alt

Για την παράσταση Αίαντας του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, η οποία παρουσιάστηκε στο θέατρο της Επιδαύρου στις 17 και 18 Ιουλίου στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2015.

Του Νίκου Ξένιου

Κινούμενοι ανάμεσα στην αφήγηση και την υπόκριση και με τον ραψωδό ως κορυφαίο του Χορού, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και ο Νίκος Κυπουργός συνεργάστηκαν στο ανέβασμα του «Αίαντα» του Σοφοκλή, σε μετάφραση Δημήτρη Μαρωνίτη, στην Επίδαυρο.

Στην κηδεία του Αχιλλέα τα όπλα του νεκρού ήρωα, φτιαγμένα από το χέρι του Ήφαιστου, ανήκαν δικαιωματικά στον Αίαντα, ωστόσο τελικά -μετά από νοθεία στις ψήφους- κατακυρώθηκαν στον Οδυσσέα ως «άθλον αριστείας», και αυτό θα προκαλέσει την οργή του Αίαντα. Ο «Αίας» διατηρεί ζωντανό τον ομηρικό απόηχο της βεβαιότητας του πολίτη της κλασικής εποχής πως οφείλει την ύπαρξή του στους ηρωϊκούς προγόνους του που πολέμησαν υπέρ πίστεως και πατρίδος. Ωστόσο, το μοτίβο μιας κάποιας «προδοσίας» κι εγκατάλειψης των ηρώων αυτών από το πολιτειακό σώμα, της αγνωμοσύνης και της πικρίας του εγκαταλελειμμένου, είναι μοτίβο που απασχόλησε σοβαρά τον Σοφοκλή, τόσο στον «Αίαντα», όσο και στον «Φιλοκτήτη» και στην «Αντιγόνη» του.

Δύο επεισόδια απομένουν στον «σκληρό πυρήνα» του θεατρικού έργου, και αυτά τα δύο επεισόδια οφείλουν να συνοψίσουν τα υπόλοιπα: η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της αυτοκτονίας, καθώς και η έριδα σχετικά με την ταφή του ήρωα.

Ο «άπολις» Αίας του «προδραματικού» χρόνου παρουσιασμένος από τον Άγγελο

Πρόκειται για την αρχαιότερη από τις σωζόμενες τραγωδίες του ποιητή του Κάλλους.  Η χρονολόγησή της θα πρέπει ν’ αναζητηθεί γύρω στα 450 π.Χ., ενώ ο μύθος και η πλοκή της προϋποθέτουν την «Όπλων Κρίσιν» της Ιλιάδας και την Οδύσσεια. Ως συμπληρωματικό της τριλογίας: Όπλων κρίσις, Θρήισσαι, Σαλαμίνιαι, ο Σοφοκλής συνέθεσε τον δικό του Μαστιγοφόρο Αίαντα ή απλώς Αίαντα, μεταγράφοντας το θέμα της ιλιαδικής συζυγικής ομιλίας, και μαζί τα θέματα της έριδας, της ταφής και του νεκρώσιμου νόστου. Δύο επεισόδια απομένουν στον «σκληρό πυρήνα» του θεατρικού έργου, και αυτά τα δύο επεισόδια οφείλουν να συνοψίσουν τα υπόλοιπα: η προετοιμασία και η πραγματοποίηση της αυτοκτονίας, καθώς και η έριδα σχετικά με την ταφή του ήρωα. Μετά την αυτοκτονία του Αίαντα και τους τυπολογικά κατοχυρωμένους κομμούς, το δράμα -που έχει κατηγορηθεί για έλλειψη δραματουργικής ισορροπίας- εκτρέπεται σε αγώνα λόγων: του Μενελάου με τον Τεύκρο· του Αγαμέμνονα με τον Τεύκρο· του διπλωμάτη Οδυσσέα με τον Τεύκρο και τους δύο προηγούμενους.

