
Για τις παραστάσεις «Μπουμπουλίνας 18» της Κίττυς Αρσένη, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη και «Εγώ, μια δούλα» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου, στην Πειραιώς 260 στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Κεντρική εικόνα: Από την παράσταση «Μπουμπουλίνας 18».
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Το θέατρο σπάνια βάζει τον εαυτό του κάτω από αναλυτικό φακό, ώστε οι σκηνοθέτες να προβληματιστούν πάνω στο κείμενο που επιλέγουν και πάνω στο πώς θα φέρουν αυτό το κείμενο «στο σήμερα», ώστε να αφορά το σύγχρονο κοινό. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για κείμενα που αναφέρονται σε εμπειρίες άλλων εποχών, εκεί όπου ο σκηνοθέτης στοχεύει στην επικαιροποίηση ενός διαχρονικού κοινωνικοπολιτικού ζητήματος όπως ο αυταρχισμός ή ο φασισμός, τότε οι συνθήκες επιβάλλουν μια προσέγγιση που θα αφυπνίζει το κοινό χωρίς να αφήνει το ίδιο το θέατρο εκτός αξιολόγησης κι επανεξέτασης. Πώς να ανεβάσεις σήμερα τους «Βατράχους» του Αριστοφάνη ή τον «Αμφιτρύωνα» του Πλαύτου ή κάποια συγκεκριμένα έργα του Σαίξπηρ, του Καλντερόν ή του Πιραντέλλο, χωρίς να ελέγξεις την ίδια τη δομή του θεατρικού κειμένου που θα υλοποιήσει τη δραματουργική σου πρόθεση;
Στο Φεστιβάλ Αθηνών είδα δραματοποιημένα δύο θεατρικά κείμενα που αποπειρώνται, καθένα διαφορετικά, αυτήν τη διαφορετική (εκ των υστέρων) ανάγνωση παλαιότερων κειμένων: το «Μπουμπουλίνας 18» της Κίττυς Αρσένη στην εκπληκτική προσέγγιση της Σοφίας Καραγιάννη και το «Εγώ μια δούλα» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη στην πρωτότυπη, φρέσκια προσέγγιση του Νίκου Χατζόπουλου.
«Μπουμπουλίνας 18» της Κίττυ Αρσένη, σε σκηνοθεσία Σοφίας Καραγιάννη
Η παράσταση της Σοφίας Καραγιάννη «Μπουμπουλίνας 18», βασισμένη στο κείμενο της Κίττυς Αρσένη για την οδυνηρή της εμπειρία βασανισμού από τη Χούντα των συνταγματαρχών, υιοθετεί τον ρόλο της ίδιας της Κίττυς, ως πρωταγωνίστριας του θεάτρου (εκείνη την εποχή πρωταγωνιστούσε στην μπουλβάρ κωμωδία «Η κυρία του Μαξίμ»), ερμηνευμένο από την Αμαλία Αρσένη (ανιψιά της Κίττυς), που διαβάζει, επιχειρώντας να απομνημονεύσει και να αναβιώσει ερμηνευτικά το βίωμα του βασανισμού της θείας της. Όλα τα στοιχεία της αφήγησης εμπλέκονται με τη σκηνική δράση κατά τρόπον ώστε να παραχθεί μια μοναδική θεατρική εμπειρία, από τις σπάνιες στις αθηναϊκές σκηνές: βλέπουμε την Κίττυ Αρσένη με «σάρκα και οστά», ως ηρωίδα περίκλειστη σε τοίχους που θα αντιστραφούν για να την οδηγήσουν στο καμαρίνι/κελί της.

