
Για την παράσταση του Γκέοργκ Κάιζερ (Georg Kaiser) «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα», σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, στο θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου». ©Πάτροκλος Σκαφίδας
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο θέατρο «Κατερίνα Βασιλάκου» είδα, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, την άγνωστη μέχρι σήμερα στην Ελλάδα μαύρη κωμωδία του γερμανικού εξπρεσιονισμού «Εκείνος που έκλεψε τη μέρα και πλήρωσε τη νύχτα» («Von morgens bis mitternachts») του Γκέοργκ Κάιζερ (1916). Το έργο αυτό (που συνάντησε έντονους τους φραγμούς της γερμανικής λογοκρισίας της εποχής του) έχει τη δομή ενός «Δράματος Σταθμών»: ο ήρωας, ένας άθλιος τραπεζικός υπάλληλος που πλήττεται από κρίση μέσης ηλικίας και φεύγει αναζητώντας μάταια κάποιαν ανανέωση, σταθμεύει σε διαφορετικά σημεία μέχρι να φτάσει στο σκοτεινό τέλος – πρόκειται για μια κλασική αφηγηματική τεχνική της Τραγωδίας και κατά κάποιον τρόπο θυμίζει και τα πάθη του Χριστού. Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο πρωταγωνιστικός αυτός χαρακτήρας είναι βιβλική, γεμάτη με κλασικές νύξεις αναγέννησης και αναδημιουργίας, ενώ, αντίθετα, οι πράξεις του εντάσσονται στην πλευρά ενός απόλυτου ηδονισμού – μιας «κοσμικής ανανέωσης» και όχι μιας «πνευματικής ανανέωσης».
![]() |
|
© Πάτροκλος Σκαφίδας |
Το έργο είναι διαποτισμένο από πικρία για μια κοινωνία που έχει εμμονή με τον καταναλωτισμό και την αξία του χρήματος εις βάρος του πνεύματος. Διαπνέεται από μια διάθεση «ανανέωσης» ή (θρησκευτικής) «αναγέννησης» που ουδέποτε πραγματώνεται. Το ζήτημα είναι πως αυτό το τόσο γριφώδες και σχηματικό έργο δεν αγγίζει το αίσθημα του σύγχρονου κοινού – εκτός εάν κανείς το συνδέσει νοηματικά με την αλλοτρίωση που υφίσταται ο άνθρωπος στη σημερινή, όψιμη εκδοχή του καπιταλισμού. Ο ήρωας είναι τόσο αποπροσανατολισμένος ώστε πρέπει, κατά την άποψή μου, να ερμηνεύεται/αποδίδεται ως κενός και απόλυτα τραγικός – το τέλος του πρέπει να φαντάζει τόσο ασήμαντο, τόσο αξιολύπητο, που να καταντά σχεδόν κωμικοτραγικό.
Η περίπτωση ενός κοινού ανθρώπινου τύπου χωρίς όνομα
Μια κομψή Ιταλίδα κυρία μπαίνει σε μια Τράπεζα για να κάνει ανάληψη χρημάτων, αλλά ο Διευθυντής της Τράπεζας τη σαρκάζει, εφόσον δεν έχει λάβει καμία ανακοίνωση που να επιτρέπει αυτήν την εκταμίευση. Ο υλικός κόσμος ενσαρκώνεται στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας, σε αντίθεση με τον μονότονο ανδροκρατούμενο κόσμο της Τράπεζας. Ο Ταμίας γοητεύεται από την κυρία και συγκρίνει τη λάμψη της με τη βαρετή ζωή του, σαν άλλος Άμλετ, λέγοντας: «Ένα τέτοιο άτομο συνιστά στ’ αλήθεια ένα θαύμα». Ο τρόπος με τον οποίον ο συγγραφέας εξεικονίζει τον Ταμία και την Τράπεζά του παραπέμπει, εξαρχής, σε «χαλύβδινο θάλαμο», σε ένα θησαυροφυλάκιο που θυμίζει φυλακή. Κάθε μέρα της εργασιακής ζωής του μετατρέπει τον Ταμία σε εξάρτημα στο γρανάζι ενός μηχανισμού γραφειοκρατικής αποστέγνωσης.
