alt

Για την παράσταση «Tο Σώσε» του Michael Frayn, σε μετάφραση και σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου, η οποία παρουσιάζεται στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 27 Οκτωβρίου.

Του Νίκου Ξένιου

Στην Κεντρική σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση είδαμε την καλοδουλεμένη διασκευή και τη συγκρατημένη σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου στο «Σώσε» του Μάικλ Φρέιν. Καθεμιά από τις τρεις πράξεις του «Σώσε» παριστάνει μια παράσταση της πρώτης πράξης ενός έργου που θα παιχτεί και που φέρει τον τίτλο «Όπως τους γέννησε η μάνα τους». Όμως και οι τρεις πράξεις του «Σώσε» φέρουν τον τίτλο «Πράξη πρώτη» και το κοινό παρακολουθεί το ίδιο κείμενο τρεις φορές. To ευφάνταστο αυτό έργο/ θεατρική φάρσα έσπασε ταμεία όταν πρωτοανέβηκε στην Ελλάδα στο θέατρο «Μινώα», το 1983, σε μετάφραση Ξένιας Καλογεροπούλου, Άννας Παναγιωτοπούλου και Σταμάτη Φασουλή και σκηνοθεσία Ανδρέα Βουτσινά, και όταν επαναλήφθηκε το 1995, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, στο θέατρο «Αθήναιον». Από τότε έχει επιχειρηθεί και πάλι το ανέβασμά του στην Αθήνα, με πιο πρόσφατη την παράσταση του Βλαδίμηρου Κυριακίδη.

Ο απελπισμένος σκηνοθέτης στο σπίτι ενός φοροφυγά

Η βαρύτητα του σκηνικού είναι μεγάλη στην παράσταση του Λυγίζου: το «μέσα» και το «έξω» καταργούνται, για την ακρίβεια οι δύο χώροι αλληλοπεριχωρούνται και αυτό υπογραμμίζει την ανασφάλεια του ηθοποιού ένα λεπτό πριν βγει στη σκηνή.

Στην πρώτη πράξη βλέπουμε μια «τεχνική πρόβα» στη σκηνή ενός επαρχιακού θεάτρου του Ουέστον, όπου πόρτες ανοιγοκλείνουν στο υπέροχο σκηνικό της Κλειώς Μπομπότη και του Παναγιώτη Λαζαρίδη (κατασκευή) και όπου οι ηθοποιοί μπαινοβγαίνουν ξεχνώντας τον ρόλο και την ατάκα τους. Η βαρύτητα του σκηνικού είναι μεγάλη στην παράσταση του Λυγίζου: το «μέσα» και το «έξω» καταργούνται, για την ακρίβεια οι δύο χώροι αλληλοπεριχωρούνται και αυτό υπογραμμίζει την ανασφάλεια του ηθοποιού ένα λεπτό πριν βγει στη σκηνή. Αυτό τονίζεται αρκετά ως σύλληψη ενός «μεταχώρου» και υποστηρίζεται από τους υπέροχους φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη, ενώ τα κοστούμια της Άλκηστης Μάμαλη υπηρετούν τη σχηματοποίηση που επιδιώκει ο Έκτορας Λυγίζος, αποκλείοντας, όμως, την απόδοση «χαρακτήρα» στον κάθε ρόλο χωριστά. Κατά την άποψή μου η χρήση της περούκας είναι άστοχη, γιατί αντιβαίνει στη σωματικότητα του θεάτρου που συνήθως κάνει ο Λυγίζος. 

Η πρώτη πράξη είναι η «τεχνική πρόβα», το αμέσως προηγούμενο βράδυ της επίσημης πρεμιέρας του έργου, που διακόπτεται από σκηνοθετικές παρεμβάσεις: αυτές οι παρεμβάσεις πρέπει με τη σειρά τους να σκηνοθετηθούν, ώστε να είναι διακριτές από τις «εντός έργου» παρεμβάσεις του «εντός έργου» σκηνοθέτη. Ο Έκτορας Λυγίζος στον ρόλο του σκηνοθέτη Λόιντ σαρκάζει την ανικανότητα και τον ερασιτεχνισμό του θιάσου που σκηνοθετεί, και ως ηθοποιός τα καταφέρνει μια χαρά. Ο Λόιντ συνδέεται ερωτικά τόσο με την ατάλαντη νέα ηθοποιό Μπρουκ (Σοφία Κόκκαλη) όσο και με την Πόπη (Αρετή Σεϊνταρίδου), που είναι επιμελήτρια σκηνής και υποβολέας. 

