
Για την παράσταση των Χάινερ Γκαίμπελς (Heiner Goebbels) και Μίχαελ Ζίμον (Michael Simon) στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών & Επιδαύρου. ©Karol Jarek
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο ξεκίνημα του Φεστιβάλ Αθηνών στην Πειραιώς 260 παρακολούθησα τη μουσική performance «Σλήμαν III» των Heiner Goebbels and Michael Simon. Σε μιαν ιδιότυπη, σκηνική αναδιατύπωση της ιστορικής ανασκαφής της Τροίας από τον γερμανό businessman και χομπίστα αρχαιολόγο Heinrich Schliemann, ο δημιουργός επιχειρεί να προσδώσει νόημα σε «χώρους εμπειρίας», όπως τους αποκαλεί. Αυτό γίνεται μέσω μιας σκηνικής συναυλίας, όπου διαφορετικές χρονικότητες επιχειρούν να συνυπάρξουν. Στην ουσία πρόκειται για μια πολυμεσική εγκατάσταση που δημιουργεί «χώρους» ποιητικούς, χώρους μεταβιομηχανικούς και «χώρους» μνήμης, σε μιαν ανακατασκευή σχεδίου της αρχαίας πόλης, όπως αυτή προκύπτει από την ημερολογιακή αφήγηση του Ερρίκου Σλήμαν για τις ανασκαφές του στην Τροία μεταξύ 1871 και 1873.
Ανασκαφή. Όρυγμα. Γκρέμισμα. Κίνδυνος. Φιλοδοξία. Αλλά και πολύ μεγάλη δόση αφελούς γερμανικού ρομαντισμού και clichés: δεν είναι τυχαίο το lieder που συνέθεσε ο Γκέμπελς για τον «Νηών Κατάλογον» του Ομήρου.
Τρίτο μέρος μιας τριλογίας «ανασκαφής»
Η όλη σύλληψη καταλήγει στην προσπάθεια του Ερρίκου Σλήμαν να εντοπίσει τα ερείπια της Τροίας, αλλά αποτελεί το τρίτο μέρος μιας τριλογίας που πέρασε και από άλλες τοποθεσίες στο παρελθόν: αρχικά, υπήρξε μια site-specific εγκατάσταση των Michael Simon και Heiner Goebbels με τίτλο «Το Καζίνο του Νεύτωνα», που έκανε πρεμιέρα το 1990 στο Θέατρο am Turm της Φρανκφούρτης: και εκεί ο σκηνικός χώρος μεταβαλλόταν διαρκώς κι επίσης υπήρχαν οι τοίχοι που «σκάλιζε» ο Σλήμαν ενώ ανέσκαπτε και απαριθμούσε θραύσματα αγγείων. Η μελέτη αυτού του κλασικά ανατεθραμμένου δημιουργού τον οδήγησε σταδιακά σε μια βιογραφική «ανασκαφή». Το 1993 η παράσταση μετατράπηκε στο ακουστικό ραδιοφωνικό έργο «Το ράδιο του Σλήμαν –12 πρωτόκολλα»: και εκεί, επίσης, το ακουστικό υλικό ήταν εμπνευσμένο από τις αναφορές ανασκαφών του Ερρίκου Σλήμαν. Τέλος, το 1977 ανέβηκε, στα εγκαίνια του θεάτρου «Θησείο», και με συν-σκηνοθέτη τον σημερινό καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών Μιχαήλ Μαρμαρινό, το έργο «Εργοτάξιο Σλήμαν»: εκεί πρωταγωνιστούσαν ο Ακύλλας Καραζήσης, η Αμαλία Μουτούση, η Λυδία Κονιόρδου και ο Άγγελος Φωτιάδης.
![]() |
|
© Bernd Uhlig |
Ως πρωτοποριακός συνθέτης που είναι ο Γκέμπελς έρχεται σήμερα με το τρίτο μέρος αυτής της διαδρομής, ένα μουσικό απάνθισμα λόγου, ήχου και εικόνας που διέπεται από ελευθεριάζουσα συνθετική πρόθεση: ο ήχος, η μουσική, το κείμενο, οι φωτισμοί, όλα διατηρούν μεγάλη αυτονομία μεταξύ τους. Ο Ακύλλας Καραζήσης επανέρχεται, αυτήν τη φορά με την Ανδρομάχη Φουντουλίδου, το ίδιο και η Λυδία Κονιόρδου, αυτήν τη φορά με τον κόντρα τενόρο Άγγελο Κυδωνιέα. Επί σκηνής ερμηνεύουν στο μπουζούκι και στο κλαρίνο, αντίστοιχα, ο Ανέστης Μπαρμπάτσης και ο Φίλιππος Φασούλας.
