
Για την παράσταση του Σαμ Σέπαρντ (Sam Shepard) «To ψέμα του μυαλού», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη, στο Σύγχρονο Θέατρο.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο Σύγχρονο Θέατρο είδα το εξαιρετικό ανέβασμα του έργου του Σαμ Σέπαρντ «Το ψέμα του μυαλού» από την ομάδα Νάμα της Ελένης Σκότη. Είτε προσεγγίσει κανείς αυτό το έργο της δεκαετίας του ’80 ως αλληγορικό μαγικό παραμύθι, είτε ως κοινωνιολογικό σχόλιο για την απομυθοποίηση της αμερικανικής επαρχίας, είτε ως σχόλιο για τον ψυχολογικό μηχανισμό άμυνας που λέγεται ψευδαίσθηση, στην ουσία το έργο μάς αφορά σήμερα πολύ. Κι αυτό, επειδή είναι ένα έργο «κωμικά θλιβερό ή άγρια αστείο», πράγμα που φαντάζει φυσιολογικό στα δεδομένα του αμερικανικού (και διευρυμένου και στα καθ’ ημάς) ιντιβιντουαλισμού.
Δεν πρόκειται για κάποια παραίσθηση κινδύνου, αλλά για μια πικρή σάτιρα αποδόμησης των βεβαιοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου που αναδιπλώνεται στον εαυτό του κατασκευάζοντας ένα εικονικό σύμπαν, μια σάτιρα που σήμερα (με τον ανισόρροπο πλανητάρχη που αποσαθρώνει τους θεσμούς και εξαπολύει πολέμους, ενώ αυτοβραβεύεται με Νόμπελ Ειρήνης χωρίς την άδεια κανενός) επικαιροποιείται πολύ ανησυχητικά: τα αποπροσανατολισμένα και παραπληροφορημένα πλήθη φοβούνται, φοβούνται ακόμη και τον ίσκιο τους, δεν έχουν την παραμικρή μεταφυσική ή πολιτική στέγαση, νιώθουν έρμαια στα χέρια παρανοϊκών ηγετών.
Δομή του έργου και χαρακτήρες
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό έργο που η κυρία Σκότη το διαχειρίζεται δεξιοτεχνικά, επιστρατεύοντας μια πολύ καλή μετάφραση και μια λειτουργική σκηνογραφία (αμφότερα του Γιώργου Χατζηνικολάου). Το θέμα είναι η οικογένεια με όλες της τις ψευδαισθήσεις – κοινό θέμα και των έργων "Burned child" («Θαμμένο παιδί») και "True West" του Σέπαρντ. Μέχρι το ’85 ο συγγραφέας είχε φλερτάρει την υπερρεαλιστική γραφή, ενώ στο «Ψέμα του μυαλού» εισβάλλει ένας άγριος, παραισθητικός σχεδόν ρεαλισμός, εμπνευσμένος από τον αποδιοργανωμένο κοινωνικό ιστό των κατοίκων των Μεσοδυτικών Πολιτειών. Δύο οικογένειες δρουν παράλληλα σε δυο διαφορετικές πολιτείες των Η.Π.Α.: με μιαν άναρχη, εφιαλτική αφήγηση, κατ’ ουσίαν τα γεγονότα δεν είναι ακραία δραματικά, όμως και τα οκτώ πρόσωπα τα βιώνουν στον υπέρτατο βαθμό τραγικότητας, με μιαν υπερβολή και ένα τέτοιο έλλειμμα μνήμης που τους μεταφέρει στα όρια του λούμπεν και της διανοητικής υστέρησης. Αντίστοιχα, το έργο κινείται στη σφαίρα της μαύρης κωμωδίας: το χιούμορ του Σέπαρντ είναι σκόπιμα νοσηρό, εφόσον η αλήθεια καθενός είναι απολύτως πεπλανημένη και όλοι αντιδρούν με απονενοημένη βία χωρίς αυτό να επιβάλλεται από την αντικειμενική πραγματικότητα.

