
Για την παράσταση «Intra Muros» του Αλεξίς Μισαλίκ, σε σκηνοθεσία Παντελή Δεντάκη που ανεβαίνει στο θέατρο του Νέου Κόσμου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο θέατρο του Νέου Κόσμου είδα τη σκηνοθετική προσέγγιση του Παντελή Δεντάκη στο πολύ πρωτότυπο έργο του Αλεξίς Μισαλίκ «Intra muros» («Εντός των τειχών»). Ένας σκηνοθέτης, συνοδευόμενος από τη συνεργάτιδά του και μια κοινωνική λειτουργό, δίνει το πρώτο μάθημα θεάτρου σε δύο κρατούμενους. Από αυτό το μάθημα προκύπτουν εκμυστηρεύσεις για τους λόγους κράτησής τους και για το κενό διάστημα που τους χωρίζει από τον έξω κόσμο. Φωτίζονται οι αρχές και οι λειτουργίες της δικαιοσύνης, ιδίως με την ανακάλυψη του κόσμου της φυλακής, της γνώσης του εαυτού και των σχέσεων με το άλλο φύλο. H πρόταση του έργου είναι πως το θέατρο μπορεί να γίνει φορέας συναισθημάτων ζωντανεύοντας στο έσχατο σημείο τη μυθοπλασία του.
Η μετάφραση είναι του Αντώνη Γαλέου και αποδίδει πολύ παραστατικά αυτήν την ιστορία που εκτυλίσσεται μέσα στο σωφρονιστικό ίδρυμα, αλλά και τις λέξεις που μιλούν για τα «εσωτερικά δεσμά» των ανθρώπων. Στην αρχική διανομή της παράστασης πρωταγωνιστούσαν η Αλεξάνδρα Αϊδίνη, ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης, ο Νικόλας Δροσόπουλος, η Αμαλία Νίνου και ο Γιώργος Συμεωνίδης.*
Απλή εκκίνηση, περίπλοκη εξέλιξη
Στον πρόλογο τα σκηνογραφικά στοιχεία δηλώνουν την αφαιρετικότητά τους: η Ηλένια Δουλαδίρη ακολουθεί πιστά τη λιτή γραμμή του έργου. Ένας τοίχος. Πέντε καρέκλες από πλαστικό και μέταλλο. Ένα κρεβάτι εκστρατείας. Ο Ρισάρ, ο σκηνοθέτης, περιμένει μπροστά στη φυλακή. Ο Κωνσταντίνος Ασπιώτης είναι ιδιαίτερα εκφραστικός στον ρόλο του Ρισάρ, έχει μεγάλη ετοιμότητα και ελέγχει απόλυτα το κείμενο: «Λοιπόν, αρχίζω να σας μιλάω, κάθεστε να με ακούτε, όλοι έχετε κλείσει τα κινητά σας και αν δεν το έχετε κάνει θα το κάνετε, προχωρήστε, κάντε το, ευχαριστώ, και μπορώ να δω στα βλέμματά σας ότι αυτό που πραγματικά αναρωτιέστε είναι: «Άρχισε;» Και αυτό είναι ήδη θέατρο; Ε, ναι λοιπόν, παρεμπιπτόντως σας λέω πως όντως ξεκίνησε. Λοιπόν, τι είναι για σένα το θέατρο; (απευθύνεται σε κάποιον τυχόντα θεατή) Πιστεύω ότι το θέατρο είναι πρώτα απ' όλα ένας χώρος όπου πάντα κάτι συμβαίνει. Είναι ένα μέρος όπου βαριέσαι, μερικές φορές, αλλά είναι επίσης ένα μέρος όπου μπορείς να γελάσεις και να κλάψεις, με μια λέξη, όπου μπορούν να σε ξεπεράσουν τα συναισθήματα. Όμως το συναίσθημα για το οποίο θα μιλήσουμε είναι αυτό που νιώθει ο ηθοποιός, δηλαδή εγώ. Γιατί όσο σου μιλάω είμαι ηθοποιός και κάτι νιώθω. Πρώτα ψάχνω το κείμενό μου, μετά ακούω τον εαυτό μου να μιλάει, κρίνω τον εαυτό μου και μετά εμφανίζονται τα συναισθήματα. Τα συναισθήματα του ηθοποιού, πρώτα απ' όλα, το τρακ, φυσικά, η ζωή μου, η προσωπική μου κατάσταση κούρασης, το αν κοιμάμαι καλά, όλα αυτά, και μετά επίσης, πάνω από όλα, υπάρχει το συναίσθημα του χαρακτήρα. Γιατί όταν είσαι ηθοποιός, ζεις μια άλλη ζωή. Και αν συμφωνήσουμε να παίξουμε το παιχνίδι, θα περάσουμε αναγκαστικά από τα συναισθήματα που περνά ο χαρακτήρας. Θα υποφέρουμε, ή θα είμαστε ευτυχισμένοι».