altΗ νέα τάξη πραγμάτων σηματοδοτεί την μετάβαση από την εποχή του ηρωϊκού ιδεώδους των μιλιταριστών στον «εν πόλει» βίον, αλλά και στην εμφύλια έριδα. Αυτά επιτρέπουν μια μορφή στρέβλωσης του ηρωϊκού προτύπου, με τον Αίαντα ως μόνο απολίθωμα της παλιάς ordinis mundi, να αυθαδιάζει στη θεά Αθηνά και να τιμωρείται με διονυσιακή τρέλα γι’ αυτήν του την ύβριν: ο Άγγελος (εκπληκτικά ερμηνευμένος από τον Παντελή Δεντάκη, του οποίου η παρουσία ξεχωρίζει στον θίασο) αναφέρει ότι, φεύγοντας για τον πόλεμο, ο Αίας είχε πει στον πατέρα του Τελαμώνα: «Μαζί με τους θεούς, πατέρα, κι ένας που τίποτα δεν είναι, θα μπορούσε να´βγαινε νικητής! Μα εγώ και δίχως εκείνων τη βοήθεια, βέβαιος είμαι πως θε να την κερδίσω αυτήν τη δόξα»[1]. Και ότι αργότερα, όταν προσπάθησε η Αθηνά να τον εμψυχώσει σε μια μάχη, εκείνος της φώναξε: «Βασίλισσα, στους άλλους πλάι του Αργείους να στέκεσαι, γιατί εκεί που εγώ θά 'μαι, ποτέ η γραμμή της μάχης δεν θα σπάσει». Ευθύς και αλαζών, ο Αίας τιμωρείται με ιερή μανία από τη θεά Αθηνά, όπως το προέβλεψε ο μάντης Κάλχας, και σφαγιάζει ένα ολόκληρο κοπάδι προβάτων. Ο τελαμών του πολέμου δεν φοριέται πια, έχει καταντήσει παρωδία. Και με αυτόν γελούν θεοί και άνθρωποι.

Ένας «ωραία μονάχος»[2]: η ντροπή και το χαρακίρι ιερατικού χαρακτήρα

Το έξοχο σκηνικό της κυρίας Μανωλοπούλου παραπέμπει στον Κουν, στην αγροτικη Ηλέκτρα του Στούρουα, σε μια σειρά εικαστικών προκειμένων και σε τσαρουχικά στερεότυπα, καθώς συνδυάζεται άρτια με τα καλά φροντισμένα ανδρικά κοστούμια της, καθένα μοναδικό στην ιδιοτυπία του: στην τοιχογραφία των μουσικών του πίσω tableau διακρίναμε καταγραφές από τον «Θίασο» του Αγγελόπουλου, από τον σερβικό κινηματογράφο, από τις al fresco και κεραμεικές εξεικονίσεις του Αίαντα, καθώς και από τη βυζαντινή αγιογραφία. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, υπήρξε ακόμη και η πρόθεση της αναφοράς στη μοίρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ωστόσο αυτό δεν είναι ευανάγνωστο άμα τη θεάσει. Αν θα ’θελε κανείς να μιλήσει για την αισθητική οργάνωση του χώρου, η θυμέλη λειτουργεί ως θεολογείον και το πίσω μέρος της σκηνής ως αυλαία διάνοιξης των εσώτερων δρώμενων. Το άνοιγμα της αυλαίας που θ’ αποκαλύψει τον Αίαντα «στην ιερή του τρέλα» δεν είναι απόλυτα λειτουργικό, γιατί καθιερώνει μια χρονοτριβή αφύσικα δοσμένη στη διάρκεια της εκτύλιξης των δρώμενων. Ο «τσέλιγκας» Αίαντας έχει καταληφθεί από διονυσιακή μανία, είναι ένας σφαγέας ωμοφαγικών τελετών που δεν διακρίνει τα πρόβατα από τα ερίφια, είναι η ματοβαμμένη Αγαύη πριν αντικρύσει το κεφάλι του γιου της, κυνηγά πρόβατα όπως ο Δον Κιχώτης ανεμόμυλους. Είναι το απόλυτο γραμματολογικό σύστοιχο του θερβαντικού ήρωα, που απηχεί μιαν εποχή ανάλογης ρευστότητας στην ιστορία της ανθρώπινης ηθικής και κοσμοαντίληψης.

