
Για την παράσταση του Γουίλιαμ Λους (William Luce) «Barrymore: Ο άνθρωπος πίσω από το θρύλο», σε σκηνοθεσία Φοίβου Σαμαρτζή, στο θέατρο «Άνεσις».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Ο Τζιν Φάουλερ τιτλοφόρησε τη βιογραφία του για τον Τζον Μπάριμορ (1882-1942) «Καληνύχτα, γλυκέ πρίγκιπα» (ο τίτλος είναι στίχος από τον «Αμλετ»). Ο συγγραφέας William Luce έγραψε το βιογραφικό μονόδραμα «Barrymore», που είδα στο θέατρο «Άνεσις» στην πολύ καλή μετάφραση και σκηνοθεσία του Φοίβου Σαμαρτζή. Το έργο, που ανεβαίνει για πρώτη φορά στην Ελλάδα, αφορά τον θρυλικό παππού της Ντριου Μπάριμορ, το διασημότερο μέλος της ομώνυμης δυναστείας που χαρακτηρίστηκε ως «η βασιλική οικογένεια του θεάτρου».
Το πρώτο ανέβασμα του έργου έγινε στο Φεστιβάλ Σαίξπηρ του Στράτφορντ το 1996 και κέρδισε πολλά βραβεία στο Μπρόντγουεϊ το 1997, συμπεριλαμβανομένου ενός βραβείου Tony για τον πρωταγωνιστή Κρίστοφερ Πλάμερ (σκηνοθεσία του Τζιν Σακς). Μετά από 15 χρόνια ο βραβευμένος ηθοποιός πρωταγωνίστησε και στην ομώνυμη ταινία του Έρικ Κανουέλ. Το «Barrymore» διαδραματίζεται τρεις μήνες μετά το Περλ Χάρμπορ (29 Μαΐου 1942) και δυο μήνες πριν από τον θάνατο του Μπάριμορ, όταν ο εξηντάχρονος ηθοποιός (Δημήτρης Καταλειφός), μετά από χρόνια αποχής από το θέατρο, ενοικιάζει έναν άθλιο χώρο για να κάνει πρόβες στον σαιξπηρικό «Ριχάρδο τον Γ’» μπροστά σ’ ένα φανταστικό κοινό. Για βοηθό του έχει προσλάβει τον νεαρό Φρανκ (Δημήτρης Τσιγκριμάνης) που μιλά εκτός σκηνής στο μεγαλύτερο μέρος του έργου. Εκεί θα εκφωνήσει έναν παραληρηματικό μονόλογο, όπου θα αποκαλύψει την τρωτή ανθρώπινη υπόστασή του, απομυθοποιώντας το ίνδαλμα που κάποτε υπήρξε. Θα προσπαθήσει να κλείσει «ανοιχτούς λογαριασμούς» του με το παρελθόν και θα διεκδικήσει για τελευταία φορά το χειροκρότημα του κοινού προτού οριστικά χαθεί στο σκοτάδι της πλατείας.
