Είχαν όλες δραπετεύσει με τη δική της φυγή. Μπήκα μέσα και σφάλισα την πόρτα. Περνώντας από τον καθρέφτη δεν είδα το είδωλό μου, αλλά δεν στάθηκα να αναρωτηθώ, ούτε και είχα κάτι να πω. Το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ βαθιά, παντοτινά, χωρίς αινίγματα. Να τής κλείσω τα μάτια.
*Η ΑΡΓΥΡΩ ΜΑΝΤΟΓΛΟΥ είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Τελευταίο βιβλίο της το μυθιστόρημα «Τρικυμίες παθών – Τα νεανικά χρόνια του Κοραή στο Άμστερνταμ» (εκδ. Κλειδάριθμος).






