Οι θεατές καθόμαστε ψηλότερα από τη σκηνή, που μετατρέπεται σε αρένα. Ακούμε την οιμωγή και τις εφιαλτικές προφητείες της Κασσάνδρας, το κλάμα μιας χαροκαμένης μάνας σε ντοπιολαλιά, γεγονός που εγγράφει ένα είδος «εθνογραφικού χώρου» στη μουσική. Ακούμε τον κατάλογο με τα καράβια που έλαβαν μέρος στον Τρωϊκό Πόλεμο (Ιλιάδα), τον κατάλογο με τους Δαναούς (εκεί θυμήθηκα ότι ο Ποδαλείριος και ο Μαχάων ήταν γιοι του Ασκληπιού και θεραπευτές οι ίδιοι), ακούμε μεταλλικούς ήχους και βλέπουμε να αιωρούνται τεράστιοι γεωμετρικοί όγκοι, που μετατρέπουν τον χώρο σε ένα νοητό πλέγμα από γραμμές που προβάλλονται πάνω στο δάπεδο και στα πάνελς. Έτσι, τα ερείπια της Τροίας προβάλλονται σαν κινούμενος, τρισδιάστατος κάναβος, ενώ εκλύονται καπνοί και προβολείς στρατοπέδου περιστρέφουν τις φωτεινές τους δεσμίδες πάνω στο κοινό και προς τη σκηνή, αναδεικνύοντας τη σκοτεινή σκηνογραφική δημιουργία του Μίχαελ Ζίμον.
Η διαπερατότητα των ιστορικών επιστρώσεων
Η παράσταση «Σλήμαν ΙΙΙ» αξιοποιεί τις ανασκαφικές λεπτομέρειες που αφηγείται στα γραπτά του ο ίδιος ο Σλήμαν από τα έτη 1871-1873, παράλληλα με την ιδέα της αλληλοδιείσδυσης ιστορικών στρωμάτων σε ενιαία σύνθεση που μοιάζει με «ιστορική ταπισερί» ή με bricolage. «Διαβάζοντας την αναφορά ανασκαφής του Σλήμαν, ήμουν μάλλον σοκαρισμένος από την αλαζονεία του, τη μεγαλομανία και τις μεθόδους δουλειάς του» δηλώνει χαρακτηριστικά ο Γκέμπελς, προδίδοντας παράλληλα και τη δική του λαγνεία για την «ανασκαφή» υλικού, ηχογραφήσεων, παλιών μαγνητοταινιών ηλικίας 40 ετών. Φέρνοντας αυτήν την εμπειρία στο σήμερα, επιλέγει μια μη γραμμική συνύπαρξη αυτών των ποικίλων πηγών και υλικών, γεγονός που ανοίγει πολύ την «ψαλίδα» ερμηνευτικής προσέγγισης του έργου του και του προσδίδει μεγάλο βαθμό ασάφειας.
![]() |
|
© Bernd Uhlig |
Τα ανασκαφικά στρώματα του Χισαρλίκ (σημερινή ονομασία της αρχαίας Τροίας) αντιστοιχούν στις «διατομές» χρόνου που επιχειρεί ο Γκέμπελς στη σύνθεσή του: στην κατεύθυνση αυτήν επιστρατεύονται αρχαḯζοντες ύμνοι αμφιβόλου προελεύσεως, ο κατάλογος των πόλεων που συμμετείχαν με καράβια στην τρωϊκή εκστρατεία, αποσπάσματα από την όπερα «Les Troyens» του Εκτόρ Μπερλιόζ σαν μια αναζήτηση του «χώρου» που μεσολαβεί ανάμεσα στο θέατρο και την όπερα, ηλεκτρονικά ηχητικά δείγματα και προηχογραφημένα κομμάτια, βαλκανικά και ανατολίτικα ακούσματα, αλλά και θόρυβοι από οικοδομικά υλικά και εργαλεία των σκαπανέων, ακόμη και ποίηση του Καβάφη: μετά από πρόταση δική της, και για να εισαγάγει τον θεατή στην τελική σκηνή (πράγμα που μου φάνηκε τελείως ξεκάρφωτο, για να είμαι ειλικρινής), η Λυδία Κονιόρδου τραγούδησε τους πρώτους τρεις στίχους από το «Μακριά» του Κ. Π. Καβάφη (1914), στη δημώδη μελοποίηση του Θανάση Μωραΐτη: «Θα ’θελα αυτήν την μνήμη να την πω… Μα έτσι εσβήσθη πια… σαν τίποτε δεν απομένει – γιατί μακριά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται».