«Το βασίλειό μου για ένα άλογο»
Ο Τζoν Μπάριμορ χρειάζεται ισχυρή παρακίνηση, γιατί πλέον δεν θυμάται τις ατάκες του έργου. Ήδη από τους πρώτους στίχους του «Ριχάρδου Γ’» («Τώρα είναι ο χειμώνας της δυσαρέσκειάς μας...») ο Φρανκ δίνει την ατάκα «Τώρα», και ο Μπάριμορ απαντά, «Ναι, ή τώρα ή ποτέ!». Ο Μπάριμορ δεν μπορεί να απαγγείλει ούτε μια λέξη από τον διάσημο μονόλογο και απλώς επαναλαμβάνει συνεχώς ό,τι λέει ο Φρανκ, μια λέξη τη φορά. Χρειάζεται υποστήριξη ακόμη και για να θυμηθεί τα ονόματα των τεσσάρων πρώην συζύγων του: από αυτές νοσταλγεί μόνο τη Ντολόρες – που ήταν πολύ καλή για τα δικά του μέτρα: η αυτολύπηση είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του ιστριονικού ανθρώπου. Με ειρωνεία ανακαλεί τη θεατρικότητα των γονιών του όταν ήταν παιδί – και οι δυο τους ήταν ηθοποιοί, ενώ η γιαγιά του διηύθυνε ένα θέατρο, την «οικογενειακή επιχείρηση», όπως την αποκαλεί, όπου και ο ίδιος συμμετείχε ως ηθοποιός από τα δεκατέσσερά του. Έχασε στα έντεκά του τη μητέρα του και η μητριά του ουσιαστικά «του πήρε την παρθενιά» ενόσω ήταν ακόμη προέφηβος και εν γνώσει του πατέρα του. Αναφέρεται στα αδέρφια του Έθελ και Λάιονελ, στην πρώτη του επιτυχία με τον «Ριχάρδο Γ’», στον αλκοολισμό που τον εμπόδισε να αξιοποιήσει το ταλέντο του. Στο ύφος και στο σκηνικό στήσιμο, το «Barrymore» παραπέμπει, πολύ έμμεσα όμως, στον «Αμπιγιέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ, καθώς οι βαριές βελούδινες αυλαίες είναι μαζεμένες, μια κεφαλή αλόγου κυριαρχεί μαζί με ένα βάθρο, έναν θρόνο κι ένα στέμμα, ενώ τα κοστούμια στην γκαρνταρόμπα και ο καθρέφτης παραπέμπουν σε καμαρίνι ηθοποιού.

Ο λυρικός μονόλογος του Μπάριμορ είναι γεμάτος από πνευματώδη σχόλια τύπου Όσκαρ Ουάιλντ: ευφυολογήματα που αφορούν τα γηρατειά, τους αποτυχημένους του γάμους και τις διατροφές που πληρώνει μετά το διαζύγιο, τη ζωή στις show business, τον εθισμό του στο αλκοόλ και τη χαλαρή του καριέρα. Ο συγγραφέας επιστρατεύει one-liners, τραγούδια και limericks, κάνοντας μια χιουμοριστική περιπλάνηση σε διάφορες πτυχές της προσωπικής κι επαγγελματικής ζωής του ήρωά του, παραθέτοντας θραύσματα μνήμης και στιγμιαίες αναλαμπές. Στην Γ’ Πράξη του «Ριχάρδου Γ’» ο Μπάριμορ κατευθύνεται προς τον θρόνο και δεν μπορεί να θυμηθεί πότε κοιμάται, πότε φορά το στέμμα και πότε αναζητά ένα άλογο: εδώ εισβάλλει το υπερρεαλιστικό στοιχείο στη γραφή του έργου, που θα αξιοποιηθεί ως αρχή μιας ιλιγγιώδους υπαρξιακής καταβύθισης. Τα επίπεδα θεατρικότητας πολλαπλασιάζονται γρήγορα, το μεταθεατρικό παιχνίδι ενεργοποιείται κι αυτό, και το αποτέλεσμα είναι ένα θέατρο που «κρυφοκοιτάζει» τον εαυτό του σε μια από σκηνής προσωπική αναμέτρηση με τον θάνατο.