Ο Ρισάρ είναι ένας σκηνοθέτης που είχε συνηθίσει στην αναγνώριση αλλά μετά το διαζύγιό του έχει περιοριστεί στο να διδάσκει σε μια σχολή θεάτρου. Αναπάντεχα δέχεται την πρόταση μιας νεαρής κοινωνικής λειτουργού να οργανώσει ένα θεατρικό εργαστήρι στις φυλακές όπου εκείνη εργάζεται. Επισκέπτεται λοιπόν τις φυλακές, αλλά εκεί τον περιμένει μία έκπληξη. Μόνο δύο κρατούμενοι εμφανίζονται και συμμετέχουν. Με βοηθό την πρώην σύζυγό του Ζαν (στον ρόλο εκπληκτική η Αλεξάνδρα Αϊδίνη), ο Ρισάρ αποφασίζει να ενεργοποιήσει τη φαντασία των δύο κρατουμένων, βάζοντάς τους να φανταστούν μια μπάλα, να μπουν ο ένας στη θέση του άλλου, να υποδυθούν ένα ζώο...Όμως όλα αυτά αποδεικνύονται ατελέσφορα, κι έτσι καταλήγει να τους βάλει να αφηγηθούν την προσωπική τους ιστορία. Να εκθέσουν τον απόλυτα προσωπικό τους χώρο. Η κοινωνική λειτουργός του ιδρύματος, η Αλίς (στον ρόλο ευέλικτη και γεμάτη φρεσκάδα η Αμαλία Νίνου) καλείται να συμμετάσχει, ελλείψει ικανού αριθμού κρατουμένων. Το μάθημα θα επιβεβαιωθεί στην πράξη: «Λοιπόν, αυτό που σας έλεγα, για το θέατρο, είναι ότι…καταρχάς, δεν είναι θεραπεία, δεν είμαστε εδώ για να κρίνουμε τον εαυτό μας, εμείς είμαστε εδώ για να ανακαλύψουμε ένα συναίσθημα. Γιατί ξέρεις, όταν ο ηθοποιός αφεθεί να τον κυριαρχήσει ένα συναίσθημα, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι πολύ εντυπωσιακό. Ειδικά αν δεν είναι επαγγελματίας. Ένας ερασιτέχνης μπορεί να βιώσει πράγματα ακόμα πιο δυνατά σε ένα θεατρικό πλατό παρά στη ζωή».
Ένας ρόλος μέσα σ’έναν ρόλο μέσα σ’έναν άλλον ρόλο
Ο βαρυποινίτης Ανζ συμμετέχει στο θεατρικό παιχνίδι με το ζόρι, γιατί ούτε η ηλικία του (είναι άνω των εξήντα) ούτε η διάθεσή του απέναντι στη ζωή τον ευνοούν ιδιαίτερα. Ο Γιώργος Συμεωνίδης αποδίδει τον ρόλο του Ανζ με μέτρο και αυτοσυγκράτηση, ενώ περνά στην αναδρομική αφήγηση της νεαρότερης εκδοχής του εαυτού του με αξιοθαύμαστη ενέργεια. Όσο για τον συγκρατούμενό του Κεβίν, αυτός δείχνει πολύ πιο ενθουσιώδης και πολύ πιο ερωτικός. Ο Νικόλας Δροσόπουλος είναι ο κατάλληλος άνθρωπος γι’αυτόν τον ρόλο, ενώ καλύπτει με αξιοθαύμαστο επαγγελματισμό και ευαισθησία και μια σειρά άλλων, δευτερευόντων ρόλων. Ο Κέβιν πιάνει το νήμα της εξιστόρησής του από τότε που ήταν έξι χρόνων, εκθέτει το ταξικό του σύμπλεγμα και τη φτώχεια της οικογενείας του, την περιθωριοποίηση που ένιωθε και μια σειρά από ατυχή συμβάντα που τον οδήγησαν στην παραβατικότητα.

