
Για την παράσταση «Στην εξοχή» του Μάρτιν Κριμπ (Martin Crimp), σε σκηνοθεσία της Αικατερίνης Παπαγεωργίου, στο θέατρο «Αποθήκη».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδαμε, στο θέατρο «Αποθήκη», το ψυχολογικό δράμα «Στην εξοχή» του Μάρτιν Κριμπ, στην ξεχωριστή σκηνοθετική προσέγγιση της Αικατερίνης Παπαγεωργίου. Αυτό το βρετανικό έργο, αρκετά γριφώδες και υπαινικτικό, αρθρωμένο σαν παζλ εκτός της παραδοσιακής γραμμικής φόρμας, πρωτοπαρουσιάστηκε το 2002 στο Royal Court, ενώ είναι η δεύτερη φορά που ανεβαίνει στην Ελλάδα. Τα έργα του Κριμπ πρωτοανακαλύφθηκαν από το θέατρο Orange Tree του Λονδίνου κατά τη δεκαετία του 1980: έκτοτε ο συγγραφέας καθιερώθηκε ως στυλίστας.
Home, sweet home
Ο γιατρός Ρίτσαρντ και η σύζυγός του Κορίν έχουν μετακομίσει με τα παιδιά τους στο εξοχικό τους σπίτι (cottage), σε μια βρετανική επαρχία. Ο Ρίτσαρντ έχει φέρει στο σπίτι μια νεαρή γυναίκα ονόματι Ρεβέκκα που υποτίθεται ότι βρήκε σε άθλια κατάσταση σ’ ένα χαντάκι στην άκρη του δρόμου, ενώ επέστρεφε οδηγώντας από δουλειά. Η Κορίν επιδεικνύει μεγάλη ανασφάλεια και καχυποψία απέναντι σ’ αυτήν την «εισβολέα που μπήκε στο σπίτι νυχτιάτικα», καχυποψία που εντείνεται όταν βρίσκει στην τσάντα της σύριγγες ναρκωτικών: σ’ αυτό το σημείο αποκαλύπτεται πως ο Ρίτσαρντ, που βρίσκεται σε προσπάθεια απεξάρτησης, τελικά δεν είναι τόσο «καθαρός». Τα παιδιά του ζευγαριού δεν εμφανίζονται ποτέ επί σκηνής, και το ίδιο συμβαίνει και με τον μυστηριώδη συνάδελφο και φίλο, τον Μόρις, που συμπληρώνει φαντασιωσικά ένα «τετράγωνο» χαρακτήρων.

Η Κίττυ Παϊταζόγλου φιλοτεχνεί τον ρόλο της Κορίν με απόλυτο έλεγχο των κινήσεων και των εκφράσεών της, εξισορροπώντας ανάμεσα στη μανιέρα που της επιβάλλεται από τη σκηνοθεσία και στο προσωπικό της ερμηνευτικό ύφος. Ο Μιχάλης Βαλάσογλου, αντίθετα, λειτουργεί απόλυτα στα πλαίσια της κινησιολογικής υπόδειξης, προβάλλει τον αισθησιασμό του και κυριολεκτικά «τρώγεται με τα ρούχα του». Η Μαρία Κυρώζη εντυπωσιάζει με την ερμηνεία της στον ρόλο της Ρεβέκκας, παρά το γεγονός ότι είναι πρωτοεμφανιζόμενη σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Η εναλλαγή των κανονικών παύσεων με τις «μικρές» παύσεις στο κείμενο, καθώς και η υποβλητική μουσική του Διαμαντή Αδαμαντίδη υπογραμμίζουν το καφκικό κλίμα αυτών των διαλόγων «οικογενειακού τρόμου».
Μυστικά και ψέματα
Το εφιαλτικό κλίμα του έργου επιτείνεται από την αποκάλυψη της ερωτικής σχέσης του Ρίτσαρντ με τη Ρεβέκκα, από τη «μαύρη τρύπα» στην οποία έχουν πέσει οι δύο ναρκομανείς εραστές, όπως και από την αποτυχία του Ρίτσαρντ να φροντίσει έναν ετοιμοθάνατο ασθενή. Εξελισσόμενο όλο και πιο αινιγματικά από σκηνή σε σκηνή, το κείμενο διακρίνεται για τη στυλιζαρισμένη του γλώσσα και τις πολλές επαναλήψεις, ενώ η σκηνοθέτις έχει κατ’ ουσίαν αναθέσει τη «χορογράφησή» του στην Χρυσηίδα Λιατζιβίρη. Το αποτέλεσμα είναι μια προσέγγιση απόλυτα φορμαλιστική, ενδιαφέρουσα αλλά κάθε άλλο παρά νατουραλιστική, καθώς το κρυφό νόημα ο θεατής το αναζητά πίσω από τις λέξεις (όπως συμβαίνει με τα pastiche των έργων του Πίντερ και μια μια σειρά άλλους συγγραφείς).