Το έξοχο σκηνικό της κυρίας Μανωλοπούλου παραπέμπει στον Κουν, στην αγροτικη Ηλέκτρα του Στούρουα, σε μια σειρά εικαστικών προκειμένων και σε τσαρουχικά στερεότυπα, καθώς συνδυάζεται άρτια με τα καλά φροντισμένα ανδρικά κοστούμια της, καθένα μοναδικό στην ιδιοτυπία του.

Λίγο πριν το τέλος του πολέμου που έχει εξουθενώσει τους Έλληνες, ο Οδυσσέας δεν εμφανίζεται ως κάποιος πανούργος που μηχανορραφεί, αλλά ως πολυμήχανος ηγέτης που συνεργάζεται με τη θεότητα αποβλέποντας στην υπόσκαψη του παρωχημένου ηρωϊκού ιδεώδους και στην ιδιοτελή κάρπωση της υστεροφημίας. Η θεά είναι παρούσα-απούσα και ένα μακεδονικά ντυμένο «μπουλούκι» ως Χορός, με κίνηση και ενδυμασία βαλκανικού θιάσου περιφερόμενων οργανοπαικτών στιλ Κουστουρίτσα/Μπρέγκοβιτς, εκδηλώνει την ταραχή και τον φόβο για τα συμβάντα: «Πότε και ποιος ύστατος αριθμός θα σταματήσει της μακρινής μου περιπλάνησης τα χρόνια; που δίχως τελειωμό κι ανάπαυλα σωριάζουν πάνω μου μόχθους μαχών, και με τυφλώνουν στον κάμπο τον απέραντο της Τροίας -όνειδος για τους Έλληνες βαρύ»[3].

Το παλικάρι είναι γιος και σύζυγος δούλας

Καθώς, λοιπόν, η τραγωδία αποπνέει αρχετυπικό μέγεθος και «τυποποιεί», τρόπον τινά, τους αντεκδικητές των όπλων του Αχιλλέα, η σκηνοθεσία χωλαίνει στα σημεία όπου γίνεται ψυχολογίζουσα προσέγγιση των ρόλων. Ούτε η Τέκμησσα, ούτε ο Τεύκρος καταφέρνουν να μεταπείσουν τον Αίαντα (δοσμένο στιβαρά και με αξιοπρέπεια από τον Νίκο Κουρή) ώστε ν’ αποφύγει την αυτοχειρία, ως εάν επρόκειτο για πεπρωμένο ή για εκδίκηση της θεάς Αθηνάς. Πληρώνεται εδώ η ύβρις με αυτού του είδους την νεκροφιλική «τίσιν», ενώ επαναλαμβάνεται το σοφόκλειο μοτίβο της άρνησης της ταφής ενός νεκρού, που στην «Αντιγόνη» εξελίσσεται σε κεντρικό θέμα ενός έργου: η παρέμβαση των Τεύκρου, Μενελάου, Αγαμέμνονα και Οδυσσέα προσδίδει δραματουργική χαλαρότητα στο κείμενο, που από ένα σημείο και μετά εξελίσσεται σε «αγώνα λόγων» και-άρα- υποβάλλει την ανάγκη ιερατικής, συμβολικής απόδοσης της τελετής που η τραγωδία συνιστά.

H παρέμβαση των Τεύκρου, Μενελάου, Αγαμέμνονα και Οδυσσέα προσδίδει δραματουργική χαλαρότητα στο κείμενο, που από ένα σημείο και μετά εξελίσσεται σε «αγώνα λόγων» και-άρα- υποβάλλει την ανάγκη ιερατικής, συμβολικής απόδοσης της τελετής που η τραγωδία συνιστά.

