
Για την παράσταση της Naomi Wallace (Ναόμι Γουάλας) «Πυρεξία: Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή», σε σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη, στο «Τρένο στο Ρουφ».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο «Τρένο στο Ρουφ», το τρίπτυχο της Ναόμι Γουάλας «Πυρεξία: Τρία οράματα για τη Μέση Ανατολή», μιαν «ετεροτοπική» ποιητική ελεγεία για τον πόλεμο, σε μετάφραση Ιωσήφ Βαρδάκη, σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη και με επτά εξαιρετικές ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές Φανή Γέμτου, Δημήτρη Τσιγκριμάνη, Δημήτρη Γεωργαλά και Μιράντα Ζησιμοπούλου. Γενοκτονία, καταστροφή, ισοπέδωση πόλεων και εκτοπισμοί, σ’ ένα κείμενο-καταγγελία των δυτικών εισβολέων. Η μνήμη είναι κυρίαρχη στο έργο της Γουάλας, που έχει υποστεί δριμεία, κατά τη γνώμη μου, κριτική από τον δυτικό Τύπο, δεδομένου ότι πρόκειται για ένα τολμηρό πολιτικό έργο που ανακινεί τις τύψεις μας για τα συντρίμια ολόκληρων πολιτισμών. Το έργο ανέβηκε για πρώτη φορά στο «The public theatre» της Νέας Υόρκης, σε σκηνοθεσία Jo Bonney, το 2008.
Επίγειο Καθαρτήριο
Πνεύματα, φαντάσματα πρωταγωνιστούν, είτε ως ζώντες χαρακτήρες, είτε ως νεκροί, είτε ως στοιχεία μιας κουλτούρας που αφανίζεται στο πρώτο μονόπρακτο («A state of innocence»), που το συνέθεσε η συγγραφέας για να στηλιτεύσει τα αντιαραβικά αισθήματα που πήραν διαστάσεις υστερίας στις Η.Π.Α. μετά την 11η Σεπτεμβρίου: αναφέρεται στην κατεδάφιση κατοικιών Παλαιστινίων και στην καταστροφή του ζωολογικού κήπου της Ράφα (Λωρίδα της Γάζας).
Ο Γιουβάλ, ένας ισραηλινός στρατιώτης (εξαιρετικός στον ρόλο ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης), φυλάει σκοπιά στον ζωολογικό κήπο στη Ράφα, όταν πλησιάζει η Ουμ Χισάμ, μια γυναίκα της Ράφα (η Φανή Γέμτου απόλυτα πειστική και συγκινητική στον ρόλο αυτόν), σιγοτραγουδώντας ένα αραβικό τραγούδι. Όταν ο Γιουβάλ τής λέει να σωπάσει, εκείνη δηλώνει πως τον γνωρίζει και πως «κρατά» κάτι που ανήκει στη μητέρα του.
![]() |
|
Η «μηχανή με τα πολλά μικρά πόδια» παραπέμπει κυρίως στη Δυτική Όχθη, κάλλιστα όμως ταιριάζει και με την εκκένωση της Γάζας. |
Τρίτος εμφανίζεται ο Σλόμο, ένας Ισραηλινός αρχιτέκτονας ενενήντα έξι χρονών (Δημήτρης Γεωργαλάς) ο οποίος κάνει τοπογραφικές έρευνες για λογαριασμό των σιωνιστών «ανακατασκευαστών» του αφανισμένου αραβικού τοπίου. Δεν είναι τυχαία η ματαίωση αυτού του γκροτέσκ (σοβιετικού σιωνιστή) αρχιτέκτονα μετά την πολιορκία του Στάλινγκραντ. Πριν από το 1967, ο Σλόμο (Σολομών) και η ομάδα του έχουν χτίσει το εβραϊκό κράτος πάνω στα ερείπια της αραβικής Παλαιστίνης, ερείπια που δημιούργησαν στη βάρβαρη εκστρατεία τους για κατάκτηση και εθνοκάθαρση.