Περί των Εγγράφων Σλήμαν
Η πρώτη δημοσίευση του Ernst Meyer με τμήματα των σημειώσεων του Σλήμαν εμφανίστηκε το 1936 και συνοδεύτηκε από τη νέα προσθήκη του βιβλίου Selbstbiographie (το πρωτότυπο του 1892 το επιμελήθηκε η ίδια η Σοφία Schliemann). Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ο Meyer υπηρετούσε ως αξιωματικός στον γερμανικό στρατό, εκμεταλλεύτηκε τη συγκεχυμένη κατάσταση και αφαίρεσε ορισμένους τόμους της αλληλογραφίας του Σλήμαν από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, επιστρέφοντάς τους στο Μεκλεμβούργο-Σβερίν της Γερμανίας. Περιέργως, όταν τα αρχεία άνοιξαν ξανά το 1948, οι φάκελοι βρέθηκαν άδειοι. Ανάμεσα στο 1952 και το 1957 ανακτήθηκε μέρος του υλικού, ενώ τα πνευματικά δικαιώματα περιήλθαν στη δεύτερη σύζυγο του αρχαιολόγου, τη Σοφία Αντωνοπούλου-Schliemann. Στο μεταξύ, η πολύ ηλικιωμένη πρώτη σύζυγος Schliemann-Μελά είχε παραδώσει τα πνευματικά δικαιώματα των εγγράφων του πατέρα της στους γιους της.
Καθώς ο αριθμός των ερωτημάτων σχετικά με τα Έγγραφα Schliemann πολλαπλασιαζόταν, η πολιτική πρόσβασης μετετράπη σε περίπλοκο ζήτημα. Στις 15 Ιουνίου 1960, ο Peter Topping, βιβλιοθηκάριος της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, έγραψε μια έκθεση στον Henry Robinson, Διευθυντή της ASCSA, σχετικά με την κατάθεση, την κατάσταση και την ανάγκη διατήρησης των Εγγράφων Schliemann. Την ίδια χρονιά, η διοίκηση της Γενναδείου Βιβλιοθήκης αποφάσισε να κλείσει τη συλλογή. Ο λόγος αυτής της δραστικής ενέργειας ήταν η «έλλειψη σαφήνειας ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή η συλλογή μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη Γεννάδειο». Μόνο ο Ernst Meyer διατήρησε την πρόσβαση στα έγγραφα (S.A.H. Kennell, «Schliemann and his papers. A tale from the Gennadeion Archives», Hesperia 76, 2007)
Ο Χάινερ Γκέμπελς
Ο Heiner Goebbels γεννήθηκε το 1952 στο Neustadt/Weinstrasse και από το 1972 ζει στη Φρανκφούρτη/Μάιν. Σπούδασε κοινωνιολογία και μουσική. Μετά από εκτεταμένη δισκογραφική παραγωγή ως μουσικός της τζαζ, συνέθεσε μουσική για θέατρο, μπαλέτο και κινηματογράφο. Δημιούργησε μαζί με τον Michael Simon τα μουσικοθεατρικά έργα «Newtons Casino» το 1990, «Roemische Hunde» το 1991 και «Industry & Idleness» το 1996. Το 1993, το μουσικοθεατρικό έργο «Ou bien le débarquement désastreux» και το 1995 το «Die Wiederholung» και το «Schwarz auf Weiss». Η μοναδική του εμφάνιση έως σήμερα στο δικό μας Φεστιβάλ ήταν στο στάδιο των Δελφών κατά τις Θεατρικές Ολυμπιάδες με το έργο «The Liberation of Prometheus», σε κείμενο του Heiner Müller, το 1995. Το 1997 σχεδίασε το μουσικό θέατρο «Landscape with man being killed by a snake» και το 1997 το «Schliemann's Scaffolding» στην Αθήνα και τον Βόλο (το πρώτο μέρος της τριλογίας, τρίτο μέρος της οποίας είναι το εφετινό «Schliemann ΙΙΙ»).