Στην καλοδουλεμένη σκηνοθεσία του κύριου Θεοδωρόπουλου δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται η συνύπαρξη της ιερατικής χωροθέτησης των δρώμενων με τη συναισθηματική κορύφωση κάποιων μονολόγων. Όμως δεν ξεχνιέται η εκπληκτικά καλόγουστη χρήση της θαμένης νεκρικής παράστασης που αποκαλύπτεται από την κονίστρα όταν ο Αίαντας αυτοκτονεί και παραμένει μέχρι τέλους της παράστασης ως τοτέμ αναφοράς. Τον νεκρό ήρωα ως «αναπαράστασιν Ιεράς Σινδόνης» αποκαλύπτει η κυρία Πρωτόπαππα, περιβεβλημένη το ακατάλληλο κοστούμι της Τέκμησσας, δηλώνοντας: «...γιατί τι θέλω πια τη ζωή μου όταν εσύ πεθάνεις;». Υπόδειγμα αφοσιωμένης συζύγου η Τέκμησσα συντροφεύει τον Αίαντα στην τρέλα του πονώντας για το κατάντημά του, δείχνει ωστόσο να κατανοεί τον άντρα της λέγοντας: «Για μένα ο θάνατος είναι πικρός, γι’ αυτόν ήταν ευφρόσυνος»[4]. Μόνον ο Οδυσσέας θα υποστηρίξει την άποψη ότι ο αδελφός του νεκρού Τεύκρος (ο έτερος Τελαμώνιος) είναι ελεύθερος να θάψει τον ήρωα: «γιατί βλέπω, πως τίποτα εμείς άλλο δεν είμαστε, όσο ζούμε, παρά μόνο φαντάσματα κι ένας ανάερος ίσκιος». Ο σώφρων Οδυσσέας στην αρχή εμφανίζεται θρασύδειλος μπροστά στην τραγωδία του Αίαντα και τον φοβάται ακόμα και ενόσω ο ίδιος χαίρει της προστασίας της Αθηνάς. Ο Χορός τραγουδά: «Αλήθεια, οι άνθρωποι μπορούνε αφού τα ιδούν πολλά να μάθουν. Μα πριν τα δούνε, κανείς δεν είναι μάντης για όσα του μέλλονται να 'ρθούν».

alt«Τα καλύτερα παιδιά κουράστηκαν και γύρισαν στο σπίτι»

Το νέο, αντι-ηρωϊκό/αντιπολεμικό ιδεώδες που φέρει ενστιγματικά η φιγούρα του Οδυσσέα λειτουργεί ως μπάλσαμο στην ανθρώπινη προσέγγιση τόσο του Σοφοκλή, όσο και του Μαρωνίτη και του Θεοδωρόπουλου. Η παράσταση είναι πολύ, μα πολύ ανθρώπινη, αποδίδει τον πόνο του μπαϊλντισμένου, παρ’ ολίγον ριψάσπιδος στρατιώτη, τον πόνο της χήρας και της χαροκαμμένης μάνας, τον πόνο του δούλου και του ηττημένου, με τρόπο απλό και καταληπτό, χωρίς να διεκδικεί εύσημα μοντερνισμού ή καινοτομίες σκηνοθετικές. Οι αναφορές στη σύγχρονη πολιτική κατάσταση της Ελλάδας αντλούνται αυτόματα ως υπαινιγμοί από τον τρόπο με τον οποίο αντιπαρατίθενται δύο διαφορετικά συστήματα Δικαίου, και οι αυτόματοι συνειρμοί με την «Αντιγόνη» δεν αφήνουν ασυγκίνητο κανέναν. Στο τρίτο στάσιμο ο Χορός κλαίει με αντιπολεμικό θρήνο για τον Αίαντα και τη διχόνοια των Ελλήνων[5]: «Ω πόνοι, πόνων πρόγονοι· γιατί εκείνος τους ανθρώπους αιχμαλώτισε. Εκείνος που σε μένα αρνήθηκε της συντροφιάς την τέρψη: μήτε στεφάνια να μοιράζομαι και κούπες του κρασιού βαθιές, μήτε τον ήχο τον γλυκό ν᾽ ακούω των αυλών, μήτε και την απόλαυση να χαίρομαι της νύχτας σε ζεστό κρεβάτι. Τον έρωτα, τον έρωτα μου στέρησε, αλίμονο. Και τώρα πέφτω αφρόντιστος να κοιμηθώ, η παγωμένη πάχνη μουσκεύει κάθε νύχτα τα μαλλιά μου -θύμηση αλησμόνητη της ανελέητης Τροίας. Είχα ως τώρα να μου παραστέκεται στον φόβο του ύπνου, στα βέλη της ημέρας, ο γενναίος Αίας· τώρα που εκείνος στη δαιμονική του μοίρα παραδόθηκε, ποια, πες μου, ποια μου απόμεινε χαρά».