Η Ουμ Χισάμ σαρκάζει και στέλνει τον αρχιτέκτονα μέσα σε νέους σωρούς από ερείπια: η «μηχανή με τα πολλά μικρά πόδια» παραπέμπει κυρίως στη Δυτική Όχθη, κάλλιστα όμως ταιριάζει και με την εκκένωση της Γάζας. Η Ουμ Χισάμ περιγράφει στον Γιουβάλ τη δολοφονία της κόρης της από έναν Ισραηλινό ελεύθερο σκοπευτή. Ύστερα, του αποκαλύπτει ότι και ο ίδιος έχει πεθάνει στην αγκαλιά της, παρόλο που ποτέ του δεν θέλησε να γίνει στρατιώτης. Η ίδια είναι μια παλαιστίνια «Μάνα Κουράγιο» που επίσης έχει πεθάνει: «Όλα όσα απεχθανόμουν εδώ και δεκαετίες -τη στολή, τη δύναμη, τη βαρβαρότητα, την απανθρωπιά- τα κρατούσα στην αγκαλιά μου». Πού αλλού θα βρίσκονταν αυτές οι τρεις θεατρικές περσόνες, αν όχι σε κάποιο είδος δαντικού Καθαρτηρίου, ως σε μια μεταφυσική ποιητική συνθήκη; Η Κόλαση είναι εκεί, και ο Παράδεισος του κήπου έχει αφανιστεί ολοσχερώς, καθώς ο ζωολογικός κήπος είναι «παγωμένος» μέσα στον χρόνο.
Ο ήχος του ανέμου
Το δεύτερο μονόπρακτο («Between this breath and you») παρουσιάζει τον Μουρίντ, έναν παλαιστίνιο πατέρα από τη Δυτική Όχθη (απόλυτα ταιριαχτός με τον συναισθηματικό αυτό ρόλο ο Δημήτρης Γεωργαλάς) στην αίθουσα αναμονής μιας ιδιωτικής κλινικής της Ιερουσαλήμ, να αναζητά ραντεβού με την Τάνια, μια Ισραηλινή (ασκενάζι) ασκούμενη νοσοκόμα που εργάζεται εκεί. Ο νεαρός αραβο-εβραίος (μιζράχι) καθαριστής/θυρωρός Σάμι (στον ρόλο απολαυστικός ο Δημήτρης Τσιγκριμάνης) μονολογεί σαν τον «τρελό» του Σαίξπηρ για την Τάνια (που την υποδύεται με απολαυστική ευθραυστότητα η Μιράντα Ζησιμοπούλου) και για την αγάπη της για την Αμερική, αναπτύσσοντας μια βιοσοφία του fool και χρησιμοποιώντας τη σφουγγαρίστρα του με ιδιαίτερο χιούμορ.
![]() |
|
Η συγγραφέας αναπτύσσει μια ρητορική συναδέλφωσης που είναι πολύ σημαντική: οι Ασκενάζι Εβραίοι του Ισραήλ πρέπει να αναζητήσουν τους συνδετικούς τους κρίκους με τους Μιζράχι. |
Η Τάνια εμφανίζεται και δίνει στον Μουρίντ ένα πεντάλεπτο διορία για να τον εξετάσει, όμως όταν ο Μουρίντ αποκαλύπτει τι ακριβώς αναζητά, η Τάνια θυμώνει και αντιδρά σπασμωδικά. Γρήγορα η ανάσα της θα ταυτιστεί με την ανάσα του γιου του Μουρίντ, που έχει μεταμοσχευθεί στο στήθος της μέσω των πνευμόνων του. Είναι πολύ χαρακτηριστική η προσωποποίηση της σφουγγαρίστρας από τον Σάμι: μια ποιητική σύνθεση όπου τα θραύσματα της ανθρώπινης ζωής μπορούν δυνητικά να ανασυνθέσουν την κατεστραμμένη ολότητα του πολιτισμού. Η μετενσάρκωση του γιου του Μουρίντ στο σώμα της Τάνια δίνει το κατάλληλο έδαφος στη συγγραφέα για ν’ αναπτύξει μια ρητορική συναδέλφωσης που είναι πολύ σημαντική: οι Ασκενάζι Εβραίοι του Ισραήλ πρέπει να αναζητήσουν τους συνδετικούς τους κρίκους με τους Μιζράχι. Το μαγευτικό μέρος του κειμένου είναι αυτό που αφορά τον οραματισμό.
