
Για την παράσταση του Ντέιβιντ Μάμετ (David Mamet) «Αμερικάνικος Βούβαλος», σε σκηνοθεσία Γιάννη Μπέζου, στο θέατρο «Σημείο».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδαμε στο θέατρο «Σημείο» τη σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννη Μπέζου στο κλασικό (πια) έργο του Ντέιβιντ Μάμετ «Αμερικάνικος Βούβαλος». Το έργο πρωτοανέβηκε το 1977 στο Broadway, καθιερώνοντας οριστικά τον Μάμετ στο πάνθεο των σημαντικών σύγχρονων δραματουργών, η γλωσσική ιδιοτυπία και ο σκληρός ρεαλισμός του οποίου διάνοιξε έναν νέο δρόμο στο θέατρο χαρακτήρων. Γραμμένο το 1975, το έργο παρουσιάζει μιαν απομονωμένη μικροκοινωνία που εκπροσωπείται επί σκηνής από τρεις περιθωριακούς αντρικούς χαρακτήρες. Στους ρόλους αυτούς ο Γιώργος Νινιός, ο Αντώνης Κρόμπας και ο Σταύρος Τσουμάνης.
Sweet American Dream
Ψευδαίσθηση της «αρπαχτής», το όνειρο του αυτοδημιούργητου που δρα στα διάκενα νόμου μιας κοινωνίας αποδιαρθρωμένης, μια αποτελμάτωση που συνάδει με τον ανεδαφικό χαρακτήρα αυτού του ονείρου, η μόνιμη καταδίκη στην «απέξω» και ο αμοιβαίος κανιβαλισμός, λεπτές ισορροπίες μεταξύ εμπιστοσύνης και καχυποψίας, και όλα αυτά στο σκηνικό ενός παρακμιακού παλαιοπωλείου. Ο ιδιοκτήτης του, ο Ντον, πουλά ένα κέρμα που φέρει χαραγμένο από τη μια μεριά έναν ινδιάνο κι από την άλλη έναν αμερικάνικο βούβαλο – και το πουλά πανάκριβα. Ωστόσο, η απληστία του τον οδηγεί στο να πιστεύει πως πρέπει να κερδοσκοπήσει κι άλλο, εμπορευόμενος το ίδιο ακριβώς νόμισμα.
Ο Γιώργος Νινιός δίνει μια στιβαρή, υπολογίσιμη παρουσία στον ρόλο του Ντον: ο φλεγματισμός του, ο σαρκαστικός, αργός, μάγκικος τρόπος εκφοράς του λόγου, η συνεχής «απόσταση ασφαλείας» από μια οριστική λήψη απόφασης, ο προστατευτικός-ηγετικός του ρόλος μέσα στην τριάδα, ο διδακτικός λόγος του περί «επαγγελματικής ηθικής», περί συνέπειας και περί υγείας και η σχέση του με το χρήμα, όλα υποστηρίζονται θαυμάσια. Νομίζω πως τυγχάνει και μιας θαυμάσιας σκηνοθετικής μεταχείρισης από τον Γιάννη Μπέζο.

Μια επιχείρηση επανάκτησης του νομίσματος ξεκινά (που υπογραμμίζεται από τη συνεχή αναφορά σε παρτίδες πόκερ και σε κόλπα εξαπάτησης), μια κλοπή στην οποίο καλείται να συνεργαστεί ο Μπομπ, ο φιλότιμος -καθώς νομίζει- βοηθός του. Τότε στη σκηνή εισέρχεται το τρίτο πρόσωπο του έργου, ο Τιτς, που θέλει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του Ντον εις βάρος του Μπομπ και να καρπωθεί μαζί του τη σχεδιαζόμενη διάρρηξη. Το αξιολογικό κριτήριο που προτάσσει ως στοιχείο υπεροχής είναι κωμικό, ανεπαρκές: «Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρεις γιατί, αλλά και οι δύο είμαστε σε καλύτερη θέση». Ένα τέταρτο πρόσωπο που δεν εμφανίζεται ποτέ επί σκηνής είναι ο Φλέτσερ, απατεώνας γνωστός για τις ικανότητές του στη διάρρηξη. Επίσης, μόνο λεκτικά αναφέρονται δύο γυναικείες παρουσίες απόλυτα απαξιωμένες. Επειδή ο Φλέτσερ αργεί στη συνάντηση της συμμορίας, ο καχύποπτος, αιματώδης Τιτς υποψιάζεται ότι ο νεαρός Μπομπ συνεργάζεται πίσω από την πλάτη τους με τον Φλέτσερ ώστε να κερδίσουν αυτοί τα κλοπιμαία. Ο Σταύρος Τσουμάνης «δίνει ρέστα» στον ρόλο του Μπομπ, ενός ανερμάτιστου «παιδιού της φάπας» που έχει στο αίμα του την παρανομία και το ήθος της χύδην συναλλαγής, διαρκώς ψεύδεται και βουλιάζει μόνος του στην αυταπάτη μιας ουδέποτε εξαπολυθείσας επιχείρησης. Το ψέμα του είναι σχεδόν αθώο, γιατί εκπορεύεται από μιαν ιδιοσυγκρασιακή αναπηρία.
