
Για την παράσταση «Smalltown boy» του Μάνου Τζωράκη, σε σκηνοθεσία Μιχάλη Κοιλάκου, στο Θέατρο 104.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Ο Μάνος Τζωράκης ενέταξε αυτοβιογραφικά στοιχεία και ένα μεγάλο ποσοστό μυθοπλασίας στo «Smalltown boy», που στο Θέατρο 104 μετατρέπεται σε «αυτομυθοπλασία», σε ψηφιδωτό παράλληλων μονολόγων με συνεχή πισωγυρίσματα στον χρόνο. Ο εξαιρετικός ηθοποιός Εμμανουήλ Κοντός υποδύεται τις καταγεγραμμένες στον νου του αφηγητή μορφές της οικογενειακής μνήμης και της στρεβλής αντίληψης που φέρει η επαρχία για τον ανδρισμό – όλα αυτά τα ζητήματα (και, ως εκ τούτου, πρόσωπα) που φέρουν την ίδια ονομασία. Πρόκειται για τις διαφορετικές εκδοχές ταυτότητας ενός και μόνον ανθρώπου: είναι το αγόρι που φεύγει από ένα χωριό της Κρήτης για να περάσει σε μια διαδικασία αυτογνωσίας, είναι ο αφηγητής που γυρίζει στο ίδιο χωριό για την κηδεία του πατέρα του, είναι το μικρό παιδί που υπήρξε ο ίδιος τότε που έκρυβε την ευαισθησία και τις φαντασιώσεις του σ’ ένα ψυγείο, είναι ο παππούς που εκτελέστηκε, είναι ο ανεξήγητα ψυχωσικός πατέρας που κυριαρχεί στις τύψεις της συνείδησής του.
Το θέατρο ως θεραπεία από το διαγενεαλογικό τραύμα
Στις πέντε δομικές φωνές του αφηγητή προστίθενται και οι φωνές του θείου, της μάνας που πέθανε, του κρυπτοομοφυλόφιλου, παραβιαστικού φούρναρη, του πρώτου εφηβικού έρωτα που τον απέρριψε – αυτές συνθέτουν με πολυφωνικό τρόπο το πορτραίτο της επαρχίας. Ο νεαρός άνδρας επιτυγχάνει την αποδοχή του εαυτού του και κατακτά την ωρίμανσή του επιβαίνοντας στο «όχημα διαφυγής» που συνιστά η Τέχνη, που στη συγκεκριμένη παράσταση υλοποιείται στην απομόνωση ενός ψυγείου/καμαρινιού/καταφυγίου. Μιας μικρογραφίας του θεατρικού σύμπαντος που αφ’ εαυτού συνιστά πανάκεια για κάθε ψυχική ανεπάρκεια και προϋπόθεση επούλωσης κάθε τραύματος. Εκεί μέσα, ο ερμητικός αυτός τύπος μελαγχολικού εφήβου επεξεργάζεται την πραγματικότητα και ανασυνθέτει την ταυτότητά του «αυτοθεραπευόμενος», μέσω της ανάληψης/υπόδυσης πολλαπλών ρόλων, από ένα κακοποιητικό παρελθόν γεμάτο απορρίψεις, δυσφορία, απομόνωση, πένθος, ενοχή και, φυσικά, bullying.

Βαθιά ψυχαναλυτικό και ποικιλμένο με πινελιές ψυχολογικού θρίλερ, το έργο είναι εμπνευσμένο από τα πολύχρωμα ‘80s με τις πρώτες αναζητήσεις των queer ταυτοτήτων και από το video-clip του queer anthem «Small-town Boy» των Bronski Beat: «Pushed around and kicked around, always a lonely boy/You were the one that they'd talk about around town as they put you down/And as hard as they would try they'd hurt to make you cry/ But you never cried to them, just to your soul/No, you never cried to them, just to your soul/Run away, turn away, run away, turn away, run away».
Το τοπίο αυτό «γλυκαίνει» όταν ο νεαρός φοιτητής (όπως και ο τραγουδιστής των Bronski Beat) στρέφει τα νώτα και αναχωρεί «ρίχνοντας μαύρη πέτρα» στην επαρχία: στην επαρχία που, όπως σωστά έγραψε κάποτε ο Henri-Frédéric Amiel, «είναι ο θάνατος της ψυχής».
Το υποσυνείδητο πατρονάρισμα που ασκεί ακόμη και η μητέρα, παράγοντας ένα δισεπίλυτο σύμπλεγμα ενοχών, «ο δικός του ο πατέρας, και ο πατέρας του πατέρα του και ο πατέρας του πατέρα του πατέρα του, και πάει λέγοντας – όλη αυτή η ατελείωτη πατρογραμμική διαδοχή αιώνων»1, είναι χαρακτηριστικός μηχανισμός αναπαραγωγής της τοξικής αρρενωπότητας στις μικρές κοινωνίες. Το σπάνιας ευαισθησίας έργο του Τζωράκη είναι ένας αναστοχασμός, μια νοερή επιστροφή στα καταστατικά στοιχεία που συνθέτουν το αιχμηρό ψυχικό τοπίο της ιδιαίτερης, σκληρής του πατρίδας. Το τοπίο αυτό «γλυκαίνει» όταν ο νεαρός φοιτητής (όπως και ο τραγουδιστής των Bronski Beat) στρέφει τα νώτα και αναχωρεί «ρίχνοντας μαύρη πέτρα» στην επαρχία: στην επαρχία που, όπως σωστά έγραψε κάποτε ο Henri-Frédéric Amiel, «είναι ο θάνατος της ψυχής».