Χωρίς πενικιλλίνη και φαγητό
Το τρίτο μονόπρακτο («The retreating world») ως κείμενο υστερεί, παρά τη συγκλονιστική ερμηνεία του Δημήτρη Τσιγκριμάνη. Πρόκειται για έναν μονόλογο (τύπου εκλαϊκευτικής διάλεξης) ενός νεαρού Ιρακινού στο Διεθνές Συνέδριο Περιστεριών της Βαγδάτης. Κάποτε συλλέκτης βραβευμένων πτηνών, ο Άλι τώρα πουλάει και το τελευταίο άδειο κλουβί από τη συλλογή του, ζώντας σε μιαν ερειπωμένη γη όπου ο χρόνος έχει πάψει να κυλά. Άμαχοι, αθώοι άνθρωποι αναζητούν χαλασμένες κονσέρβες ανάμεσα στα χαλάσματα και κάνουν την ανάγκη τους δημόσια, δίπλα στα ξεκοιλιασμένα πτώματα. Ο ιατρικός αποκλεισμός της Βαγδάτης μετά τον Πόλεμο του Κόλπου το 1991, οι φρικτές συνθήκες διαβίωσης των βομβαρδισμένων, το πένθος που επεκτείνεται στον κόσμο των πουλιών. «Το ξέρεις ότι ο άνεμος δεν έχει ήχο; Αυτό που κάνει τον ήχο είναι τα πράγματα που αγγίζουν το ένα τ’άλλο – κλαδί, γκρεμός, στέγη. Όλη αυτή η ορμή είναι η επαφή μεταξύ του ενός πράγματος και του άλλου».
![]() |
|
Στο τέλος οι τέσσερις πρωταγωνιστές συναντιούνται και πάλι επί σκηνής για να ενώσουν τις ανάσες τους |
Καθημερινοί θάνατοι (τελετουργική καταμέτρηση 5.000 νεκρών παιδιών κάθε μέρα), αδυνατότητα σύνταξης επιστολής παραπόνων στον ΟΗΕ ελλείψει μολυβιών, μια γιαγιά με λοίμωξη στα πόδια, ένα σωρό εκρηκτικά (καύσιμου αέρα, ναπάλμ, βόμβες διασποράς και πυρομαχικά απεμπλουτισμένου ουρανίου) παρελαύνουν ως τέρατα το ένα μετά το άλλο στον μονόλογο του Άλι. Και τον ζοφερό κατάλογο ολοκληρώνει ο αγαπημένος φίλος του, Σαμίρ, που σφαγιάστηκε μπροστά στα μάτια του. Τέλος, μια σπονδή θανάτου με τα οστά των κατακρεουργημένων περιστεριών: μια μακάβρια σύνθεση των τριών μονόπρακτων σε ενιαία τελετουργία, όπου οι τέσσερις πρωταγωνιστές συναντιούνται και πάλι επί σκηνής για να ενώσουν τις ανάσες τους.