Όταν έρχονται τα πίσω μπρος

Στη δεύτερη πράξη παρακολουθούμε, αυτήν τη φορά από τα παρασκήνια, μια λαϊκή απογευματινή: οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη του θιάσου έχουν επιδεινωθεί, οι ερωτικές αντιζηλίες και οι καυγάδες έχουν κορυφωθεί.

Στη δεύτερη πράξη παρακολουθούμε, αυτήν τη φορά από τα παρασκήνια, μια λαϊκή απογευματινή: οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη του θιάσου έχουν επιδεινωθεί, οι ερωτικές αντιζηλίες και οι καυγάδες έχουν κορυφωθεί και μια θερμοφόρα, ένα μπουκάλι ουίσκι, δύο ανθοδέσμες, μια σφουγγαρίστρα και ένα μάτσο χαρτονομίσματα αρχίζουν να πηγαινοέρχονται σε πυρετώδεις ρυθμούς.  

Τον ρόλο της Μπελίντα υποδύεται πολύ επιτυχημένα η Έμιλυ Κολιανδρή, ενώ η ίδια πρέπει να υποδυθεί «εντός έργου» και τη Φλάβια, τη σύζυγο του Φίλιπ Μπρεντ, που από ένα σημείο και μετά φτάνει σε υστερία. Αντίθετα, ο χαρακτήρας του Φρέντερικ που έπρεπε να υποδυθεί ο κύριος Γιάννης Κλίνης στο «εντός έργου έργο» διακρίνεται από μόνιμη ανασφάλεια, έλλειψη αυτοπεποίθησης και φοβία απέναντι στη βία. Το κωμικό γεγονός ότι ανοίγει διαρκώς η μύτη του επί σκηνής, ενώ υποδύεται τον ρόλο του Φίλιπ δεν αρκεί ώστε το κοινό να αντιληφθεί τη διαφορά, με αποτέλεσμα ο Φίλιπ και ο Φρέντερικ να βγαίνουν ως ένα και το αυτό πρόσωπο. Τα πράγματα δε γίνονται πολύ χειρότερα όταν ο Φρέντερικ πρέπει, προς στιγμήν, να μεταμφιεστεί και σε έναν «σεΐχη» που ενδιαφέρεται να ενοικιάσει το σπίτι. Εκεί η κωμωδία γίνεται τόσο μπουφόνικη από την ίδια τη φύση της, που θα αρκούσε μια παλαιομοδίτικη τέχνη «ατάκας» για να στηθεί. 

Στην τρίτη πράξη βλέπουμε και πάλι την μπροστινή όψη του σκηνικού. Η «εντός παράστασης παράσταση» έχει φτάσει σχεδόν στο τέλος της διαδρομής της και οι σχέσεις ανάμεσα στα μέλη του θιάσου έχουν διαλυθεί τελείως, το σκηνικό έχει μισοκαταρρεύσει, τα πόμολα έχουν πιτσικάρει και οι δεκάδες πόρτες έχουν κρεμάσει, τα «προπς» βρίσκονται πια μες στη μέση και οι ηθοποιοί έχουν καταλήξει να εκφωνούν αποσπασματικά το κείμενο, με τυχάρπαστο τρόπο, χωρίς αντίληψη της ροής και αδιαφορώντας για το χάος που δημιουργούν. Καθένας «αρπάζει» μια ατάκα του ρόλου του και τη συνδέει όπως να ’ναι με τη φράση του διπλανού του, με αποτέλεσμα να προκύπτει ένας αχταρμάς απόλυτα κωμικός, τύπου slapstick. 

alt

Τα ξεκαρδιστικά στοιχεία επιτυχίας της παράστασης

Στα θετικά της παράστασης προσγράφεται η ερμηνεία της Άννας Μάσχα, που  κυριολεκτικά «τα δίνει όλα», και φυσικά ο τύπος που καθιέρωσε ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης στον ρόλο του Σέλντον.

Η Ντότι (Άννα Μάσχα), μια μεσόκοπη σταρ της τηλεόρασης, η οποία παίζει «εντός έργου» τον ρόλο της οικονόμας του ζευγαριού, εμπλέκεται ερωτικά με τον πολύ νεότερό της Γκάρυ (Άρης Μπαλής), έναν ηθοποιό/μονόλιθο που μπορεί να «τα πει» μόνο όταν ο άλλος του απαντά. Η απόδοση, στα ελληνικά, της «cockney» ιδιολέκτου της Ντότι από τον Λυγίζο είναι πολύ πετυχημένη, και γενικά τα γκαγκς με τις σαρδέλες είναι πετυχημένα και ο ρόλος αναβαθμίζεται σε πρωταγωνιστικό στη διάρκεια της παράστασης.