altΣτο δεύτερο στάσιμο η πρωτότυπη, μοναδική σε έμπνευση μουσική σύνθεση του κύριου Κυπουργού -με τη σολιστική παρέμβαση των πνευστών και με κάποιες χορογραφικές υποδείξεις- μεταστρέφεται σε ένα είδος μιούζικαλ θριαμβικού, που ελαφρώς αποκλίνει υφολογικά της υπόλοιπης διδασκαλίας του χορού. Σε ένα κάπως άνισο παραστασιακό αποτέλεσμα συμβάλλει τα μάλα η άνιση, αρχαιοπρεπής σε κάποια σημεία και υπερβαλλόντως καθημερινή σε άλλα μετάφραση του Μαρωνίτη, καθώς και η ξεπερασμένη, στομφώδης εκφορά του λόγου σε πολλά σημεία.

Ένας Νεάντερταλ που ηττάται από τον Σάπιενς

Έχουν προηγηθεί το επεισόδιο της κρίσης των όπλων, η μήνις του ήρωα, η φονική του μανία που τρέπεται σε ζωοκτονία, η ιερή μανία που του στέλνει η Αθηνά: το σκηνικό είναι ένα μακελειό, μια αρνοσφαγή άνευ προηγουμένου, διπλής σημειολογίας: αφενός το τέλος της αγροτικής αισθητικής, ηθικής και πολιτικής συνείδησης της προκλασικής εποχής, αφετέρου ένα πεδίο μάχης με κομματιασμένα μέλη της αγέλης, ως απόρροια της επιθυμίας της θεάς. Στην αρχή του έργου ο Οδυσσέας συνομιλεί με την Αθηνά χωρίς να τη βλέπει. Ούτε  όμως ο Αίας τη βλέπει όταν εμφανίζεται στη σκηνή, όπου επιπλέον η Αθηνά κάνει και τον Οδυσσέα αόρατο για τον Αίαντα, ενώ ο Οδυσσέας βλέπει τον Αίαντα, και το κοινό τους βλέπει και τους τρεις: δραματουργική σύμβαση που θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα εάν η κυρία Ουζουνίδου απέδιδε με σύγχρονη εκφορά λόγου το κομμάτι της θεάς Αθηνάς, και όχι με τον στόμφο παρωχημένων εποχών. Ο Αγαμέμνονας το λέει ξεκάθαρα: «...γιατί δεν είναι οι μεγαλόκορμοι, μηδ ’όσοι τις πλάτες έχουν τις φαρδιές, που στέκουν και πιο άσφαλτα, μα παντού πρώτοι βγαίνουν όσοι έχουν γερό νου...»[6]. Έτσι ο Αίαντας θα λάβει αυτό που ο Θουκυδίδης θα ονομάσει [7], «ἀγήρων ἔπαινον καὶ τάφον επισημότατον».

