
Για την παράσταση του Γιάννη Τσίρου «Άγριος σπόρος», σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη, στο Θέατρο Μικρό Χορν.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είχα την ευτυχία να παρακολουθήσω, στο Θέατρο Μικρό Χορν, τον «Άγριο σπόρο» του Γιάννη Τσίρου στην άρτια σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη. Το έργο πρωτοανέβηκε από τη θεατρική ομάδα «Νάμα», το 2013 στο «Επί Κολωνώ», σε σκηνοθεσία Ελένης Σκότη (με τους Τάκη Σπυριδάκη, Ντάνη Γιαννακοπούλου και Ηλία Βαλάση) και συνεχίστηκε έως το 2025 (με τους Στάθη Σταμουλακάτο, Χριστίνα Μαριάννου και Χρήστο Κοντογεώργη). Επίσης ανέβηκε την άνοιξη του 2014 για είκοσι παραστάσεις στο «Ακροπόλ», σε σκηνοθεσία Τσέζαρις Γκραουζίνις (με τους Ιεροκλή Μιχαηλίδη, Κίμωνα Κουρή και Μυρσίνη Χρυσοχοΐδου). Ο «Άγριος σπόρος» βραβεύθηκε ως νεοελληνικό έργο με το «Βραβείο Νίκος Ζακόπουλος». Στην τωρινή σκηνοθεσία της Σοφίας Καραγιάννη ο Ηλίας Βαλάσης παίρνει τον κεντρικό ρόλο του Σταύρου.
Η οικογενειακή επιχείρηση
Σε απροσδιόριστο τουριστικό τόπο της Ελλάδας (Αμμούδι;), μια παραθαλάσσια καντίνα αριστερά, με το τιμολόγιο σε πινακάκι με κιμωλία και δυο τραπέζια τσίγκινα με καρέκλες. Δεξιά, ένα περιφραγμένο με ελενίτ οικόπεδο με μισοσβησμένη επιγραφή «Πωλούνται οικόπεδα». Η πλατεία του θεάτρου (εμείς) είμαστε ο αιγιαλός (φανταζόμαστε τις καλαμιές και τις καβάντζες στα αρμυρίκια) προς τον οποίον θα στραφούν τα κιάλια των ηθοποιών κατά τη διάρκεια της παράστασης. Η αφαιρετική απόδοση του σκηνικού (ένας στυλιζαρισμένος ρεαλισμός) επιτρέπει τις ποιητικές υπερβάσεις του έργου, και σ’ αυτό διαπρέπει η Γεωργία Μπούρδα. Ο Σταύρος βγαίνει, φορά τις γαλότσες του και περιγράφει λεπτομερώς, τελετουργικά και με μια λαγνεία του αίματος, πώς σφάζει ένα γουρούνι. Ο Ηλίας Βαλάσης αναλαμβάνει μια λιτή, αρρενωπή διεκπεραίωση αυτού του γεμάτου ένταση ρόλου, κινούμενος ανάμεσα σε μια κτηνώδη αγριότητα και μιαν ανείπωτη γλυκύτητα. Είρων, αγροίκος, θερμοκέφαλος, φωνακλάς, αθυρόστομος, μπλαζέ, αγέρωχος και χαριτωμένος, ο πολύ καλός ηθοποιός αποδίδει το σύνδρομο ορφάνιας και στέρησης που οδηγεί σε μιαν «αλήτικη» στάση ζωής, έκνομη και ριψοκίνδυνη.

Η παρακμιακή αυτή καντίνα μετά βίας βγάζει τα έξοδά της και παράνομο, οικολογικά επιλήψιμο και υγιειονομικά ύποπτο είναι και το χοιροστάσιο που διατηρεί ο εκδοροσφαγέας κοντά στην κατοικημένη περιοχή. Τα συρτάρια του Σταύρου είναι ξέχειλα από κλήσεις και λογαριασμούς που χρωστά, ωστόσο αυτός δεν πτοείται: «Αντέχουμε ρεεε!...Αντέχουμε!...». Η κόρη του, η Χαρούλα, αρχικά προσηλωμένη στη δουλειά της, βουτηγμένη στα σουβλάκια, τη λίγδα και τις ψησταριές, έρχεται να συμπληρώσει το δίπτυχο πατέρα-κόρης, αφήνοντας να πλανάται η αμφιθυμία της σχετικά με τις επιλογές της απομακρυσμένης (στα πρόθυρα διαζυγίου) μάνας της και του μποέμ πατέρα της, στον οποίον όμως έχει καταφανή αδυναμία. Η Ανθή Σαββάκη αποδίδει με εκπληκτική ωριμότητα τον χαρακτήρα αυτής της ταλαιπωρημένης αλλά ερωτικής νέας γυναίκας, που βιώνει μαζί με τον πατέρα της τη διαρκή απειλή της προσωρινότητας.