![]() |
|
© Karol Jarek |
Το 2002 ανέβηκε η πρώτη του όπερα «Landschaft mit entfernten Verwandten» και το 2003 το ορχηστρικό του κομμάτι «Aus einem Tagebuch». Το 2004 παρουσίασε το «Eraritjaritjaka - museé des phrases» σε κείμενα του Ηλία Κανέτι, το οποίο απολαύσαμε στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση το 2014 – κι εκείνο αποτελούσε το τρίτο μέρος μιας τριλογίας τα δύο πρώτα μέρη της οποίας είχαν τους τίτλους «Or the hapless landing» (1993) και «Max Black» (1998). Το 2007 έκανε πρεμιέρα στην performative εγκατάσταση «Stifters Dinge» – μια παραγωγή μουσικού θεάτρου χωρίς ερμηνευτές, μουσικούς ή ηθοποιούς και το 2007 στη σκηνοθετημένη συναυλία «Songs of Wars I have seen» σε στίχους της Gertrude Stein. Το 2008 ανέβασε το «I went to the house but didn't enter». Ακολούθησαν, το 2012 το «Όταν το Βουνό άλλαξε τα ρούχα του» και το «John Cage: Europeras 1&2», το 2013 το «Harry Partch: Delusion of the Fury», το 2014 το «Louis Andriessen: De Materie», το 2018 την εγκατάσταση ήχου και βίντεο «Landschaftsstücke» και την παράσταση «Everything that happen and would happen». Το 2020 συνέθεσε τον ορχηστρικό κύκλο «A House of Call», τα ραδιοφωνικά έργα «Orakelmaschine» και «Gegenwärtig lebe ich allein», τις ηχητικές εγκαταστάσεις «Timée» και «Fin de Soleil» για το Μπωμπούρ στο Παρίσι και το μουσικοθεατρικό έργο «Hashirigaki». Φέτος παρουσιάζει στην Μπογκοτά της Κολομβίας το έργο «Do you remember do you no I don’t».
Από το 1999 ο Γκέμπελς ασχολείται με την προώθηση των συνθηκών και των δομών της σύγχρονης θεατρικής εκπαίδευσης, ως συνιδρυτής αρκετών συνεργατικών δομών όπως η Ακαδημία Θεάτρου της Έσσης, η Ακαδημία Κινηματογράφου και Μέσων Ενημέρωσης της Έσσης, η tanzlabor_21 και το Frankfurt LAB. Το 2018 διορίστηκε ως ο πρώτος καθηγητής Εφαρμοσμένων Θεατρικών Σπουδών στην έδρα Georg Büchner του Πανεπιστημίου Justus Liebig του Gießen. Από το 2006 έως το 2018 χρημάτισε Πρόεδρος της Θεατρικής Ακαδημίας Έσσης. Για τα έτη 2012, 2013, 2014, ο Heiner Goebbels εργάστηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής για το Ruhrtriennale - Διεθνές Φεστιβάλ Τεχνών. Το 2012 τιμήθηκε με το Διεθνές Βραβείο Ίψεν από τη Νορβηγική Κυβέρνηση – και αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Πόλης του Μπέρμιγχαμ. Στο έργο του επηρεάστηκε πολύ από τη Γερτρούδη Στάιν.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Σύνθεση – Σκηνοθεσία: Heiner Goebbels
Σκηνικά – Κοστούμια – Σχεδιασμός φωτισμού: Michael Simon
Δραματουργία Stephan Buchberger
Βοηθός σκηνοθέτη: Αλίκη Στενού
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Ελπίδα Δαλιάνη
Ήχος: Willi Bopp
Σχεδιασμός βίντεο: René Liebert
Παίζουν: Ακύλλας Καραζήσης, Ανδρομάχη Φουντουλίδου
Τραγουδούν: Λυδία Κονιόρδου, Άγγελος Κυδωνιεύς κόντρα τενόρος
Μουσικοί: Ανέστης Μπαρμπάτσης μπουζούκι, Φίλιππος Φασούλας κλαρίνο
