Στα θετικά της παράστασης προσγράφεται η ερμηνεία της Άννας Μάσχα, που  κυριολεκτικά «τα δίνει όλα», και φυσικά ο τύπος που καθιέρωσε ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης στον ρόλο του Σέλντον, ενός μεσόκοπου και μισόκουφου καρατερίστα, που τα τσούζει στις πρόβες κι εξαφανίζεται, ενώ παράλληλα υποδύεται «εντός έργου» έναν ηλικιωμένο διαρρήκτη που παραβιάζει το σπίτι του ζεύγους Μπρεντ ακριβώς τη στιγμή που δεν πρέπει. Η Σοφία Κόκκαλη υποδύεται επιτυχημένα την Μπρουκ, που με τη σειρά της πρέπει να παίξει τη Βίκυ, ένα κορίτσι που συμπτωματικά είναι και κόρη του διαρρήκτη. Ο μόνος που παίζει μονό ρόλο είναι ο Μιχάλης Κίμωνας: υποδύεται τον Τιμ, τον φροντιστή σκηνής. Η πιο πετυχημένη σκηνή είναι εκείνη της αναζήτησης του Σέλντον, που έδινε τον χρόνο στους τεμπέληδες ηθοποιούς του θιάσου να καπνίσουν απανωτά τσιγάρα σε πρώτο πλάνο: αυτή η σκηνή είναι όντως ξεκαρδιστική, γιατί αξιοποιεί στο μέγιστο τις υποκριτικές ικανότητες όλων των πρωταγωνιστών. Ο καλός ηθοποιός υποστηρίζει τον τύπο που καλείται να υποδυθεί, έχει την ευελιξία να περάσει στον αμέσως επόμενο τύπο, αλλά και να διατηρήσει την αυθυπαρξία κάθε μάσκας που φοράει χωρίς η προσπάθειά του να γίνεται αντιληπτή.

alt

Τα αρνητικά: πολλή ανάλυση, βρε παιδί μου...

Η παράσταση είναι σκληρά δουλεμένη, καλοκουρδισμένη, με πειθαρχία των ηθοποιών, στοιχεία σημαντικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σ' έναν θεατρικό θρίαμβο.

Ο Έκτορας Λυγίζος ακολουθεί μια σταθερή πορεία πειραματισμού με τη φύση του ηθοποιού και τη σχέση της προς τη φύση του θεάτρου. Ως σκηνοθέτης και ως ηθοποιός δουλεύει με την ομάδα σαν να πρόκειται για έναν ενιαίο οργανισμό, δηλαδή σαν μια θεατρική persona με πολλές εκφάνσεις. Επειδή το κείμενο του «Σώσε» υπαγορεύει στον ηθοποιό τον αυτοσαρκασμό και τη δημόσια έκθεση της αλήθειας του, η ερμηνεία του απαιτεί πολύ μεγαλύτερο βαθμό έκθεσης απ’ ό,τι συνήθως. Ο δε διπλός ρόλος απαιτεί, πέρα από την αλλαγή κοστουμιού, και υψηλή αντίληψη της μετάβασης από τον έναν χαρακτήρα στον άλλο και επουδενί εγκλωβισμό στη φόρμα του σκηνοθέτη. Κάποιοι από τους ηθοποιούς της παράστασης το πέτυχαν αυτό, άλλοι όμως όχι. Η παράσταση είναι σκληρά δουλεμένη, καλοκουρδισμένη, με πειθαρχία των ηθοποιών, στοιχεία σημαντικά που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σ' έναν θεατρικό θρίαμβο.