H ιεροτελεστία του παρασκηνίου
Ο «αόρατος» υποβολέας Φρανκ είναι, κατά την άποψή μου, το σπουδαιότερο σκηνικό εύρημα με το οποίο ο Γουίλιαμ Λους προσέδωσε αξιοσημείωτη πυκνότητα στο έργο του. Αυτή η φωνή που έρχεται από τα παρασκήνια θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως «καθρέφτης», ως «φωνή της συνείδησης», ως «πάσχουσα μνήμη», ως «απόηχος παλαιότερων παραστάσεων», ως «ψευδαίσθηση/όραμα», ως «ψυχαναλυτής», ως «υπογράμμιση της υπαρξιακής μοναξιάς», ακόμη και ως αλληγορία του «άνδρα με το λευκό νυχτικό» που για τον Μπάριμορ συμβολίζει τον θάνατο από τα παιδικά του χρόνια, τότε που ο αδελφός του Λάιονελ τον τρόμαζε φορώντας το νυχτικό της γιαγιάς τους. Η απώλεια του πάλαι ποτέ σκηνικού μεγαλείου, η αγανάκτηση του πιστού υποβολέα, η πιθανή παραίτησή του και η τελική παραμονή του στα παρασκήνια (σαν μια διαρκής αναβολή της πτώσης του τέλους), όλα αυτά παράγουν μια τελεστική διάσταση πολύ σημαντική. Ο Φοίβος Σαμαρτζής, σε συνεργασία με τη θαυμάσια μουσική του Νείλου Καραγιάννη, κατορθώνει να στήσει αυτήν την ιεροτελεστία. Στο εξαιρετικό αποτέλεσμα συμβάλλουν καθοριστικά τα υπέροχα σκηνικά του Ντέιβιντ Νέγκριν και οι υποβλητικοί φωτισμοί του Αργύρη Θέου.

Η εναλλαγή ειρωνείας και βαθιάς μελαγχολίας είναι κεντρικό χαρακτηριστικό του έργου: το να αναμετρηθείς ειλικρινά με το τέλος του «μύθου» σου δεν είναι εύκολη υπόθεση, όσο δε για τους ναρκισσευόμενους ηθοποιούς αυτό συνιστά αιτία οριστικής κατάρρευσης. Ο κύριος Καταλειφός κατορθώνει, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη, να φιλοτεχνήσει μια σατιρική εκδοχή του χαρακτήρα, ώστε να εξισορροπήσει το δραματικό υπαρξιακό «βύθισμα» συνειδητοποίησης που επιτελείται επί σκηνής. Ενώ εκφωνεί τις πιο δραματικές ατάκες, τις διανθίζει με μορφασμούς όλο χιούμορ και αυτοσαρκασμό, ενώ η κινησιολογία της Μαρίζας Τσίγκα τον οδηγεί σε ανέλπιστες πιρουέττες, γεμάτες χάρη και φυσικότητα. Ο σπουδαίος ηθοποιός, σε μια κορυφαία στιγμή της καριέρας του, κατορθώνει να ενσαρκώσει αυτήν την περίπλοκη προσωπικότητα με ευαισθησία και χιούμορ, με καταβολή όλων των ψυχικών του δυνάμεων και με μεγάλη δόση ανθρωπιάς. Θαυμάσιος ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης, μετρημένος και ακριβής στις ατάκες του, πλάθει τον ρόλο του Φρανκ ως ρόλο-«αντίβαρο» που βγάζει τον θεατή από τη γραμμική μονολογικότητα και ενθρονίζει μια ανθρώπινη συνάφεια στην «απρόσωπη» σχέση με τον πρωταγωνιστικό θεατρικό ρόλο.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Συγγραφέας: William Luce
Σκηνοθεσία/Μετάφραση: Φοίβος Σαμαρτζής
Μουσική: Νείλος Καραγιάννης
Σκηνικά/Κοστούμια: Ντέιβιντ Νέγκριν
Κίνηση/Χορογραφία: Μαρίζα Τσίγκα
Φωτισμοί: Αργύρης Θέος
Βοηθός Σκηνογράφου: Ξένια Κούβελα
Φωτογραφίες/Trailer: Πάτροκλος Σκαφίδας
Γραφιστική Επιμέλεια: Μάριος Γαμπιεράκης (Μαύρα Γίδια)
Διεύθυνση Παραγωγής: Ιωάννης Παντελίδης
Στον ρόλο του John Barrymore ο Δημήτρης Καταλειφός
Στον ρόλο του Φρανκ ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης






