Ο «εύπολις» Οδυσσέας θα επιβάλει τη δική του λογική στην έκβαση των πραγμάτων, και όλο αυτό θ’απαρτιώσει τη δικανική ηθική του νέου τρόπου ζωής. Το ποίημα του Παντελή Μπουκάλα «Αίας» που ακούγεται στην παράσταση είναι πολύ χαρακτηριστικό: o Aίαντας μεταστρέφεται στον παρατηρητή του ίδιου του του θανάτου, και αυτό είναι το μεγάλο χαρτί του Θεοδωρόπουλου. Στο υποκατάστατο «πόλεως» που συνιστά το καταπονημένο στρατόπεδο των τροβαδούρων έρχεται να διατυπωθεί η λογοκρατούμενη άποψη πως το σύστημα αξιών οφείλει να αλλάξει, ωστόσο ο αρχηγός της παλιάς, φυλετικής δομής, ο Αίας, πρέπει να εισαχθεί εκ νέου στο πάνθεον των παραδοσιακών αξιών της Πόλεως και να στηθεί, «αγλαός ως άγαλμα»Â  πλάι στους άλλους tribal leaders της νέας πολιτειακής δόμησης μετά τον Κλεισθένη. Αντίστοιχη μετάπτωση θα πρέπει να υποστεί και η φαλλική persona του Αίαντα. Έτσι, ο Αίας του κύριου Θεοδωρόπουλου δεν φέρει τα τρωτά χαρακτηριστικά του «αντιήρωα» που θα μπορούσε να φανταστεί το σύγχρονο κοινό της Τραγωδίας, ούτε είναι απλώς ο μοναχικός μισάνθρωπος που αδυνατεί να προσαρμοστεί στη νέα εποχή, κυνηγώντας χίμαιρες με δονκιχωτική ανεδαφικότητα. Είναι, όμως, ένας Neanderthal που παραχωρεί τη θέση του στον Sapiens sapiens. Λιγότερο ή περισσότερο, και δικαίως, η μήνις του είναι ψυχιατρικά ατεκμηρίωτη, σχετίζεται δε περισσότερο με θιγμένο ανδρικό, μιλιταριστικό εγωϊσμό, παρά με την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης. Η συνολική αποτίμηση της παράστασης νομίζω την καθιερώνει στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.

[1] Στίχοι 767-770
[2] Έκφραση του Παντελή Μπουκάλα από το ποίημά του «Αίας».
[3]τίς ἄρα νέατος, ἐς πότε λήξει πολυπλάγκτων ἐτέων ἀριθμός, τὰν ἄπαυστον αἰὲν ἐμοὶ δορυσσοή- των μόχθων ἄταν ἐπάγων ἂν τὰν εὐρώδη Τροΐαν, δύστανον ὄνειδος Ἑλλάνων;
[4] Στίχος  966
[5] 1185 : ὄφελε πρότερον αἰθέρα δῦναι μέγαν ἢ τὸν πολύκοινον Ἅιδαν κεῖνος ἁνὴρ, ὃς στυγερῶν ἔδειξεν ὅπλων Ἕλλασιν κοινὸν Ἄρη. ὦ πόνοι πρόγονοι πόνων· κεῖνος γὰρ ἔπερσεν ἀνθρώπους. ἐκεῖνος οὐ στεφάνων οὔτε βαθειᾶν κυλίκων νεῖμεν ἐμοὶ τέρψιν ὁμιλεῖν,οὔτε γλυκὺν αὐλῶν ὄτοβον, δυσμόρῳ, οὔτ᾽ ἐννυχίαν τέρψιν ἰαύειν· ἐρώτων δ᾽ ἐρώτων ἀνέπαυσεν ὤμοι. κεῖμαι δ᾽ ἀμέριμνος οὕτως, ἀεὶ πυκιναῖς δρόσοις τεγγόμενος κόμας, λυγρᾶς μνήματα Τροίας. καὶ πρὶν μὲν ἐννυχίου δείματος ἦν μοι προβολὰ καὶ βελέων θούριος Αἴας· νῦν δ᾽ οὗτος ἀνεῖται στυγερῷ δαίμονι. τίς μοι, τίς ἔτ᾽ οὖν τέρψις ἐπέσται;
[6] Στίχος 1250
[7] Ιστορίαι, Β 43
 