Το προσωπικό ερμηνευτικό αφήγημα, δηλαδή το «ψέμα του μυαλού» καθενός, στην ουσία είναι ένας μηχανισμός επιβίωσης, που συμπαρασύρει και την ακρίβεια της μνήμης του. Ο μέσος Αμερικανός ζει το παραλήρημα της εθνικής αυτάρκειας, της υπεροχής έναντι των άλλων ηπείρων, της επιστημονικής κατάκτησης της φύσης, της διαστημικής εποποιίας, του lone ranger που δεν γνωρίζει αναστολές και δυσκολίες, του υπερανθρώπου της πρακτικής ζωής, του πλουτισμού ως αυτοσκοπού. Η κακοποίηση, η λατρεία για τον κακοποιητή (το σύνδρομο της Στοκχόλμης), η παθολογική ερωτική ζήλεια, η αδυναμία σύνδεσης και έκφρασης γνήσιων συναισθημάτων, η παθολογική αφέλεια και η προσφυγή στην ψευδαίσθηση και το αλκοόλ, η οπλοφορία και η καταχρηστική χρήση των όπλων, το τραύμα του macho αρσενικού που συνδέεται με την τοξική αρρενωπότητα, το σκοτεινό image μιας πατρίδας ηθικά αποσυναρμολογημένης, το ευλαβικό δίπλωμα της αμερικανικής σημαίας που συμβολίζει μόνο το ψεύδος, όλα αυτά συμπληρώνουν τον θεματικό και ιδεολογικό ορίζοντα του έργου.
Σκηνογραφία-κίνηση-ερμηνείες
Η σκηνή χωρίζεται στα δύο: οι σκηνικές λύσεις είναι αφαιρετικές, όμως και τα μικρά προπς διαδραματίζουν τον ρόλο τους. Η φάρμα στα βουνά της Μοντάνα είναι ξύλινη και από το παράθυρό της το χιόνι πέφτει σαν ψεύτικο, ενώ θηράματα κρεμασμένα σε τσιγκέλια κυριαρχούν στη σκηνή, ένα μισό ελάφι, ένα ζαρκάδι, κάποιες αλεπούδες. Στις σκηνικές λεπτομέρειες πρέπει να επισημάνω το ευφυές φωτιστικό του παιδικού δωματίου στη Νότια Καλιφόρνια, με τα μαχητικά αεροπλανάκια (σαφής υπαινιγμός για τον χαζοχαρούμενο, φονικό νεαρό yankee), τα επιτραπέζια παιχνίδια και τη μπάλα του μπέιζμπολ, την τεφροδόχο με τη στάχτη του πατέρα (που ουσιαστικά τον έχει ξεκάνει ο γιος προκαλώντας τον ανταγωνισμό του σ’ ένα αγώνα ποτού) και τα κουτιά με τις οικογενειακές φωτογραφίες, την αφίσα με τον Superman αναρτημένη και το φτηνό, δευτεροκλασάτο ντύσιμο της τεράστιας φροϋδικής μάνας που νταντεύει τον γιο με το άλυτο οιδιπόδειο.

Οι μουσικές επιλογές του Άγγελου Αγγελίδη κινούνται στην ατμόσφαιρα του Midwest (είναι χαρακτηριστικά τα μέρη από το Paris Texas του Ry Cooder, που πλαισιώνουν τη δράση). Η κινησιολογική επιμέλεια της Μαργαρίτας Τρίκκα προσθέτει την τελική πινελιά στη μεταμοντέρνα προσέγγιση της Ελένης Σκότη. Σήμερα, που η βία είναι ο κανόνας, ένα τέτοιο έργο αναγιγνώσκεται μέσα από ένα ποιητικό, ελεύθερο πρίσμα, που επιτρέπει έως και το σπλάτερ (όπως σε κάποιες σκηνές με το τεμαχισμένο ελάφι στο πάτωμα, ή στις εκπυρσοκροτήσεις του όπλου με παράλληλη προβολή αιματηρής κηλίδας, ή στη συνεχή παρουσία ενός ποδιού που αιμορραγεί επί σκηνής, ή ακόμη και στα ξεσπάσματα του ήρωα με τα σώβρακα και την ηλεκτρική κιθάρα).
Την παράσταση κλέβει η Κατερίνα Γιαμαλή στον ρόλο της τοξικά προσηλωμένης στον γιο της Λορέιν – ξεκαρδιστική, εκρηκτική, ταυτόχρονα βαθύτατα αληθινή, με μια σκηνική άνεση που αφήνει άναυδους τους θεατές.