Μια ζητιάνα έρχεται στην τράπεζα για να ζητιανέψει χρήματα. Ο Ταμίας τη βλέπει σαν ενσάρκωση του θανάτου. Και τότε αποφασίζει να κλέψει εξήντα χιλιάδες μάρκα από την Τράπεζα
Ο νεαρός γιος της κυρίας θέλει να αγοράσει έναν πίνακα με προκλητικό γυναικείο γυμνό του Λουκά Κράναχ από ένα παλαιοπωλείο. Η κυρία επιστρέφει στην τράπεζα για να ζητήσει εκ νέου το έμβασμά της, χωρίς επιτυχία. Μια ζητιάνα έρχεται στην τράπεζα για να ζητιανέψει χρήματα. Ο Ταμίας τη βλέπει σαν ενσάρκωση του θανάτου. Και τότε αποφασίζει να κλέψει εξήντα χιλιάδες μάρκα από την Τράπεζα, με σκοπό να τα ξοδέψει όλα μέσα σ’ ένα και μόνο εικοσιτετράωρο, στην αναζήτηση νοήματος για τη ζωή του. Πηγαίνει, λοιπόν, στο ξενοδοχείο της κυρίας και της προσφέρει τα χρήματά του, με τον όρο να συμφωνήσει να φύγει μαζί του, αλλά εκείνη τον κοροϊδεύει και απειλεί να φωνάξει τον γιο της. Μαθαίνοντας ότι η κυρία έχει γιο, ο Ταμίας φεύγει από το ξενοδοχείο πλημμυρισμένος από ένα άγχος υπαρξιακό: το λεξιλόγιό του («κρέας», «οστά») και οι βιβλικές εικόνες θανάτου («κρανίου τόπος», «έρχομαι από το νεκροταφείο») αποδεικνύουν ότι η ανανέωση είναι επείγουσα και ζωτικής σημασίας γι’ αυτόν.
Η απότομη προσγείωση και η αυτογνωσία
Αλλά δεν είναι μόνο η εργασιακή του πραγματικότητα που ζητά ανανέωση, αλλά και η ασφυκτική μετριότητα του σπιτιού του. Ο συγγραφέας αναπαριστά τους «χαρακτήρες» της οικογένειας ως ρόλους, ως φιγούρες, ως αρχέτυπα. Η οικογενειακή θαλπωρή είναι ένα «κίτρινο φέρετρο»: στα μέλη της κυριαρχεί η μετριότητα και κάθε δημιουργική ώση έχει απονεκρωθεί. Φοβούμενος μην τον ανακαλύψουν, ο Ταμίας φεύγει μέσα σε μια χιονοθύελλα, λίγο προτού ο Διευθυντής της Τράπεζας καταφθάσει στο σπίτι του με την Αστυνομία και με ένταλμα συλλήψεως. Είναι αξιοσημείωτο ότι κατευθύνεται προς την μεγαλούπολη B (μάλλον υπαινίσσεται το Βερολίνο, που εκείνη την εποχή ήταν μια ακμάζουσα βιομηχανική μητρόπολη όπου ο φιλελευθερισμός βρισκόταν στο απόγειό του). Όταν φτάνει, αγοράζει ένα καπέλο, μια άσπρη γραβάτα και φανέλες. Στην επόμενη σκηνή, παρακολουθεί έναν εξαήμερο αγώνα ποδηλασίας προσφέροντας ένα μεγάλο χρηματικό ποσό για ένα ειδικό έπαθλο που ίσως αγγίξει την «πνευματικότητα» και το αίσθημα άμιλλας των φιλάθλων.
![]() |
|
© Πάτροκλος Σκαφίδας |
Δυστυχώς, όμως, στο ποδηλατοδρόμιο, η εμφάνιση της βασιλικής (;) οικογένειας κάνει τα πλήθη να ξανακυλήσουν στις παραδόσεις της ιεραρχίας προσκυνώντας τους επισήμους. Το όραμα του ανθρώπου που ξεφεύγει από την αγελαία κατάσταση εξασθενεί τόσο γρήγορα όσο γεννήθηκε. Απογοητευμένος, ο Ταμίας φεύγει και μεταβαίνει σε μια αίθουσα χορού. Εκεί δεν αναγνωρίζει απλώς αισθησιασμό στους ανθρώπους που χορεύουν, αλλά πνευματική κίνηση, ζωντάνια, ικανότητα έκφρασης – εγκυμονούν μια τελευταία ελπίδα αναζωογόνησης.