Info
Μετάφραση
Δ.Ν. Μαρωνίτης
Σκηνοθεσία
Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος
Μουσική
Νίκος Κυπουργός
Σκηνικά - Κοστούμια
Ελένη Μανωλοπούλου
Χορογραφίες
Αγγελική Στελλάτου
Σχεδιασμός φωτισμών
Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική διδασκαλία
Αναστάσης Σαρακατσάνος
Βοηθός σκηνοθέτη
Βάσια Χρήστου

Ερμηνεύουν
Αίας - Νίκος Κουρής
Τέκμησσα - Μαρία Πρωτόπαππα
Τεύκρος - Γιάννος Περλέγκας
Άγγελος - Παντελής Δεντάκης
Αθηνά - Ελένη Ουζουνίδου
Οδυσσέας - Γιάννης Τσορτέκης
Μενέλαος - Γιάννης Κλίνης
Αγαμέμνων - Δημήτρης Παπανικολάου
Ευρυσάκης - Νικόλας Κατσαμπάνης

Ραψωδός - Μιχάλης Τιτόπουλος

Χορός
Θύμιος Κούκιος
Σπύρος Κυριαζόπουλος
Χρήστος Μαλάκης
Δαβίδ Μαλτέζε
Αλέξανδρος Μαυρόπουλος
Δημήτρης Πασσάς
Κρις Ραντάνοφ
Σταύρος Σβήγκος
Θοδωρής Σκυφτούλης
Μάνος Στεφανάκης
Αλέξανδρος Χρυσανθόπουλος

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας» του Σέρχιο Μπλάνκο (κριτική) – Εξαιρετική παράσταση, συγκλονιστική ερμηνεία

«Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας» του Σέρχιο Μπλάνκο (κριτική) – Εξαιρετική παράσταση, συγκλονιστική ερμηνεία

Για την παράσταση του Σέρχιο Μπλάνκο (Sergio Blanco) «Τα άνθη του κακού ή ο εορτασμός της βίας» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου. © εικόνας: Ελίνα Γιουνανλή 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο ...

«Ο μαγεμένος βοσκός» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη – Ένα κουήρ βουκολικό ειδύλλιο

«Ο μαγεμένος βοσκός» του Σπυρίδωνος Περεσιάδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη – Ένα κουήρ βουκολικό ειδύλλιο

Για την παράσταση του Σπυρίδωνος Περεσιάδη «Ο μαγεμένος βοσκός», σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη, στο hood art space. 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Στο hood art space είδα το βουκολικό ερωτικό ειδύλλιο του Σπυρίδωνος Περε...

«Τα άνθη του κακού ή Ο εορτασμός της βίας»: Πρεμιέρα για την παράσταση του Σέρχιο Μπλάνκο

«Τα άνθη του κακού ή Ο εορτασμός της βίας»: Πρεμιέρα για την παράσταση του Σέρχιο Μπλάνκο

Η παράσταση «Τα άνθη του κακού ή Ο εορτασμός της βίας», σε σκηνοθεσία του Σέρχιο Μπλάνκο (Sergio Blanco) και ερμηνεία της Δέσποινας Σαραφείδου, κάνει πρεμιέρα την 1η Δεκεμβρίου 2025 και παρουσιάζεται ως τα τέλη Ιανουαρίου στο Θέατρο του Νέου Κόσμου.

Επιμέλεια: B...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο Αλέξης Ζήρας αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Ο Αλέξης Ζήρας αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης

Ο Αλέξης Ζήρας, κριτικός, γραμματολόγος, ερευνητής της νεότερης ελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και πρώην Πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων, αναγορεύτηκε Επίτιμος Διδάκτορας του Τμήματος Ανθρωπιστικών Σπουδών της Σχολής Ανθρωπιστικών Επιστημών του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Εικόνα: Ο...