Η σκηνοθετική προσέγγιση
Δεν είναι τυχαία η περίπτωση της Κρήτης. Ο αποκλεισμός, η επίθεση στη διαφορετικότητα και ο στιγματισμός του αποκλίνοντος: το καφενείο, ο φούρναρης και η κάθε μορφή συγχρωτισμού και ομοκοινωνικότητας των τοξικών αρσενικών της επαρχίας, η εκκλησία και οι θεσμοί διαπαιδαγώγησης, το σόι, τα «μεγάλα» αδέρφια που υιοθετούν δευτερεύοντες πατερναλιστικούς ρόλους, η οικογενειακή τιμή ως παρεφθαρμένο ιδεώδες και όργανο κοινωνικού ελέγχου, ακόμη και η ψευδεπίγραφη ανεκτικότητα των μεγαλύτερων πόλεων, όλα είναι ζητήματα που απασχολούν όλο και περισσότερο την Τέχνη, και πρόσφατα και τον Σέρχιο Μπλάνκο στα «Άνθη του Κακού», το ένα μέρος της αυτομυθοπλαστικής του τριλογίας.
Σ’ αυτό το τραύμα με το οποίο ο ήρωας καλείται να συμφιλιωθεί προστίθεται και η κληρονομημένη ενοχή που φέρει ενστιγματικά το «όνομά» του μέσω της προδοτικής στάσης του θείου και της συνακόλουθης εκτέλεσης του παππού από τους Γερμανούς.
Τα βάσανα υποστήριξης της queer ταυτότητας αποτελούν κεντρικό θέμα μιας σειράς λογοτεχνικών και θεατρικών έργων ανά τον κόσμο (βλέπε τα έργα του Εντουάρ Λουί), ενώ ο παγκόσμιος κινηματογράφος έχει δώσει, την τελευταία δεκαετία, σειρά αριστουργημάτων με αυτή τη θεματική. Στον ελληνικό κινηματογράφο το ζήτημα της προβληματικής σχέσης πατέρα-γιου παίρνει διαστάσεις αιμομεικτικής τραγωδίας στην ταινία «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα. Το στοιχείο, όμως, που καθιστά ξεχωριστό το έργο του Τζωράκη είναι η νοσηρότητα, το αποκλίνον στοιχείο, η λανθάνουσα ψυχοπάθεια του ίδιου του πατέρα: μέσω της ταύτισης μ’ αυτήν τη «μη κανονικότητα» του πατέρα, ο ήρωάς του επιτυγχάνει την προσωπική του εξιλέωση και την άρση της δικής του συγκρουσιακής κατάστασης. Σ’ αυτό το τραύμα, με το οποίο ο ήρωας καλείται να συμφιλιωθεί, προστίθεται και η κληρονομημένη ενοχή που φέρει ενστιγματικά το «όνομά» του μέσω της προδοτικής στάσης του θείου και της συνακόλουθης εκτέλεσης του παππού από τους Γερμανούς.

Την έξοχη σκηνοθεσία του «Smalltown boy» υπογράφει ο Μιχάλης Κοιλάκος, που μέχρι σήμερα έχει σκηνοθετήσει το «Pigalle» (2025), τον «Τόρνο» (2023), το «Ένας ελέφαντας στο δωμάτιο» (2021 και 2029), την «Ανεπίδεκτη διόρθωσης» (2018), το «Ο άνθρωπος που φύτευε δέντρα» (2016) και τις δικές του «Χίλιες και μία... σελίδες» (2016). Σε συνέντευξή του, δηλώνει πως πρόθεσή του ήταν «να ζωντανέψουν οι φωνές, χωρίς να φορεθούν. Να χτιστεί ανάμεσα στον ηθοποιό και στο κοινό μια γέφυρα. Να ενώσω το χθες του κειμένου με το σήμερα, το τώρα, και να γίνει θεατρική πράξη». Με motto την πρωτοκαθεδρία της επικοινωνιακής πράξης θεατρίνου και κοινού, βάζει τον πρωταγωνιστή του να κινηθεί σ’ έναν πλούσιο μικρόκοσμο αντικειμένων που «εμψυχώνουν» διαφορετικές σημαίνουσες στιγμές της διαδικασίας ενηλικίωσης, όπως θα έκανε με ένα σύντομο Bildungsroman. Επιστρατεύει, γι’ αυτό, το εικαστικό σύμπαν της Άννας Σάπκα και της Ναταλίας Αστυπαλίτη, τη μουσική του Βασίλη Τζαβάρα και τους φωτισμούς της Στέβης Κουτσοθανάση. Πάνω απ’ όλα, όμως, επιστρατεύει πολύ σοφές σιωπές, επιτρέποντας στο κείμενο του Τζωράκη να «ανασάνει» και να αφήσει τη σωστή επίγευση στο κοινό. Μια εξαιρετική, από κάθε άποψη, παράσταση, που υποστηρίζεται με μεγάλη ευαισθησία και από τον Εμμανουήλ Κοντό.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
1https://www.hartismag.gr/hartis-86/klimakes/o-melaghkholikos-psithiros-toi-patera#
Κείμενο: Μάνος Τζωράκης
Σκηνοθεσία: Μιχάλης Κοιλάκος
Ερμηνεία: Εμμανουήλ Κοντός
Σκηνικά: Άννα Σάπκα
Κοστούμια: Ναταλία Αστυπαλίτη
Φωτισμοί: Στέβη Κουτσοθανάση
Μουσική: Βασίλης Τζαβάρας
Φωτογραφίες: Χριστίνα Φυλακτοπούλου
Τρέιλερ παράστασης: Στέφανος Κοσμίδης
Γραφιστικά / Σχεδιασμός αφίσας: Γιάννης Κεντρωτάς
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού
Παραγωγή: 451F PERFORMING ARTS AMKE






