Το ελληνοπρεπές σκηνικό
Μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο, με την είσοδο του αστυνομικού Τάκη (ενός προσώπου οικείου στον Σταύρο, ενός προσώπου που θα χαρακτηριζόταν άνετα «φίλος της οικογένειας») έρχεται και η ανησυχαστική είδηση ότι ο νεαρός νεόπλουτος Γερμανός camper και γυμνιστής Βόλφγκανγκ έχει αναίτια εξαφανιστεί και ότι οι Γερμανοί γονείς του διεξάγουν έρευνα στην αιγιαλίτιδα ζώνη, με την υποψία της δολοφονίας του. Αν και παλιός πελάτης του μαγαζιού (ο ίδιος έχει συγκαλύψει τα τεράστια χρέη του με προσωπική μεσολάβηση) υιοθετεί τώρα στάση καχυποψίας και παίρνει κατάθεση από τον Σταύρο και τη Χαρούλα. Ο επαρχιώτης αστυνομικός συντάσσεται με την περιρρέουσα αντίληψη και με άκαμπτο τρόπο επιδεικνύει την εξουσία του στον κατά πολύ μεγαλύτερό του Σταύρο: «Ποιος σε κέρναγε παγωτά και γκαζόζες ρε, όταν ήσουνα νιάνιαρο; Ποιος σου ‘μαθε ποδήλατο; Με ξέρεις τριάντα χρόνια, και με κοιτάς κι εσύ όπως οι άλλοι;» Ο Δημήτρης Μαμιός κλιμακώνει τη λεπτή ειρωνεία του και παραπαίει ανάμεσα στη φιλία και τον εξουσιαστικό του ρόλο με αγχώδη, σπασμωδικό ρυθμό ερμηνείας.

Η καντίνα, το χοιροστάσιο, όλη η επιβίωσή τους αίφνης βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο, γιατί η προκατάληψη του χωριού, η ψυχρή έρευνα των Γερμανών και η πεπλανημένη κοινή αντίληψη απόδοσης ευθυνών έχει αρχίσει να στοχοποιεί επικίνδυνα του Σταύρο και την κόρη του: στα μάτια του κόσμου είναι αναξιόχρεοι, χασάπηδες, επικίνδυνοι. Η κοινωνική αντίληψη είναι ήδη λαξευμένη στη γλώσσα του Σταύρου: «Πώς μπορούνε, ρε Χαρούλα, με τόσο φως γύρω τους, να κάνουν τέτοιες σκέψεις... Μπορεί να τους θυμίζω κάτι που θέλουν να ξεχάσουνε... Γι’ αυτό δεν τους αρέσω... Δεν μπορώ όμως να χαθώ από μπροστά τους… Ούτε να μην τους χαλώ τη θέα του τοπίου… Γιατί είμαι κι εγώ μες το τοπίο... Μέρος του τοπίου είμαι... Υπάρχω... Και δεν σκοπεύω να πάψω να υπάρχω...»
Το ελληνοπρεπές σκηνικό
Το έργο του Τσίρου, παρά τη σαφώς ρεαλιστική του αφόρμηση και παρά τους λαϊκούς χαρακτήρες που φιλοτεχνεί, κινείται με άνεση ανάμεσα στο αστυνομικό θρίλερ και τη σάτιρα. Η κοινωνική παθογένεια που αποκαλύπτει αφορά τη χρονική περίοδο μετά τη Μεταπολίτευση και στοχεύει στις πελατειακές σχέσεις, στο ρουσφέτι και στην ανομία που διέρρηξαν σταδιακά τον κοινωνικό ιστό: «Με τα ψέματα ζούμε. Αν λέγαμε την αλήθεια, θα είχαμε αφανιστεί» είναι η φράση που εκφράζει τη βιοσοφία των κατώτερων τάξεων, και που θα μπορούσε να μεταφραστεί με δύο τρόπους: είτε ως απόδειξη της αναξιοπιστίας που κακοήθως αποδίδουν οι Ευρωπαίοι στους Έλληνες μετά την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, είτε ως επιλογή ζωής των κοινωνικά απόκληρων της κρίσης, που επιστρατεύουν ντόμπρα τη λαμογιά γιατί δεν έχουν άλλη επιλογή.