«Ανοίξτε, ουρανοί» του Σον Χιούιτ (κριτική) – Το αισθαντικό ξύπνημα του εφηβικού έρωτα

«Ανοίξτε, ουρανοί» του Σον Χιούιτ (κριτική) – Το αισθαντικό ξύπνημα του εφηβικού έρωτα

Για το μυθιστόρημα του Σον Χιούιτ (Seán Hewitt) «Ανοίξτε, ουρανοί» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδ. Στερέωμα). Εικόνα: Από την ταινία «Call me by your name». 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Γλυκές μυρωδιές της φύσης που μπλέκοντ...

«Μέρα» του Μάικλ Κάνινγκχαμ (κριτική) – Έργο χαμηλών τόνων για τα αδιέξοδα και τις ματαιώσεις της σύγχρονης ζωής

«Μέρα» του Μάικλ Κάνινγκχαμ (κριτική) – Έργο χαμηλών τόνων για τα αδιέξοδα και τις ματαιώσεις της σύγχρονης ζωής

Για το μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγκχαμ (Michael Cunningham) «Μέρα» (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Αλεξάνδρεια). Εικόνα: Από την ταινία «Marriage story» του Νόα Μπάουμπαχ.

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου 

Στα 19...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (προδημοσίευση)

«Συναίνεση» της Βανεσά Σπρινγκορά (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το αυτοβιογραφικό βιβλίο της Βανεσά Σπρινγκορά [Vanessa Springora] «Συναίνεση» (μτφρ. Γιώργος Κωνσταντίνος Μιχαηλίδης, επιμέλεια μτφρ. Μιρέλα Διαλέτη), το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει το επόμενο διάστημα από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

Επιμέλεια: Κώστας ...

«Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» του Μάλκομ Λόουρι (προδημοσίευση)

«Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» του Μάλκομ Λόουρι (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μάλκομ Λόουρι [Malcolm Lowry] «Ταξίδι στη Λευκή Θάλασσα» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 4 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Ίσως πάντα τη...

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

«Η αγέλη» της Βίκυς Τσελεπίδου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Βίκυς Τσελεπίδου «Η αγέλη», το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 6 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

[ΦΑΙΗ] 

Είχαν πυκνώσει πάλι οι συναντήσεις ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

250 χρόνια Τζέιν Όστεν: Η αθόρυβη επανάσταση της ειρωνείας

250 χρόνια Τζέιν Όστεν: Η αθόρυβη επανάσταση της ειρωνείας

Διακόσια πενήντα χρόνια (250) κλείνουν σε λίγες μέρες από τη γέννηση της Τζέιν Όστεν [Jane Austen, 16 Δεκεμβρίου 1775 – 18 Ιουλίου 1817], μια από τις πιο επιδραστικές συγγραφείς της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Η μεταφράστρια πολλών βιβλίων της στα ελληνικά, συγγραφέας Αργυρώ Μαντόγλου, προσεγγίζει την ιδιοφυία της σπουδ...

Τέσσερις νέες ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Βακχικόν

Τέσσερις νέες ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Βακχικόν

Τέσσερις ποιητικές συλλογές από Έλληνες δημιουργούς κυκλοφόρησαν πρόσφατα από τις εκδόσεις Βακχικόν. Εικόνα: «Ο γέρος κιθαρίστας» του Πικάσο. 

Επιμέλεια: Book Press

Τέσσερα νέα ποιητικά βιβλία μόλις κυκλοφόρησαν από τι...

Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας

Τι διαβάζουμε τώρα; 12 βιβλία σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας

Δώδεκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που μόλις εκδόθηκαν. Τρία από αυτά είναι επανεκδόσεις.

Γράφει ο Κώστας Αγοραστός

Βασίλης Γκουρογιάννης, ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