Nothing is happening
Δεν έχουν, όμως, τόση σημασία οι πραγματολογικές λεπτομέρειες, ούτε η υπόθεση και η εξέλιξή της, γιατί απλούστατα σ’ αυτό το έργο δεν συμβαίνει απολύτως τίποτε: οι τρεις αυτοί χαρακτήρες είναι απολύτως παγιδευμένοι στο χιμαιρικό σχέδιο που καταστρώνουν ερήμην της πραγματικότητας. Κατ’ ουσίαν, η επιθετική -κατά σημεία και χυδαία- γλώσσα που επιστρατεύει ο Τιτς ανακλούν το χαμηλό κοινωνικό-πολιτιστικό του επίπεδο. Στον ρόλο του Τιτς, ο Αντώνης Κρόμπας χτίζει έναν άρτιο ανθρώπινο τύπο, του άξεστου αεριτζή, του φαφλατά, του miles gloriosus σε σύγχρονο context. Μιλώντας ανορθόδοξα με κριτήρια της πολιτικής ορθότητας, δηλαδή αναφερόμενος σεξιστικά στις «λεσβίες», ρατσιστικά στους μετανάστες και απαξιωτικά στους «απατεώνες του τζόγου», ουσιαστικά αυτοϋποσκάπτεται. Η αγένειά του είναι η αγένεια ενός ξεπεσμένου κινηματογραφικού αστέρα. Και οι αμπελοφιλοσοφίες που εκστομίζει εκπορεύονται από τον ασίγαστο πόθο του «να πιάσει την καλή».

Όταν ο Μάμετ έγραψε τον «Αμερικάνικο Βούβαλο», πρόθεσή του ήταν να καταφερθεί κατά του παραπειστικού χαρακτήρα του αμερικανικού ονείρου και ν’ αποκαλύψει πόσο διαβρωτικά λειτουργεί αυτό στον ψυχισμό των ανθρώπων, πόσο παρεμποδίζει τη θέσπιση ειλικρινών σχέσεων, πόσο συγγενές είναι αυτό το «όνειρο» με την εξαπάτηση, την ανομία, την απόκλιση, με οτιδήποτε τέλος πάντων φαντάζει αφύσικο και ξένο προς την ανθρώπινη υπόσταση: το έργο μιλά, άρα, για την απανθρωποποίηση των σχέσεων, για την αλλοτρίωση, για την πικρή κωμωδία της ανέφικτης καριέρας και για το καθημερινό τίμημα πόνου που η επιδίωξή της συνεπάγεται. Εφόσον «μεταξύ κατεργαρέων ειλικρίνεια», ανοίγει ο ασκός του Αιόλου και όλα τα εκκρεμούντα ζητήματα βγαίνουν στη φόρα. Διαρρηγνύεται προς στιγμήν η επισφαλής ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης και η βία εισβάλλει στο έργο. Σαν τα αποξεχασμένα αντικείμενα του παλαιοπωλείου που επιλέγει η καλή σκηνογράφος Νατάσα Παπαστεργίου, οι τρεις ήρωες τρώνε τις σάρκες τους για να καταστήσουν αντιληπτή την παρουσία τους στον κόσμο, διερχόμενοι, μάλιστα, όλη την γκάμα του κυρίαρχου συστήματος αξιών. Φιλία, έρωτας, τρυφερότητα, ανθρωπιά, όλα διαψεύδονται στον «Αμερικάνικο Βούβαλο» και η διάψευσή τους προκύπτει απ’ αυτό που τελικά επικρατεί: από την ηθική της συναλλαγής, από την αγοραία ηθική που αποβλέπει αποκλειστικά στο υλικό κέρδος.