Σε έναν συνεχή κλεφτοπόλεμο «κατάκτησης και απώλειας», οι τρεις χαρακτήρες αυτού του ιψενικού τριγώνου κινούνται υπό τους ήχους του δάσους, εγκαθιδρύοντας τα άλυτα ζητήματά τους στους τέσσερεις τοίχους. Η κατ’ επίφασιν ειδυλλιακή ατμόσφαιρα υπονομεύεται συστηματικά στη σκηνοθετική προσέγγιση της κυρίας Παπαγεωργίου, είτε μέσω της αγχωτικής χαρτοκοπτικής, είτε μέσω των λούτρινων και των άλλων παιδικών παιχνιδιών που είναι μονίμως σπαρμένα δεξιά κι αριστερά, είτε μέσω της υποβολής του «ύπνου των παιδιών» στο πάνω δωμάτιο, κυρίως όμως μέσω της λεκτικής επίθεσης που εξαπολύει ο Ρίτσαρντ στην Κορίν έχοντας «λερωμένη τη φωλιά του». Οι «ποιμενικές» εικόνες και η ρομαντική γυναικεία ψυχοσύνθεση αναδεικνύουν πώς η Τέχνη διατηρεί το status της αναπαράγοντας πεπαλαιωμένες στάσεις ζωής: τη «φωλιά» της πυρηνικής οικογένειας ως αξία, την εξωτερική απειλή ενός τρίτου προσώπου που θα διασαλεύσει την ασφάλεια αυτής της «φωλιάς», τη μεταστροφή των χαρακτήρων, την αμοιβαία υποκρισία με τα «παγωμένα» χαμόγελα.
«Γιατί δεν με φιλάς;»
Προς το τέλος του έργου («εξήντα μέρες αργότερα»), έχει συντελεσθεί αλλαγή κλίματος, στην κατεύθυνση της απάλυνσης του πόθου και του συμβιβασμού του παντρεμένου ζευγαριού. Ο Ρίτσαρντ μετατρέπεται στον «φροντιστικό» άνδρα που εξαρχής ονειρεύεται η Κορίν. Όταν της λέει πως το ζευγάρι ψηλοτάκουνα που της δώρισε την κάνουν να φαίνεται πιο χυδαία και σέξυ, εκείνη ρωτά όλο υπονοούμενα: «Αυτό θέλεις;». Η ανασφάλεια σχετικά με τα αισθήματα του άντρα της παραμένει κυρίαρχο μοτίβο – γνώριμο ήδη από την αρχή του έργου, όταν η Κορίν επέμενε, ιδιαίτερα πιεστικά, να τη φιλήσει ο Ρίτσαρντ και εκείνος αρνιόταν με το πρόσχημα του ντους.
Το τηλέφωνο χτυπά επίμονα, όμως κανείς πια δεν το σηκώνει: το ζευγάρι έχει πετύχει την απόλυτη απομόνωση, άρα και τον απόλυτο συμβιβασμό.
Η αναφορά στα βουκολικά ειδύλλια του Βιργίλιου για την ιδεώδη ζωή στην ύπαιθρό διατρέχει τον σκληρό πυρήνα της θεματικής του έργου: ο ερωτικός καημός δεν θεραπεύεται στο βουκολικό περιβάλλον, αντιθέτως, όλες οι αστικές νευρώσεις μεταφέρονται εκεί αυτούσιες. Υποθέτω ότι πρόκειται για μια ειρωνική αναφορά στην αποτυχία του γάμου και στο υποκατάστατο ευτυχίας με την «τάχατες» λυτρωτική συνύπαρξη στην εξοχή – πράγμα που το υποβάλλει και ο τίτλος του έργου του Κριμπ. Το τηλέφωνο χτυπά επίμονα, όμως κανείς πια δεν το σηκώνει: το ζευγάρι έχει πετύχει την απόλυτη απομόνωση, άρα και τον απόλυτο συμβιβασμό. Η παράσταση έχει πυρετικό ρυθμό, προκαλεί το αμείωτο ενδιαφέρον του θεατή και -όπως θα το επιθυμούσε ο συγγραφέας- αφήνει αναπάντητα πολλά ερωτήματα. Με μια ευφυή μεταμορφωσιγένεια, το σκηνικό της Μαρίας Φιλίππου «εγκιβωτίζει» τους συζύγους σ’ αυτό το πρόπλασμα σπιτιού όπου πλέον θα ακροβατούν, υπογραμμίζοντας το στοιχείο του θρίλερ που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει το έργο.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
Μετάφραση: Παναγιώτα Πανταζή
Σκηνοθεσία: Αικατερίνη Παπαγεωργίου
Σκηνικά: Μαρία Φιλίππου
Κοστούμια: Ειρήνη Γεωργακίλα
Μουσική: Διαμαντής Αδαμαντίδης
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Κίνηση: Χρυσηίς Λιατζιβίρη
Βοηθός σκηνοθέτη: Τάσος Προβιάς
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Πρωταγωνιστούν (με αλφαβητική σειρά): Μιχάλης Βαλάσογλου, Μαρία Κυρωζή, Κίττυ Παϊταζόγλου





