Ο Γιώργος Τριανταφυλλίδης χτίζει μια δυναμική προσωπική ερμηνεία στον ρόλο του ψυχωσικού Τζέικ, μιαν ερμηνεία που επιστρατεύει μεν την υπερβολή αλλά τελικά πείθει, εφόσον όλο το έργο διακρίνεται για την υπερβολή του. Η Μαρία Δαμασιώτη είναι αισθαντική μέσα στο τραύλισμά της και δεόντως τραγική ως Μπεθ. Ο Μελέτης Γεωργιάδης ερμηνεύει άψογα τον ρόλο του «πραγματικού αμερικανού καουμπόη» πατέρα Μπέιλορ. Η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, αφοπλιστικά αφελής, με πολύ χιούμορ ενσαρκώνει τη σχεδόν ανοϊκή σύζυγό του Μεγκ. Η Ήβη Νικολαΐδου εξαιρετική στον ρόλο της Σάλι και ο Ορέστης Τζιόβας ανεπανάληπτος στον ρόλο του Μάικ: οι δύο ηθοποιοί που παίζουν τα αδέρφια του Τζέικ είναι απόλυτα συντονισμένοι στο να αποδώσουν την πιο «γειωμένη» προσέγγιση της πραγματικότητας. Την παράσταση κλέβει η Κατερίνα Γιαμαλή στον ρόλο της τοξικά προσηλωμένης στον γιο της Λορέιν – ξεκαρδιστική, εκρηκτική, ταυτόχρονα βαθύτατα αληθινή, με μια σκηνική άνεση που αφήνει άναυδους τους θεατές.
Λίγα για το έργο και τον συγγραφέα
Όταν ο Σαμ Σέπαρντ σκηνοθέτησε την αρχική παραγωγή του έργου του "A lie of the mind", το 1985, στο New York's Promenade Theatre, επιστράτευσε τους ηθοποιούς Harvey Keitel, Aidan Quinn, Amanda Plummer, Will Patton, Geraldine Page, Karen Young, James Gammon και Ann Wedgeworth, αποσπώντας το Βραβείο Θεατρικών Κριτικών της Νέας Υόρκης για το καλύτερο έργο της χρονιάς. Εκείνη τη χρονιά μια ομαδική φρενίτιδα και μια ψευδαίσθηση άνευ προηγουμένου ερχόταν μαζί με την προεδρία του Ρήγκαν στις Η.Π.Α. Το έργο, που αφορούσε συναισθηματικά τραυματισμένους νεαρούς άνδρες και τις επίσης τραυματισμένες γυναίκες τους, διήρκεσε αρχικά έξι ώρες: ο ίδιος το θεώρησε αυτό μειονέκτημα, αδεξιότητα, και γι’ αυτό το αμέσως επόμενο έργο του (Ages of the moon), που έθιγε τα ίδια θέματα, διήρκεσε 80 λεπτά.

Το "A lie of the mind} αναβίωσε για πρώτη φορά σε Off Broadway εκδοχή, σε σκηνοθεσία Ethan Hawke, στο Θέατρο Acorn. Στην Ελλάδα για πρώτη φορά το ανέβασε ο Τάσος Μπαντής, το 2004, στο θέατρο «Εμπρός»: η παράσταση εκείνη είχε αφήσει εποχή με μια εμβληματική διανομή που περιλάμβανε τους Δημήτρη Καταλειφό, Μάνια Παπαδημητρίου, Κωνσταντίνο Μαρκουλάκη και Αγγελική Παπαθεμελή. Η ομάδα Νάμα έχει, επίσης, ανεβάσει την «Κατάρα των πεινασμένων» του Σέπαρντ στο «Επί Κολωνώ».
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Ταυτότητα παράστασης
Μετάφραση: Γιώργος Χατζηνικολάου
Σκηνοθεσία: Ελένη Σκότη
Σκηνικά, συνεργάτης σκηνοθεσίας: Γιώργος Χατζηνικολάου
Κοστούμια: Γιώργος Χατζηνικολάου, Μαρία Αναματερού
Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος
Κίνηση: Μαργαρίτα Τρίκκα
Μουσική & Sound design: Άγγελος Αγγελίδης
Φωτογραφίες: Νικόλας Κωστής, Γιώργος Χατζηνικολάου
Βοηθοί σκηνοθέτιδος: Μαρίνα Δημητριάδη, Εβελίνα Μαντή, Θαλασσινή Μπιτσάνσκι
Σχεδιασμός οπτικής ταυτότητας: Ιωάννης Κ. Τσίγκας
Τρέιλερ παράστασης: Νικόλας Κωστής
Social Media: Loox Media
Επικοινωνία-Προβολή στα Μ.Μ.Ε: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Βοηθός παραγωγής: Μαρία Φιλοπούλου
Διεύθυνση Παραγωγής: Μαρία Αναματερού
Παραγωγή: Ομάδα Νάμα
Παίζουν οι ηθοποιοί: Μελέτης Γεωργιάδης, Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη, Κατερίνα Γιαμαλή, Ορέστης Τζιόβας, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Βαγγέλης Αμπατζής, Ήβη Νικολαΐδου, Μαρία Δαμασιώτη




