Φιλοτεχνώντας τα «κακά παιδιά»
Ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του έργου συνίσταται σε μιαν εκ του αντιστρόφου νοηματοδότηση της αλήθειας, που τελικά αποκαλύπτεται στους ρυθμούς μιας μίνι τραγωδίας: ο θησαυρός που κυνηγούν και οι τρεις είναι άνθρακες. Κανείς τους δεν είναι αξιόπιστος, ανασφάλεια υποκρύπτεται και στην παραμικρή κουβέντα που εκστομίζουν, μια νευρωτική λαχτάρα για trust (με τη διπλή έννοια: της εμπιστοσύνης και της προτεσταντικής «τραπεζικής» φερεγγυότητας) προσκρούει στην ανασφάλεια του κατατρεγμένου, ενώ κυρίαρχη είναι η πρόθεση και των τριών να χειραγωγήσουν τους άλλους. Δεξιοτέχνης στη διάπλαση της φιγούρας του ματαιωμένου δυτικού ανθρώπου, ο Μάμετ μιλά εμμέσως για την απώλεια του εαυτού. Τα δύο (απόντα) γυναικεία μέλη αυτής της «μικροκοινότητας» λειτουργούν στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος.

Ο Ντον, ο Τιτς, ο (επίσης απών) Φλέτσερ, ο νεαρότερος Μπομπ, ακόμη και οι δύο «γκόμενες» που πλανώνται στο φαντασιακό του έργου, όλοι βράζουν στο ίδιο καζάνι, συναποτελούν μια κοινότητα από «εξυπνάκηδες» outsiders που παίζουν ρεαλιστικά ένα θέατρο του παραλόγου και οι βαρύγδουπες κουβέντες τους εξακοντίζονται σαν τις μπάλες του μπάτμιντον κι επανέρχονται απονευρωμένες. Στο μεταξύ, δυσοίωνα υπόγεια ρεύματα διατρέχουν το έργο. Ύποπτες και καταθλιπτικές προοπτικές σχεδιασμού μιας ληστείας που δεν θα γίνει ποτέ, η άχρηστη «συμβουλή» ενός εγχειριδίου διατίμησης των αμερικανικών νομισμάτων, καυστικές φλυαρίες απελπισμένων μικροαπατεώνων. Όλα αυτά σε μιαν άρτια δραματουργική επεξεργασία, με καλή απόδοση του πιντερικού «Mamet speach» και με έναν επιδέξιο χειρισμό των ερμηνευτικών δυνατοτήτων των τριών ηθοποιών του, καθιστούν τη σκηνοθεσία του Γιάννη Μπέζου ισάξια πολλών άλλων προσεγγίσεων των προκατόχων του – κορυφαία ανάμεσα στις οποίες ήταν εκείνη του 1992 σε μετάφραση του Δημήτρη Τάρλοου και σκηνοθεσία του αείμνηστου Τάσου Μπαντή, με τους Καταλειφό, Κέντρο και Τάρλοου στους τρεις ρόλους.
