
Για την παράσταση της Ανχέλικα Λίντελ (Angélica Liddell) «Seppuku. The funeral of Mishima or the pleasure of dying» στην Πειραιώς 260, στο Φεστιβάλ Αθηνών.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο Φεστιβάλ Αθηνών (Πειραιώς 260), την περφόρμανς της Angélica Liddell «Seppuku – Η κηδεία του Μίσιμα» («Seppuku – El funeral de Mishima – O el placer de morir»), με θέμα την αναζήτηση της αθανασίας και την ταπείνωση του ανθρώπου. Αντίστοιχο ήταν το θέμα της περφόρμανς «Γένεσις 6, 6-7» (τρίτο μέρος μιας τριλογίας, τα δύο πρώτα μέρη της οποίας τιτλοφορούνταν «Αυτή η σύντομη τραγωδία της σάρκας» και «Τι να κάνω με αυτό το ξίφος;») που παρουσίασε η Ανχέλικα Λίντελ στο Φεστιβάλ Αθηνών το 2019. Το τιτάνειο ως προς το μήκος και την καταπόνηση των ερμηνευτών «Seppuku», με το ωμό και σκληρό περιεχόμενο αίματος και γυμνού, έκανε πρεμιέρα στο Odéon-Théâtre de l’Europe, στο Παρίσι. Το τρίτο μέρος, που είδαμε φέτος, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ισπανία πέρυσι και έφτασε στο Στρασβούργο της Γαλλίας τον Ιανουάριο.
Το χαρακίρι ως στάση ζωής
Τον Νοέμβριο του 1970, ο πρωτοπόρος του ιαπωνικού μοντερνισμού συγγραφέας, φανατικός του bodybuilding, υπερεθνικιστής και πιστός οπαδός της αυτοκρατορικής εξουσίας στην Ιαπωνία Γιούκιο Μισίμα (1925-1970) έβαλε τέλος στη ζωή του με χαρακίρι μαζί με την ιδιωτική του gay πολιτοφυλακή, μετατρέποντας το ίδιο του το σώμα στο «τελευταίο του έργο». Ο ιδιότυπος ηθικός κώδικας των σαμουράι -να «πεθαίνεις νοερά» κάθε πρωί για να μην φοβάσαι τον θάνατο- εμπνέει τη Λίντελ στη δημιουργία ενός στοχαστικού κειμένου πάνω στην ελευθερία, την πειθαρχία, την ομορφιά και το όριο που καταργεί η αυτοχειρία: το χαρακίρι (ή seppuku) συνδέεται με τον ποιητικό κώδικα «Hagakure» (Στη σκιά των φύλλων, γραμμένο τον 17ο αιώνα από τον απόγονο των Σαμουράι και μετέπειτα μοναχό του Zεν Βουδισμού Yamamoto Tsunetomo), ενώ η Λίντελ θεωρεί σημαδιακή τη χρονική σύμπτωση της αυτοκτονίας του Μισίμα με την κυοφορία της ίδιας από τη μητέρα της και αποφασίζει να συνθέσει ένα requiem για τον θάνατο του ανθρώπου που τη δίδαξε, σύμφωνα με τα δικά της λόγια, «τον ερωτισμό, την ομορφιά και τον θάνατο». Η Λίντελ, η σκηνική ακρότητα της οποίας ξεπερνά και αυτήν της Καρολίνα Μπιάνκι ή εκείνην της Φλορεντίνα Χόλζινγκερ, αφήνει άφωνο το κοινό με τη σαρκική, σχεδόν σπλαχνική αμεσότητα με την οποία προπαγανδίζει τον θάνατο ως μοναδική διέξοδο από την ασχήμια της ζωής.

Το Εθνικό Θέατρο του Τόκιο μοιράζεται με τη ριζοσπαστική σκηνοθέτιδα τη θεατρική του εμπειρία σ’ ένα είδος τόσο δύσληπτο για εμάς τους δυτικούς όπως το Noh, δίνοντάς της τη δυνατότητα να σκηνοθετήσει τους εκπληκτικούς ερμηνευτές Gumersindo Puche, Ichiro Sugae και Masanori Kikuzawa και τον γίγαντα του bodybuilding Kazan Tachimoto. Γίνεται λυρική ανάγνωση της τελετουργικής αυτοκτονίας. Ο Kikuzawa και η πανέμορφη, σχεδόν εξωπραγματική Ichiro Sugae ερμηνεύουν γυμνοί μια σκηνή από το έργο «Πατριωτισμός» (1961), σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συμβάσεις του θεάτρου Noh: μελωδική, στυλιζαρισμένη και γεμάτη απότομες αλλαγές στο tempo.