Η γραπτή αφήγηση για τη σύλληψη, τον Αύγουστο του ’67, της Κίττυ Αρσένη με την υποψία της συνάφειάς της προς τον ήδη συλληφθέντα Μίκη Θεοδωράκη είναι το πρώτο υλικό, το βιωματικό. Τα ανείπωτα, απάνθρωπα βασανιστήρια που ακολούθησαν, η παρωδία Στρατοδικείου, οι λεπτομέρειες ζόφου που αφορούν τα κρατητήρια/ανακριτήρια του υπογείου και της «ταράτσας» της οδού Μπουμπουλίνας, όλα αποτελούν μαρτυρίες μιας αριστερής, αντιστασιακής συνείδησης, δημοσιευμένες και αδιάσειστες ως προς την ακρίβειά τους. Μια ηθοποιός είναι αριστερή και αντιστασιακή. Συλλαμβάνεται και βασανίζεται από τη Χούντα. Γράφει ένα καταγγελτικό κείμενο/μονόλογο για την εμπειρία της. Μια νέα ηθοποιός (που συναισθηματικά εμπλέκεται στην εμπειρία και τη μνήμη της αγωνίστριας θείας της, πράγμα που περιπλέκει το εγχείρημα της κυρίας Καραγιάννη) αναλαμβάνει να ερμηνεύσει τον ρόλο αυτής της αγωνίστριας ηθοποιού, ταυτόχρονα παρούσα στη θεατρική καθημερινότητα εκείνης και στην αντιστασιακή δράση εκείνης. Καθρέφτης μέσα στον καθρέφτη μέσα στον καθρέφτη, κοκ. Δραματουργικά, η εξαιρετική σκηνοθέτις αξιοποιεί τις αυτοσχεδιαστικές παρεμβάσεις και την προσωπική εμπλοκή της ηθοποιού της για να υπηρετήσει αυτό το τόσο δύσκολο είδος θεάτρου παραμένοντας πιστή στις απόψεις της (το ίδιο τεκμηριώνεται και από τις πρόσφατες παραστάσεις των Νεκρών ψυχών του Γκόγκολ και του Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς του Χρόνη Μίσσιου).
(...) ο καθρέφτης αυτός θα «ανάψει» για να αναδείξει, εν είδει ανδρεικέλων, τους βασανιστές με τα μαύρα γυαλιά Μάλλιο, Λάμπρου, και όλον αυτόν τον συρφετό από φασίστες που έχουν εγγραφεί στην πρόσφατη μνήμη της χώρας
Η σκηνογράφος Γεωργία Μπούρδα δράττεται μιας φράσης του κειμένου: «Είναι στιγμές που δεν καταλαβαίνω αν βρίσκομαι στο κελί μου ή στο καμαρίνι μου». Αυτή η φράση είναι καθοδηγητική και στην προσέγγιση της ηθοποιού. Αρχίζει, λοιπόν, την επί σκηνής εμφάνισή της ντυμένη ως «κυρία του Μαξίμ» με τουαλέτα και ουρά, υποκλίνεται τρεις φορές σε υποτιθέμενα απανωτά encore, κι αμέσως «περνά» στο καθαυτό θέατρο. Η συνθήκη καμαρινιού της Γεωργίας Μπούρδα, με τα φώτα γύρω από τον καθρέφτη, τα μανεκέν για τα φορέματα και τη χαρακτηριστική ταπετσαρία, φανερώνει την ψευδαίσθηση: ο καθρέφτης αυτός θα «ανάψει» για να αναδείξει, εν είδει ανδρεικέλων, τους βασανιστές με τα μαύρα γυαλιά Μάλλιο, Λάμπρου, και όλον αυτόν τον συρφετό από φασίστες που έχουν εγγραφεί στην πρόσφατη μνήμη της χώρας (και πολλοί από τους οποίους ούτε καν τιμωρήθηκαν για τα ειδεχθή τους εγκλήματα, αλλά τουναντίον κάποιοι εξ αυτών πολιτεύτηκαν κιόλας). Δεν πρέπει να παραλείψω τον έπαινο για τη συγκεκριμένη κινησιολογία της Μαργαρίτας Τρίκκα, την υποβλητική μουσική του Μάνου Αντωνιάδη και τους φωτισμούς της Βασιλικής Γώγου, που από κοινού υπηρετούν το σκηνοθετικό όραμα.