Στην απελπισία του, στρέφεται στον θρησκευτικό ζήλο ως σε μέσο διάσωσης· όμως κι αυτός αποδεικνύεται κενή φάρσα και καρφώνει το τελευταίο καρφί στο φέρετρό του.
Μέσα εκεί, βρίσκει ένα ιδιωτικό σαλόνι με πόρνες και προσπαθεί να αποπλανήσει δύο κοπέλες με τα χρήματά του. Αλλά η πρώτη του πετάει ένα ποτήρι με ποτό και η δεύτερη αποκαλύπτει το ξύλινο πόδι της. Τελικά και η αίθουσα χορού είναι απογοητευτική και θανατερή γι’ αυτόν: οι γυναίκες είναι άσχημες, ή μεθυσμένες, ή έχουν ξύλινα πόδια, άρα ο ηδονιστικός κόσμος δεν του εξασφαλίζει τον βαθμό πνευματικότητας που είχε φανταστεί (πώς θα ήταν δυνατόν, άλλωστε;). Η κατηφόρα του συνεχίζεται σε μιαν άθλια παμπ, όπου αρχίζει να παίζει χαρτιά. Ενώ κερδίζει συνέχεια, κάποιος επιχειρεί να τον μαχαιρώσει, αλλά τον σώζει μια κοπέλα του Στρατού Σωτηρίας.
Ο Ταμίας την ακολουθεί μέχρι τις εγκαταστάσεις του Στρατού Σωτηρίας: η κίνησή του αυτή υποκρύπτει ένα ενδιαφέρον, αν όχι μια πλήρη αποδοχή, της θρησκευτικής εκδοχής της σωτηρίας. Στην απελπισία του, στρέφεται στον θρησκευτικό ζήλο ως σε μέσο διάσωσης· όμως κι αυτός αποδεικνύεται κενή φάρσα και καρφώνει το τελευταίο καρφί στο φέρετρό του. Γιατί, ενώ ομολογεί ότι έκλεψε από την τράπεζα και χαρίζει ό,τι έχει απομείνει από τα χρήματά του στους παρευρισκόμενους, όλοι ανεξαιρέτως σπεύδουν να βουτήξουν τα χρήματα και να φύγουν τρέχοντας. Η κοπέλα του Στρατού Σωτηρίας προσπαθεί να τον παρηγορήσει, αλλά γρήγορα, από τελευταία ελπίδα του, μετατρέπεται σε μια ακόμη πηγή προδοσίας και διάψευσης: σπεύδει να τον καταγγείλει στην Αστυνομία. Όταν φτάνει η Αστυνομία, ο Ταμίας αυτοπυροβολείται κραυγάζοντας τις τελευταίες του λέξεις σαν βογκητό και σαν διακεκομμένη αναπνοή.
Σχηματοποίηση, φουτουριστικά στοιχεία και δύσληπτο νόημα
Μία από τις πιο διαυγείς στιγμές του Ταμία είναι αυτή στο ποδηλατοδρόμιο, όταν δηλώνει πως θέλει να είναι «όχι αγνός, αλλά ελεύθερος». Αγνότητα, ηθική, αυτά τα πράγματα είναι ασήμαντα γι’ αυτόν χωρίς το αναντικατάστατο αγαθό της ελευθερίας. Όμως ποτέ δεν κατανοεί την ελευθερία στην πράξη – η ανανέωση μέσω της αναζήτησης της ελευθερίας κρίνεται εδώ ως θεμελιωδώς ελαττωματική. Έτσι, ο Ταμίας παραμένει μια σολιψιστική φιγούρα, αφού κανείς σε όλο το έργο δεν συμμερίζεται το όραμά του.
Δεν έχει γραφτεί αυτό το έργο για να φύγει ο θεατής με αίσθημα πληρότητας. Τουναντίον, οι ευγενέστερες των προθέσεων πρέπει να προσκρούουν σ’ ένα τείχος απροσπέλαστο.