Το έργο έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, είναι βαθιά ανθρώπινο, μιλά για τον εγκλεισμό- και τον πραγματικό και τον ψυχολογικό: αυτός μπορεί να αναφέρεται στις σχέσεις, στις φοβίες, στις ενοχές. Επειδή η ζωή των δύο ανδρών εκτυλίσσεται αποκλειστικά στη φυλακή (εντός των τειχών), με κάποιον τρόπο η προσωπική φυλακή τους συνδέεται με τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται εκεί. Βλέπουμε σε flashback τις ιστορίες τους, που αποδεικνύεται πως είναι μια σειρά από ρόλους: ρόλους κοινωνικούς που, ταυτόχρονα, είναι και θεατρικοί ρόλοι. Κατά δεξιοτεχνικό τρόπο, το κείμενο του Μισαλίκ περνά από τη φαντασία στην πραγματικότητα και τ’ανάπαλιν. Κι αυτό συμβαίνει στο τελευταίο «θεατρικό παιχνίδι» που τους βάζει ο Ρισάρ: να ερμηνεύσουν θεατρικά τον εαυτό τους. Η ερμηνεία τους, επί της ουσίας είναι το εφαλτήριο για να εκφράσουν όσα δεν τόλμησαν ποτέ να πουν μεγαλόφωνα.
Γενική αποτίμηση της παράστασης
Το «Intra muros» προσφέρει ένα βαθύ μάθημα ηθικής αγωγής και πολιτικής αγωγής: πραγματεύεται την έννοια της δικαιοσύνης, την έννοια της προσωπικής αξιοπρέπειας, την αξία του έρωτα και της αφοσίωσης σ’έναν σκοπό. Μεταξύ άλλων, πραγματεύεται και τη φυσιολογία της ανθρώπινης ελευθερίας, των στερεοτύπων που συνδέονται με αυτήν και των δυνατοτήτων καθενός να επιβάλει τους όρους του στο περιβάλλον του.

Ο Παντελής Δεντάκης σκηνοθετεί γραμμικά το έργο, σεβόμενος την «εσωτερική» του σκηνοθεσία: έτσι κι αλλιώς, οι εναλλαγές των σκηνών είναι απόλυτα κινηματογραφικές, οι εναλλαγές των χρονικών στιγμών είναι ένα διαρκές πισωγύρισμα που απαιτεί το γρήγορο ξαναστήσιμο του σκηνικού, και αυτό επιβάλλει αφαιρετικά σκηνικά στοιχεία που μπορούν να είναι πολυτροπικά. Η ιδέα του υποφωτισμένου, ξεχωριστού διαδρόμου στα αριστερά, που χωρίζεται από το κυρίως δωμάτιο με κιγκλίδωμα, χρησιμεύει σε πάνω από τις μισές σκηνές, ιδιαίτερα όταν η εναλλαγή των σκηνικών χώρων είναι απότομη (από κελλί μπορεί να γίνει νυκτερινό κέντρο διασκέδασης, από τράπεζα μπορεί να γίνει κρατητήριο, από τζαμαρία συνάντησης στο επισκεπτήριο μπορεί να γίνει προαύλιο, κοκ). Η μουσική του Σταύρου Γασπαράτου και οι φωτισμοί του Αποστόλη Κουτσιανικούλη υπογραμμίζουν με κινηματογραφικό τρόπο την ένταση κάποιων σκηνών. Μια δυναμική και ενδιαφέρουσα παράσταση.
Αλεξίς Μισαλίκ
Έχοντας κάνει ντεμπούτο ως ηθοποιός, υπό τη διεύθυνση της Ιρίνα Μπρουκ, στον «Ρωμαίο και Ιουλιέττα», ο Αλεξίς Μιχαλίκ βρήκε τον φυσικό του χώρο στην τηλεόραση, συνεργαζόμενος στις σειρές: "Little Family Murders", "Terre de Lumière", "Kaboul Kitchen", "Versailles".Στον κινηματογράφο συνεργάστηκε με τους Billy Zane, Diane Kurys, Safy Nebou, Yann Samuel, Fernando Colomo, Danièle Thompson, Alexandre Arcady.
Με την εταιρεία Los Figaros σκηνοθέτησε και υπέγραψε διασκευές όπως "The Shrew Almost Tamed" ή «R&J», ελεύθερα εμπνευσμένο από τα έργα του Ουίλιαμ Σάιξπηρ. Το "The Story Bearer" είναι το πρώτο του έργο ως συγγραφέα, «Ο κύκλος των ψευδαισθησιστών» το δεύτερο, ο «Έντμοντ» το τρίτο.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
*Η παράσταση συνεχίζεται με νέα διανομή:
Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος
Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης
Μουσική: Σταύρος Γασπ
Παίζουν: Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Νικόλας Δροσόπουλος, Μαργαρίτα Κλάγκου, Αμαλία Νίνου, Γιώργος Συμεωνίδης
Σκηνογράφος – Ενδυματολόγος: Ηλένια Δουλαδίρη





