Ο ίδιος ο συγγραφέας γράφει: «Μέσα σ’ ένα περιβάλλον εθνικής αυταρέσκειας, οι εθνικές προκαταλήψεις, απαλλαγμένες από ατομική συνείδηση και συναισθήματα, αποκτούν τη σκληρότητα ενός λαϊκού κατηγόρου. Φταίχτες είναι οι άλλοι. Από αντίδραση, λοιπόν, στις κατηγορίες αυτών των προκαταλήψεων, ίσως προκατειλημμένος κι εγώ, τοποθετώ συνειδητά τα πρόσωπα του έργου μου σ’ ένα επαρχιακό τοπίο όπου η ανυποταξία στους νόμους γίνεται καθημερινή άσκηση επιβίωσης. Σ’ αυτό το τοπίο οι κατηγορούμενοι δεν κατανοούν ποτέ με ακρίβεια τους λόγους για τους οποίους κατηγορούνται. Η απολογία τους είναι πάντα αδύναμη, γιατί το κατηγορητήριο βασίζεται πάντα σε μισές αλήθειες. Αλλά όταν η μισή αλήθεια συμπληρώνεται από προκατάληψη είναι αρκετή για καταδίκη».
Γενική αποτίμηση της παράστασης
Η σκηνοθετική ματιά της Σοφίας Καραγιάννη αντλεί από το κείμενο του Τσίρου τις ψυχογραφικές παραμέτρους που έχει ανάγκη αυτό το είδος σκληρού ρεαλισμού στο θέατρο. Η εναλλαγή της ωμής εκμυστήρευσης με την ποιητικότητα είναι έκδηλη σε αυτό το έργο, όπου η κλιμάκωση και η διάδοχη αποκλιμάκωση των εντάσεων σκόπιμα δεν οδηγεί σε μια τελική έκβαση «εκτόνωσης», αλλά αφήνει στο τέλος φορτισμένο τον θεατή, με ανοικτό το πεδίο των εκρήξεων. Η σκιαγράφηση της βίας (και του κατευνασμού της σε σημείο επανάπαυσης) ως ψυχολογικής βίας που ασκεί ο στερεοτυπικός κοινωνικός περίγυρος αποτυπώνεται στα λόγια του Σταύρου: «Τα άλλα γουρούνια ακούνε τα σκουξίματα κι αναστατώνονται…αλλά μετά από λίγο τούς πάω φαΐ και το ξεχνάνε».
Άριστα χορογραφημένη η κίνηση της Μαργαρίτας Τρίκκα, ιδιαίτερα στα σημεία όπου ο φωτισμός αλλάζει και οι χαρακτήρες δίνουν, σαν υπνωτισμένοι, την «επίσημη» κατάθεση της αστυνομίας. Εξαιρετικά ευαίσθητο, με κορυφώσεις εσωτερικής ερμηνείας, το ντουέτο πατέρα-κόρης στο εμπρός μέρος της σκηνής, σε καταμέτωπο επαφή με τους θεατές. Έξοχοι οι φωτισμοί της Βασιλικής Γώγου και αποφασιστικής σημασίας το μουσικό τοπίο του Νικόλαου Καζάζη. Το πιο ενδιαφέρον (θεατρικά και εικαστικά) της προσέγγισης που κάνει η κυρία Καραγιάννη είναι, νομίζω, η αδρή απόδοση του ψυχικού τοπίου του Σταύρου. Οι ρίζες του είναι εκεί, τα σχοινιά που τον δένουν με την καντίνα του είναι σπαρμένα εκεί, ο σπόρος αυτός διακρίνεται όντως για την αγριότητά του: «Άγριος σπόρος φύτρωσε – σ’ ακρογιαλιά και βράχο... Χίλιους ανθούς επέταξε – και άλλα χίλια αγκάθια... Οι ανθοί μοσχομυρίζανε – τ’ αγκάθια όμως τρυπούσαν... Χιλιάδες προσπαθήσανε – να τόνε ξεριζώσουν... Μα σα τόνε ξερίζωναν – σκόρπιζαν χίλιοι σπόροι... Μια ακρογιαλιά είν’ όλη η χώρα. Παντού φυτρώνουμε»...
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ
Συγγραφέας: Γιάννης Τσίρος
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Ερμηνεία (αλφαβητικά): Ηλίας Βαλάσης, Δημήτρης Μαμιός, Ανθή Σαββάκη
Πρωτότυπη μουσική & Σχεδιασμός Ήχου: Νικόλας Καζάζης
Σκηνικά/Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Σχεδιασμός Φωτισμών: Βασιλική Γώγου
Κίνηση: Μαργαρίτα Τρίκκα
Βοηθός Σκηνοθέτη: Σοφία Χατζηευθιμιάδη
Βοηθός Σκηνογράφου: Ηρώ Παρδαβέλλα
Φωτογραφίες παράστασης: Γιώργος Καλφαμανώλης
Διεύθυνση καλλιτεχνικού προγραμματισμού και επικοινωνίας: Ελίνα Λαζαρίδου
Τμήμα Επικοινωνίας: Όλγα Κομνηνού, Ιωάννα Ζωζέφα Πέγκου
Δημόσιες Σχέσεις: Μαργαρίτα Μαρμαρά
Παραγωγή: Αθηναϊκά Θέατρα






