Οι διάφορες κοινωνικές τάξεις που παρακολουθούν τον αγώνα ποδηλασίας ενθουσιάζονται με την οικονομική προσφορά του, ενώ ο ίδιος ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για την ψυχολογική αντίδραση του πλήθους παρά για το άθλημα καθεαυτό: διακρίνει «πνευματικότητα» και «πάθος» στο πλήθος, εφόσον δεν αναζητά απλώς «κοσμική» ικανοποίηση, αλλά ένα είδος πνευματικής ολοκλήρωσης, ώστε ο ηδονισμός του να μην παραμείνει στείρος και άνευ αξίας. Ταυτόχρονα, σε μια μοναδική αντίφαση, οι συνεχείς αναφορές του στη σχέση του χρήματος με την Τέχνη, η έμφαση στην τεράστια χρηματική δωρεά στο ποδηλατοδρόμιο, στο χαβιάρι, στα κομψά φορέματα και στον γκροτέσκο αισθησιασμό των γυναικών κάθε άλλο παρά συνιστούν γνωρίσματα ενός αξιόλογου ταξιδιού αυτογνωσίας, μιας οιασδήποτε ανάγκης για μύηση στην πνευματικότητα.
![]() |
|
© Πάτροκλος Σκαφίδας |
Καθώς αντιλαμβάνομαι, το αίσθημα ματαίωσης εμπίπτει στις προθέσεις του κειμένου. Δεν έχει γραφτεί αυτό το έργο για να φύγει ο θεατής με αίσθημα πληρότητας. Τουναντίον, οι ευγενέστερες των προθέσεων πρέπει να προσκρούουν σ’ ένα τείχος απροσπέλαστο. Κατά την άποψή μου το έργο θα λειτουργούσε πολύ καλύτερα εάν ανέβαινε ακριβώς όπως γράφτηκε, δηλαδή χωρίς διασκευή. Με όλη αυτήν την υφολογική παρέμβαση που μετατρέπει τον Ταμία σε persona theatralis, ο συμβολικός αυτός χαρακτήρας, παρά την αμετροέπειά του και τις απονενοημένες προσπάθειές του να αντλήσει από κάπου έμπνευση, δεν εξελίσσεται στο παραμικρό: παραμένει πεισματικά ο ίδιος, χαμένος τραπεζικός υπάλληλος.
Παρ’ όλα αυτά, η παράσταση του Μοσχόπουλου είναι εντυπωσιακή, όπως ήταν αναμενόμενο: εξαιρετική η χορογραφία/κινησιολογία της Ζωής Χατζηαντωνίου και έξοχοι οι φωτισμοί του Νίκου Βλασόπουλου και τα βίντεο. Το σκηνικό του Βασίλη Παπατσαρούχα αποδίδει τη σύλληψη του Μοσχόπουλου στον ύψιστο βαθμό, ενώ οι μορφές με τα χάρτινα καπέλα/μάσκες παραπέμπουν σε γνωστές εξεικονίσεις του εξπρεσιονισμού και στον βωβό κινηματογράφο. Ο Ορφέας Αυγουστίδης σε μια καλή του στιγμή και, δίπλα του, η Ευγενία Σαμαρά κρατούν το βαρύτερο μέρος του έργου. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί -ο Βαλεντίνος Κόκκινος, ο Άλκης Μπακογιάννης, ο Κωνσταντίνος Πλεμμένος και ο Γιάννης Σαμψαλάκης- λειτουργούν άψογα ως σύνολο και ο καθένας ξεχωριστά.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο: Γκέορκ Κάιζερ
Διασκευή – Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος
Καλλιτεχνική Επιμέλεια – Σκηνικά – Κοστούμια – Videos: Βασίλης Παπατσαρούχας
Μουσική: Δήμος Βρύζας
Κίνηση: Ζωή Χατζηαντωνίου
Σχεδιασμός φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάριος Κακουλλής
Βοηθός σκηνογράφου - ενδυματολόγου: Στέλλα Παγώνη
Εικαστική σύνθεση Key Visual: Βασίλης Παπατσαρούχας
Φωτογραφίες παράστασης & Promo Trailer Montage: Πάτροκλος Σκαφίδας
Trailer Videography & Motion Graphics: Άκης Πολύζος
Γραφιστικές Προσαρμογές: Indigo Design
Διεύθυνση Επικοινωνίας & Δημοσίων Σχέσεων: Όλγα Παυλάτου
Social Media: POP Communications – Κάλλη Μαυρογένη
Παραγωγή: Prime Entertainment
Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Ευγενία Σαμαρά, Βαλεντίνος Κόκκινος, Άλκης Μπακογιάννης, Κωνσταντίνος Πλεμμένος, Γιάννης Σαμψαλάκης