Γενική αποτίμηση της παράστασης
Τα τρία μονόπρακτα διαδραματίζονται στη Λωρίδα της Γάζας, στη Δυτική Ιερουσαλήμ και στη Βαγδάτη, αντίστοιχα. Η θλίψη για τα βάσανα και την ανεπανόρθωτη απώλεια των αραβικών χωρών είναι το κυρίαρχο συναίσθημα αυτής της σύνθεσης, που επιστρατεύει αληθινά περιστατικά και τα μετακυλίει σ’ ένα σκηνικό μαγικού ρεαλισμού. «Χόμα Ου Μιγκντάλ» είναι η φράση που επαναλαμβάνουν σαδιστικά ο Ισραηλινός στρατιώτης και ο αρχιτέκτονας σε γλώσσα Γίντις, στο πρώτο μονόπρακτο. Αυτή η εν χορώ επαναλαμβανόμενη φράση σημαίνει «Τείχος και Πύργος», το «λίκνο του έθνους» που «έκανε την έρημο να ανθίσει»: την εισβολή με το έτσι θέλω σ’ έναν ξένο τόπο, δηλαδή. Η Ναόμι Γουάλας γράφει πραγματική ποίηση, εντάσσοντας στο κείμενό της τον Ρόμπερτ Φροστ: «Κάποιοι λένε πως ο κόσμος μας θα σβήσει στη φωτιά. Αλλοι λένε στον πάγο. Επειδή γνώρισα το πάθος μέσα μου βαθιά, είμαι απ’αυτούς που λένε “στη φωτιά”».
![]() |
|
Η σκηνοθετική πινελιά της Τατιάνας Λύγαρη διασώζει το κείμενο από τη στενά «διδακτική» του διάσταση και τη σαφή του αντιαποικιοκρατική στράτευση |
Πολύ χαρακτηριστική η ενδυματολογική παρέμβαση της Αφροδίτης Ψυχούλη και απόλυτα επιτυχημένοι οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου. Οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου και η μουσική του Μηνά Αλεξιάδη ακούγονται με τον Κυριάκο Ταπάκη στο ούτι και τον Στέφανο Δορμπαράκη στο κανονάκι. Πολύ επιδραστική η κινησιολογία της Φαίδρας Σούτου. Η σκηνοθετική πινελιά της Τατιάνας Λύγαρη διασώζει το κείμενο από τη στενά «διδακτική» του διάσταση (που είναι, έτσι κι αλλιώς, πολύ έντονη) και τη σαφή του αντιαποικιοκρατική στράτευση (που δεν είναι απαραίτητα κατακριτέα) για να σταθεί στο ανοιχτό ποιητικό αίτημα για αναστοχασμό και συναδέλφωση. Η μετάφραση του Σήφη Βαρδάκη, ζωντανή και ακριβής, συμβάλλει αποτελεσματικά στην επίγευση της παράστασης, που είναι η έντονη συγκίνηση.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Κείμενο: Naomi Wallace
Μετάφραση: Ιωσήφ Βαρδάκης
Σκηνοθεσία-σκηνικό: Τατιάνα Λύγαρη
Πρωτότυπη μουσική, σύνθεση-σχεδιασμός ήχου: Μηνάς Ι. Αλεξιάδης
Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Κοστούμια: Αφροδίτη Ψυχούλη
Χορογραφίες: Φαίδρα Σούτου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Α’ βοηθός σκηνοθέτριας: Ευθύμης Χρήστου
Β’ βοηθός σκηνοθέτριας: Μιράντα Ζησιμοπούλου
Στούντιο ηχογράφησης: S LAB studio
Παίζουν οι μουσικοί: Κυριάκος Ταπάκης, Στέφανος Δορμπαράκης
Γραφιστικός σχεδιασμός-trailer: Μαύρα Γίδια
Φωτογραφίες: Υπατία Κορνάρου
Βιντεοσκόπηση: Γιώργος Χαρίσης
Υπεύθυνος ήχου: Γιώργος Στεφανακίδης
Υπεύθυνος φώτων: Παναγιώτης Πλασκασοβίτης
Επικοινωνία: ArtsPR
Παραγωγή: Καλλιτεχνική Εταιρεία ΑΞΑΝΑ
Πρωταγωνιστούν: Φανή Γέμτου, Δημήτρης Γεωργαλάς, Μιράντα Ζησιμοπούλου, Δημήτρης Τσιγκριμάνης


