Ως δημιουργική αναγνώστρια του Ναού του χρυσού περιπτέρου του Μισίμα, η Λίντελ κάνει μια διαχείριση θανάτου (Trauerarbeit) πολύ ιδιότυπη, διακρίνοντας στην αυτοχειρία μιαν υπόσχεση εκπληκτικής ομορφιάς και χάριτος: φορά διαδοχικά ρούχα ανθρώπων που στην πραγματικότητα πέθαναν από ασθένεια ή αυτοκτόνησαν (μάλιστα, ευχαριστεί τους συγγενείς που της διέθεσαν τα συγκεκριμένα ρούχα) υπηρετώντας την επιθυμία θανάτου της μέσα σ’ ένα σταθερό μοτίβο «ειλικρίνειας» (sincerité είναι η λέξη που κυριαρχεί στην αφήγηση του «Πατριωτισμού»). Γι’ αυτήν την τελετουργική πνευματώδη συνεδρία, ο πίσω τοίχος της σκηνής είναι βαμμένος βαθύ κόκκινος, στρώνεται ένα «κρεβάτι θανάτου» από κόκκινα τριαντάφυλλα και, ως τελετάρχις, η Λίντελ φορά ένα κόκκινο πόντσο πάνω από το γυμνό της σώμα.
«Θέλω να τελειώνω με τη ζωή»
Λίγο πριν τα εξήντα της, η Λίντελ έχει πλέον θέσει τον θάνατο στο επίκεντρο ενός έργου της – τρεις φορές. Στην «Τριλογία των κηδειών», που δημιουργήθηκε από το 2023 έως το 2025, επαναπροσδιορίζει τον θάνατο δύο από τους αγαπημένους της καλλιτέχνες, του σουηδού σκηνοθέτη Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Αβινιόν, 2024) και του ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα. Το πρώτο μέρος του «Seppuku» λαμβάνει χώρα εκτός σκηνής – είναι μια έκκληση, ένα ανοιχτό κάλεσμα: «Ζητάμε τα ενδύματα των νεκρών· να τα δεχόμαστε και να τα λατρεύουμε». Επιθυμώντας να δει πώς θα έμοιαζε οπτικά ο εθελούσιος απαγχονισμός της, η Λίντελ ξεκινά την περφόρμανς της με δύο φωτογραφίες όπου η ίδια κρέμεται με τα μαλλιά κρεμασμένα πάνω στο πρόσωπο, τα εσώρουχά της ακόμα άψογα λευκά και την κυλότα κατεβασμένη: ο θάνατος ως ένα τέλεια σκηνοθετημένο έργο τέχνης και ως φετιχιστικό έναυσμα για μια δριμεία κριτική στη «χαρά της ζωής».
Μετά τα «Vudú» (3318), «Blixen» (TA23) και «Caridad» (TA22), η νέα σύλληψή της περιλαμβάνει, επίσης, ένα έργο του 14ου αιώνα, το «Hagoromo» («Φτερωτό πέπλο»): ένας ψαράς (Masanori Kikuzawa) συναντά τη νύχτα το Hagoromo, τον μαγικό φτερωτό μανδύα ενός τενίν (πνεύματος από τον ουρανό) να κρέμεται σε ένα κλαδί. Το τενίν (Ichiro Sugae) τον βλέπει να το παίρνει και ζητά πίσω τον μανδύα του για να μπορέσει να πετάξει στον ουρανό – ο ψαράς υπόσχεται να του το επιστρέψει, αν του δείξει τον χορό της ή μέρος αυτού. Η Ichiro Sugae δέχεται, χορεύει εκπληκτικά επί σκηνής και μετά εξαφανίζεται σαν βουνό που σιγά σιγά κρύβεται στην ομίχλη.