Ωστόσο, τα ουσιαστικά συστατικά του χιούμορ, που, όπως λέει σε συνέντευξή του ο ίδιος ο Λυγίζος, «αν συγκρατηθείς πολύ θα ξεραθούν, αν τα ελευθερώσεις τελείως τα αφήνεις να εξαντληθούν», δεν περνούν στην πλατεία. Φοβούμαι πως ο σκηνοθέτης συγκρατήθηκε πολύ· μοιάζει σαν να παγιδεύτηκε σε μια σχηματοποίηση, που κάθε άλλο παρά εξυπηρετεί τη σύλληψή του περί «μετα-θεάτρου». Για παράδειγμα, η επινόηση για τον επαναλαμβανόμενο «ήχο κώφευσης», που γνέφει ο σκηνοθέτης να κάνουν όσοι δεν πρέπει να ακούνε κάτι, είναι μια όμορφη επινόηση, όμως δεν λειτουργεί σε όλα τα σημεία. Τα πήγαινε έλα είναι ανοικονόμητα και οι θόρυβοι συχνά επικαλύπτουν το καθαρό κείμενο, με αποτέλεσμα ο θεατής να «χάνει την μπάλα».

Σε πρώτο επίπεδο έχουμε μια φάρσα. Σε δεύτερο επίπεδο, έχουμε ένα σχόλιο πάνω στη φάρσα. Θα υποστήριζα με βεβαιότητα πως το σχόλιο επί του σχολίου της φάρσας περίττευε.

Βλέπω αυτό το έργο για τρίτη φορά, «φρεσκαρισμένο» από τη μετάφραση του Λυγίζου και ενταγμένο σε μια σύγχρονη οπτική. Το κοινό είναι πια πολύ απαιτητικό και περιμένει θεαματικό γέλιο. Η ίδια η φύση του «Σώσε» προσφέρεται για το εκρηκτικό συμβάν του γέλιου, που βγαίνει πηγαία, αυθόρμητα, χωρίς παρεμβάσεις στο κείμενο της φάρσας: Πώς να παίξεις, ενώ παίζεις ότι δυσκολεύεσαι να παίξεις.

Τι έφταιξε για την παγωμάρα του κοινού; Δεν νομίζω πως χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση: σε πρώτο επίπεδο έχουμε μια φάρσα. Σε δεύτερο επίπεδο, έχουμε ένα σχόλιο πάνω στη φάρσα. Θα υποστήριζα με βεβαιότητα πως το σχόλιο επί του σχολίου της φάρσας περίττευε, από τη μια γιατί το έργο δεν είναι ιδιαίτερα βαθυστόχαστο κι από την άλλη γιατί η θεωρητικοποίηση της θεατρικής πράξης, όπως αποδεικνύεται, μάλλον αντιβαίνει στη θεατρική πράξη καθεαυτήν. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για την εκμαίευση του γέλιου του κοινού.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

 Φωτογραφίες © Ανδρέας Σιμόπουλος

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Μήδεια» του Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς (κριτική) – Η παράσταση για τη βάρβαρη καταγωγή του έρωτα, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία

«Μήδεια» του Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς (κριτική) – Η παράσταση για τη βάρβαρη καταγωγή του έρωτα, που ξεπέρασε κάθε προσδοκία

Για την τραγωδία του Ευριπίδη «Μήδεια», σε σκηνοθεσία Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα την καλύτερη παράσταση αρχαίας τραγωδίας της χρονιάς, τη «Μήδεια» του Νικίτα Μιλιβόγιεβιτς. Η «Μήδεια» διδ...

«MyCenae» της Βαλεντίνης Γιαννοπούλου (κριτική) – Η κατάρα των Ατρειδών μέσα από τον χορό

«MyCenae» της Βαλεντίνης Γιαννοπούλου (κριτική) – Η κατάρα των Ατρειδών μέσα από τον χορό

Για την παράσταση της Βαλεντίνης Γιαννοπούλου «MyCenae», στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. © Δημήτρης Παπαδόπουλος

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

«Ονειρεύομαι ένα θέατρο όπου ο χορός γίνεται γλώσσ...

«Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου (κριτική) – Τρωτές, εύθραυστες, ανίκητες

«Τρωάδες» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου (κριτική) – Τρωτές, εύθραυστες, ανίκητες

Για την παράσταση «Tρωάδες» του Ευριπίδη, σε διασκευή-σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου, στο Σχολείον της Αθήνας – Ειρήνη Παπά. ©Karol Jarek

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Στο Σχολείον Ειρήνης Παππά είδα τις «Τρωάδες» της Ελένης Ευθυμίου. ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση για το έργο του Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), μια από τις πιο σημαντικές και βαθιές φωνές της ιταλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Το ...

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

Για τη μελέτη του Έριχ Άουερμπαχ (Erich Auerbach, 1892-1957) «Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. ΜΙΕΤ). Εικόνα: Ο Άουερμπαχ περίπου το 1930. ©Wikimedia

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