Ο μονόλογος της Αμαλίας Αρσένη είναι μονόλογος αμιγώς μεταθεατρικός, ή αυτό που κάποιοι θα αποκαλούσαν «happening», «work in progress», «υπέρβαση του θεατρικού χαρακτήρα», ακόμη και «κυριαρχία του κατακερματισμένου προσώπου. Όπως και να ’χει, η ηθοποιός Αμαλία Αρσένη μπαίνει κανονικά στη σκηνική πραγματικότητα του να αναπαραστήσει αυτό που προηγήθηκε στη «σκηνή της ζωής» (της θείας της), αποστασιοποιούμενη από την εικόνα που καθρεφτίζεται στη σκηνή, υπονομεύοντας τη θεατρική ψευδαίσθηση: «μπαίνει και βγαίνει» από τον ρόλο της, γιατί έτσι μόνο το έργο της Κίττυς Αρσένη μεταπλάθεται σκηνικά, για να παραγάγει μιαν ολότελα καινούργια θεατρική φόρμα, στο πλαίσιο της οποίας το πραγματικό (πολιτικό) βίωμα του εξόφθαλμου, ωμού φασισμού επιστρατεύει το άλλο βίωμα (το θεατρικό) για να εδραιωθεί στη συνείδηση του κοινού.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Σοφία Καραγιάννη
Δραματουργία: Σοφία Καραγιάννη, Αμαλία Αρσένη
Μουσική σύνθεση: Μάνος Αντωνιάδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γεωργία Μπούρδα
Φωτισμοί: Βασιλική Γώγου
Βοηθοί σκηνοθέτιδα:ς Iοκάστη Σαράντη, Σοφία Χατζηευθυμιάδη
Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Ηρώ Παρδαβέλλα
Κινησιολογική επιμέλεια: Μαργαρίτα Τρίκκα
Ερμηνεία: Αμαλία Αρσένη
Το βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Θεμέλιο (2025)
«Εγώ, μια δούλα» του Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη, σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου
Πρόκειται για το δεύτερο μέρος μιας σπονδυλωτής δημιουργίας γραμμένης κατά παραγγελίαν για τον κύκλο «Contemporary Ancients», το πρώτο μέρος της οποίας είναι το «Ιφιγένεια-Βορά» της Βίβιαν Στεργίου. Εμπνευσμένο από την «Εκάβη» του Ευριπίδη, το μονόπρακτο του κύριου Χατζηγιαννίδη επιχειρεί μια σατιρική προσέγγιση της τραγωδίας όπου δεν πρωταγωνιστεί η Εκάβη, αλλά μια έμπιστη δούλα της. Αλλάζει, δηλαδή, η οπτική γωνία της αφήγησης, ενώ τα γεγονότα/αντικείμενο της αφήγησης παραμένουν τα ίδια. Επίσης, αλλάζει ο χρόνος της αφήγησης, γίνεται ένας χρόνος γραμμικός, εκτός ιστορικού πλαισίου, σαν να μιλά ένα πρόσωπο που επιβιώνει μέσα στους αιώνες αναδυόμενο από το μυθικό παρελθόν.
Και στον Ευριπίδη, το όνομα αυτής της «δούλας» αναφέρεται μετά βίας σε έναν στίχο, τον στίχο 890.
Η μυθολογική βάση της ευριπίδειας τραγωδίας επιτρέπει, και πάλι, τη θέσπιση μιας μεταθεατρικής συνθήκης, που μάλιστα έχει στόχο και την αλλαγή διάθεσης απέναντι στην τραγικότερη των τραγωδιών: η απομυθοποίηση, η ανθρώπινη ματιά στο έγκλημα της Εκάβης από μια συνηθισμένη δούλα, η (κωμική) μετάπτωση από το status της βασίλισσας της Τρωάδας στην κατάσταση της κοινής θεραπαινίδας, όλα αυτά βρίσκονται σιωπηρά στο «περιθώριο» της τραγικής αφήγησης. Και στον Ευριπίδη, το όνομα αυτής της «δούλας» αναφέρεται μετά βίας σε έναν στίχο, τον στίχο 890.

Η γενοκτονία που υπέστησαν οι Τρώες, ο διασυρμός και ο βιασμός, ο κοπετός της βασιλομήτορος που βλέπει μπροστά της τη σφαγή των παιδιών και των εγγονιών της και το κάψιμο της πατρίδας της, όλα παραμένουν ως έχουν – μόνο που τώρα το πρίσμα αλλάζει, γιατί η δούλα/ηρωίδα (αυτόπτις μάρτυς, και η ίδια, όλου αυτού του δράματος), δεν παραλείπει να εστιάσει στην ειδεχθή παγίδα που στήνει η εκδικητική Εκάβη στον Πολυμήστορα, για να τον εκδικηθεί για τη θυσία του Πολύδωρου. Το λαϊκό ιδίωμα της ηρωίδας του Χατζηγιαννίδη υπερβαίνει τον θρήνο των αμάχων και την ταξική τους προέλευση και θίγει, με ανθρώπινο μέτρο, την κακουργία που εγκυμονείται σε κάθε μορφή εκδίκησης: πάντα τη νύφη την πληρώνουν οι αθώοι, όποιοι κι αν είναι αυτοί.