Η παράσταση παρουσιάζει ακρότητα στο σεξ, οργασμικές σκηνές, αυνανισμό, ανθρώπινα περιττώματα και εκκρίσεις και ουσιαστικό πορνό: ωστόσο, παρά την ακρότητα των σκηνών, η ομορφιά υπερισχύει της παράβασης. Ο θεατής παρακολουθεί (μάλιστα, μια εκ των θεατών λιποθύμησε χθες) μια επί σκηνής αιμοληψία και, τέλος, απαγγέλλει μια μετωπική τιράντα εκπληκτικής τόλμης που πραγματεύεται τον εθελούσιο τερματισμό της ζωής: έτσι υπερτονίζει την αναρχική της αντιπαράθεση στις μικροαστικές μας επιλογές, στην αναπαραγωγή του ανθρώπινου είδους και της ανθρώπινης κακουργίας, συνθέτοντας έναν θριαμβικό αποχαιρετισμό στη ζωή (jisei no ku: το αριστουργηματικό κείμενο του μονολόγου της κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2026 από την Gallimard, με γαλλικό τίτλο Je demande à en finir avec la vie). «Μύρισε τους νέους, μύρισε τα γεννητικά τους όργανα», προτείνει η Λίντελ, δείχνοντας με αποδοκιμασία το χαλαρό δέρμα κάτω από τις μασχάλες της: δεν μπορώ παρά να διακρίνω, σε αυτά τα λόγια, έναν υποθάλλοντα ρατσισμό για την τρίτη ηλικία. Αλλά εντυπωσιάστηκα και από αυτήν τη μηδενιστική λατρεία του θανάτου ως «ολύμπιας», θριαμβικής εξόδου από το φάσμα της γήρανσης και της αϋπνίας, αυτήν την επισήμανση της ατιμωρησίας της νεότητας και της έκπτωσης του ανθρωπισμού, αυτήν τη φαντασίωση του φριχτού θανάτου όσων την πλήγωσαν, καθώς και την πολιτική εξέγερση που επιχειρεί (έστω λεκτικά) ως διέξοδο προς τον μυστικισμό.
Angélica Liddell
Η Ανχέλικα Λίντελ (καταλανικής καταγωγής, γεννημένη το 1966) έχει λάβει το Εθνικό Βραβείο Δραματικής Λογοτεχνίας το 2012 για το έργο της «La casa de la fuerza» και το Εθνικό Βραβείο Θεάτρου το 2025. Η Λίντελ άρχισε να γράφει θεατρικά έργα τη δεκαετία του 1980. Το 1993 ίδρυσε την θεατρική ομάδα Atra Bilis Teatro. Ήδη από την εποχή της δημοσίευσης της μελέτης της Monólogo necesario para la extinción de Nubila Wahlheim, είχε δηλώσει τις επιρροές της από το θέατρο του Μπέκετ στην προσπάθειά της να απαλείψει τους χαρακτήρες από το θέατρό της. Έργα της έχουν παιχτεί στην Ισπανία, τη Γερμανία, τη Βραζιλία, τη Γαλλία και τη Χιλή και έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα αγγλικά, τα πορτογαλικά, τα γερμανικά, τα πολωνικά και τα ρωσικά. Ο Θέμελης Γλυνάτσης έχει σκηνοθετήσει το 2014 το πολιτικό της μανιφέστο «Και τα ψάρια βγήκαν να πολεμήσουν ενάντια στους ανθρώπους», στο Φεστιβάλ Αθηνών. Το 2019 παρουσίασε, και πάλι στο Φεστιβάλ Αθηνών, το έργο της «Όλος ο ουρανός πάνω στη γη (Το σύνδρομο της Γουέντυ)».
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Σκηνοθεσία – Κείμενο – Σκηνογραφία – Κοστούμια Angélica Liddell
Το έργο περιλαμβάνει αποσπάσματα από τα κείμενα «Πατριωτισμός» και Ο ναύτης που αρνήθηκε τη θάλασσα του Yukio Mishima
Διασκευή του έργου NOH Hagoromo. Ο μανδύας με τα φτερά (14ος αιώνας)
Ερμηνεύουν Alberto Alonso Martínez, Nonoka Kato, Angélica Liddell, Masanori Kikuzawa, Ichiro Sugae, Gumersindo Puche, Kazan Tachimoto
Σχεδιασμός φωτισμού Javier Alegría
Τεχνική διεύθυνση Maxi Gilbert
Χειρισμός φωτισμού Francisco Jesús Galán
Ήχος Antonio Navarro
Μηχανικός σκηνής Fernando Díaz
Διεύθυνση σκηνής Elena Galindo
Κατασκευή σκηνικών Alfonso Reverón Díaz
Logistics Helena Pastor
Παραγωγή Gumersindo Puche
Βοηθός παραγωγής Jaime del Fresno
Συμπαραγωγή Festival Temporada Alta (Ισπανία), Théâtre National de Strasbourg (Γαλλία), Odéon–Théâtre de l’Europe (Γαλλία), Wiener Festwochen | Free Republic of Vienna (Αυστρία), Festival Grec (Ισπανία) με την υποστήριξη της Comunidad de Madrid
Ευχαριστίες στο Instituto Cervantes (Τόκιο) και στον ηθοποιό Noh της σχολής Konparu, Tsuano Yamai






