Αλλαγή κατεύθυνσης
Ο Ντέιβιντ Μάμετ γεννήθηκε στο Σικάγο στις 30 Νοεμβρίου του 1947 και ζει στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια. Είναι, επίσης, μυθιστοριογράφος, σεναριογράφος, τηλεοπτικός παραγωγός, σκηνοθέτης, ενίοτε δοκιμιογράφος και στιχουργός. Έχει γράψει πολλά θεατρικά έργα, μεταξύ των οποίων τα «Glengarry Glen Ross» (Οικόπεδα με θέα), για το οποίο τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ και το βραβείο του Κύκλου Θεατρικών Κριτικών της Νέας Υόρκης, «Oleanna» (Ολεάννα) και «American Buffalo». Έχει σκηνοθετήσει τις κινηματογραφικές ταινίες «House of Games» («Η λέσχη της απάτης»), «Things Change» («Ο λούστρος και η Μαφία»), «Homicide» («Ανθρωποκτονία»), «State and Main» και «Heist» («Το κόλπο»). Η στροφή που έκανε μέσα στην τελευταία δεκαετία είναι θεαματική: εμφανίστηκε στο Fox News και, υπερασπιζόμενος το μοχθηρό και αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο της Φλόριντα για την «Εκπαίδευση Γονικών Δικαιωμάτων», είπε στον Mark Levin ότι οι εκπαιδευτικοί «κλίνουν προς» την παιδοφιλία και ότι οι μαθητές εκφοβίζονται. Έχει αποκηρύξει κάθε φιλελεύθερη επιλογή του παρελθόντος του και έχει κάνει στροφή προς τον συντηρητισμό: τάσσεται υπέρ της οπλοφορίας, υποστηρίζει τον Τραμπ και γίνεται, τελικά, απολογητής του συστήματος.
(...) δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι ο συγγραφέας αγαπά αυτούς τους αγχωμένους άνεργους του λούμπεν προλεταριάτου, τους «ξερόλες», τους κομπαστές, τους ηττημένους της ζωής, παρά το γεγονός ότι τους επινοεί για να στηλιτεύσει τη μήτρα που τους γέννησε.
«Άρχισα να αμφισβητώ τι πραγματικά σκεφτόμουν και διαπίστωσα ότι δεν νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι βασικά καλοί στην καρδιά. Πράγματι, αυτή η άποψη για την ανθρώπινη φύση έχει ωθήσει και έχει διαμορφώσει τη γραφή μου τα τελευταία 40 χρόνια», έγραψε στο The Voice. «Νομίζω ότι οι άνθρωποι, σε συνθήκες στρες, μπορούν να συμπεριφέρονται σαν γουρούνια, και ότι αυτό, πράγματι, δεν είναι μόνο ένα κατάλληλο θέμα, αλλά το μόνο δυνατό θέμα ενός θεατρικού έργου». Κατ’ εμέ, η τελική έκβαση της ιδεολογίας του Μάμετ ταιριάζει απόλυτα με το σημείο εκκίνησής του: δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι ο συγγραφέας αγαπά αυτούς τους αγχωμένους άνεργους του λούμπεν προλεταριάτου, τους «ξερόλες», τους κομπαστές, τους ηττημένους της ζωής, παρά το γεγονός ότι τους επινοεί για να στηλιτεύσει τη μήτρα που τους γέννησε. Οι συζητήσεις των ηρώων του γίνονται για να γίνουν, ενώ η ατμόσφαιρα (με σκηνικά αντικείμενα που αφθονούν μέσα στην παρακμή τους) λειτουργεί επιβαρυντικά. Μέσα και πίσω απ’ όλα αυτά, ωστόσο, υπάρχει μια αύρα φροντίδας και τρυφερότητας, μόνο που αυτή διεξάγεται σ’ έναν άβακα macho, απαράδεκτα σεξιστικό και ανδροκεντρικό. Η βωμολοχία τους είναι θωράκιση απέναντι στο βάναυσο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον, αποτύπωμα της περιθωριοποίησης και της αδυναμίας τους να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις μιας «κανονικής» ζωής.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μετάφραση: Νικολέτα Κοτσαηλίδου
Σκηνοθεσία: Γιάννης Μπέζος
Σκηνογραφος - Ενδυματολογος: Νατάσσα Παπαστεργίου
Φωτιστκός σχεδιασμός: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Βοηθός σκηνογράφου - ενδυματολόγου: Μαριάνθη Ράδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Κωνσταντίνα Νταντάμη
Επικοινωνία - Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη
Social Media - Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας
Διεύθυνση Παραγωγής: Λαμπρίνα Καραγιαννίδου
Παραγωγή: Θεάτρου Τέχνη
Ερμηνεύουν: Γιώργος Νινιός, Αντώνης Κρόμπας, Σταύρος Τσουμάνης






