Έτσι, το καλογραμμένο κείμενο του Χατζηγιαννίδη παραπέμπει ως έναν βαθμό στην αρχαία Τραγωδία, δανείζεται όμως στοιχεία ηθοπλαστικά από «ελαφρότερα» θεατρικά είδη – από την Κωμωδία, κυρίως.
Η κοινώς αποδεκτή ταυτότητα της Εκάβης αποδομείται, μετέχει της «ετερότητας», αποκολλάται από τον κλασικό επικαθορισμό της ως σκοτεινού, σκληρού συμβόλου του πένθους, από την αρχαϊκή της μάσκα. Τώρα γίνεται αμείλικτη τιμωρός και πανούργα δολοφόνος, που δεν φείδεται αγριότητας ούτε όταν πρόκειται για τα αθώα παιδιά του εχθρού της, σύμβολο ενός κρυφού φασισμού που είναι θεσμοποιημένος. Είναι αλήθεια σπάνιο να δει κανείς την Εκάβη ως μια «σκύλα» που εκδικείται: όμως, ο μύθος είναι ξεκάθαρος και σε αυτό το επίπεδο, όσο και αν εμείς σήμερα εθελοτυφλούμε όσον αφορά την κατηγοριοποίηση των «καλών» και των «κακών». Η αγριότητα είναι κοινή σε όλους, ο πόλεμος αποθηριώνει τον άνθρωπο και μετατρέπει ακόμη και τη χαροκαμένη γριά Εκάβη σε εκτελέστρια χωρίς οίκτο. Έτσι, το καλογραμμένο κείμενο του Χατζηγιαννίδη παραπέμπει ως έναν βαθμό στην αρχαία Τραγωδία, δανείζεται όμως στοιχεία ηθοπλαστικά από «ελαφρότερα» θεατρικά είδη – από την Κωμωδία, κυρίως.

Στην υλοποίηση αυτής της νέας φόρμας συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό η «συνομιλία» της πρωταγωνίστριας Φιλαρέτης Κομνηνού με τη μουσική του Jan Van Angelopoulos. Κάθε νότα αποτελεί και ένα ερώτημα στο οποίο η ηθοποιός απαντά, κάθε γραντζούνισμα της ηλεκτρικής κιθάρας αποτελεί και μιαν ένσταση απέναντι στην οποία καλείται να τοποθετηθεί. Όμως, ως θεατρικό πρόσωπο βρίσκεται μόνη της επί σκηνής, τηρεί τις σιωπές της, απευθύνεται στο κοινό, ερμηνεύει με πάθος, συγκίνηση, χιούμορ και δημώδη, αφοπλιστική ειλικρίνεια, επιτρέποντας τη διαγραφή αυτής της τόσο κοντινής στα ανθρώπινα μέτρα «δούλας», που βλέπει τον πόλεμο και τα εκφυλισμένα ήθη του ανθρώπου με το δικό της μάτι. Η Ιωάννα Τσάμη την έχει ντύσει με ένα θαυμαστό ένδυμα που υπογραμμίζει την αλήθεια των λόγων της, της εκμυστήρευσης ή της αποκάλυψης που κάνει μέσα στο βάθος της διαχρονικότητας του δράματος.
Ο κύριος Χατζόπουλος δεν στήνει μιαν απόλυτα μεταθεατρική συνθήκη, όμως αφορμάται από το ευφυές κείμενο του Χατζηγιαννίδη και φιλοτεχνεί μια «λοξή» ως προς την οπτική, one woman performance όπου αξιοποιούνται η πηγαιότητα και το ταλέντο της Φιλαρέτης Κομνηνού, χωρίς να υποσκελίζεται η βαρύτητα της μυθολογικής αναφοράς.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Νίκος Χατζόπουλος
Σκηνικός χώρος – Κοστούμι: Ιωάννα Τσάμη
Σχεδιασμός φωτισμού: Αλέκος Αναστασίου
Ερμηνεύει η Φιλαρέτη Κομνηνού
Ηχητική διάδραση: Jan Van Angelopoulos
Φωτογραφίες: Ελπίδα Μουμουλίδου
Οργάνωση παραγωγής: Κατερίνα Κούρτη
Εκτέλεση παραγωγής: Apparat Athen / Νικόλας Χανακούλας
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.




















