
Για την παράσταση «Πολεμικοί ανταποκριτές» του Χρήστου Θάνου στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Είδα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου την όμορφη παράσταση «Πολεμικοί ανταποκριτές» του Χρήστου Θάνου, που στηλιτεύει τη φρίκη του πολέμου. Ο τίτλος είναι δηλωτικός της σχετικότητας των πληροφοριών που παίρνουμε σχετικά με τις πραγματικές συνθήκες κήρυξης και διεξαγωγής των πολέμων. Συνήθως το κοινό εμπιστεύεται τους πολεμικούς ανταποκριτές, χωρίς να είναι εξασφαλισμένη η αντικειμενικότητα της πληροφόρησης: «Ναι, γνωρίζουμε πως η Κριμαία είναι διεκδικούμενη εδώ και αιώνες, αλλά σήμερα χάριν ποιων συμφερόντων σκοτώνονται, ξεσπιτώνονται και εξαθλιώνονται εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι; Έχω την απαίτηση να γνωρίζω, αλλά η όποια αναζήτησή μου είναι μάταιη», λέει χαρακτηριστικά ο Χρήστος Θάνος σε συνέντευξή του στην Αργυρώ Μποζώνη.
Σκηνικό ερείπωσης-το πορτοκάλι-η μουσική
Το σκηνικό της Μαρίας Καραθάνου παρουσιάζει ένα ερειπωμένο σύνολο κτισμάτων, με μισογκρεμισμένες δοκούς και υλικά «βομβαρδισμένου» τοπίου (κοντάρια μπηγμένα δεξιά και αριστερά, οικοδομικά υλικά και πέτρες επισωρευμένα με κάποιο ποσοστό τυχαιότητας), ενώ στη μέση αποδεικνύεται πολύ λειτουργική μια γούρνα με νερό. Επί σκηνής βρίσκονται, καθένας μουρμουρίζοντας και κάτι διαφορετικό, οι επτά εξαιρετικοί ηθοποιοί της παράστασης: η Ηρώ Μπέζου, ο Φοίβος Ρημανάς, η Μαρία Σαχπάζη (Sophie lies), η Πηνελόπη Σκαλκώτου, ο Φώτης Στρατηγός, η Μαρία Xάνου και ο Απόστολης Ψυχράμης. Η προσοχή τους εστιάζει σ’ ένα πορτοκάλι, μια «σύνοψη» της ζωής του πλανήτη, που όταν το αγγίζουν, μια χαρακτηριστική μουσική υπόκρουση σαν βόμβος εκτελείται από τους επί σκηνής μουσικούς: τον Παναγιώτη Γκίκα, τον Στέφανο Δουβίτσα και τον εμπνευστή της σκηνικής αυτής σύνθεσης, τον Χρήστο Θάνο.

Η όλη παράσταση βασίζεται σε (και κινείται από) μουσική, που είναι για τον δημιουργό ο άξονας της θεατρικής πράξης. Τα κείμενα που εκφωνούνται μελοποιημένα (θα αναφερθώ εκτενέστερα σ’ αυτά παρακάτω) δίνουν το libretto για τη σύνθεση μιας μουσικής παρτιτούρας, που έχει επαναλήψεις, ρεφρέν, υπογραμμίσεις και συνηχήσεις, κυρίως όμως λειτουργεί δίκην χρονομέτρου (ή μετρονόμου). Η εξοντωτική πρόβα που προηγήθηκε της παράστασης μαρτυρείται από την αρτιότητα της εκτέλεσης. Ένας εξαντλητικός κατάλογος από αντικείμενα καταστροφής και πολέμου, τείχη, χαρακώματα, χλαίνες, επωμίδες, περικνημίδες, τελαμώνες, μυδραλιοβόλα, χημικές ουσίες, βόμβες μουστάρδας, βέλη, ακόντια, πολιορκητικούς κριούς, χειροβομβίδες και πυραύλους, όλα ανάμεικτα, συνθέτουν ένα ρυθμικό κομμάτι που τραγουδιέται από τους ηθοποιούς με υποδειγματικό τρόπο σαν «ραπ» φορτισμένη με την παράλογη μανία της εξολόθρευσης: αυτή είναι η καλύτερη στιγμή της παράστασης.
Η αφήγηση δύο πρωτόγονων φυλών
Σε ύφος βιβλικό (αλλά και με μια παιδικότητα αξιοθαύμαστη), η αφήγηση ξεκινά με το big bang, έχοντας στο δυναμικό της εκρήξεις κοσμογονικές, διαχωρισμό υδάτων και ξηράς, τη γεωλογική ιστορία της Γης και την εμφάνιση της ζωής. Ο αρχηγός μιας φυλής πιθήκων (της γαλάζιας) έρχεται μέτωπο με μέτωπο με τον αρχηγό της αντίπαλης φυλής (της κόκκινης), εφόσον και οι δύο διεκδικούν το ζωτικό νερό της Γούρνας. Η Γούρνα, σε αυτό το σημείο, αναγορεύεται σε σύμβολο εθνικής υπερηφάνειας και είναι ταυτόσημη με τα συμφέροντα των λαών και με την επιβίωσή τους. Ο ηττημένος πίθηκος πεθαίνει άδοξα (υποχωρώντας άτακτα πέφτει πάνω σε μια πέτρα και σκοτώνεται), όμως ο «πολεμικός ανταποκριτής» δέχεται πιέσεις πολιτικές να παρουσιάσει τον θάνατό του ως ηρωικό, ως μια απόρροια του «αδάμαστου ιδεώδους του έθνους». Ο σχολιασμός των γεγονότων παραποιεί τις ανθρώπινες διαστάσεις της φρίκης του πολέμου και η αλλοιωμένη αυτή εικόνα παραλείπει τον εφιάλτη του θανάτου, της ερήμωσης και του ξεριζωμού: ο Χρήστος Θάνου ανησυχεί σοβαρά για την εξιδανικευμένη εικόνα που παρουσιάζουν τα κανάλια, την εμποτισμένη με την ανάγκη ενίσχυσης της εθνικής ταυτότητας, της θρησκευτικής πίστης και του πατριωτικού φρονήματος.
Η άρνηση των Μηλίων επέσυρε τη σφαγή τους από τους Αθηναίους: ο «πολεμικός ανταποκριτής» Θουκυδίδης μας μετέφερε τη σκηνή αυτούσια
Αυτό, όμως, που πρωτίστως τον ενδιαφέρει είναι να καταδείξει την αγριότητα του νικητή εις βάρος του ηττημένου: και το καταλληλότερο κείμενο για να αποδώσεις την ωμότητα, τον κυνισμό και την «πρακτική» λογική του νικητή είναι ο Διάλογος Αθηναίων-Μηλίων από την Ιστορία του Θουκυδίδη, όπου οι Αθηναίοι λένε στους Μηλίους: «Ο άνθρωπος από τη φύση του, όπου είναι ισχυρότερος, επιδιώκει να κυριαρχεί. Δεν φτιάξαμε εμείς αυτόν τον νόμο, εμείς απλώς τον βρήκαμε να ισχύει και θα τον αφήσουμε να ισχύει αιώνια», και τους προτείνουν να παραδοθούν για να γλιτώσουν. Η άρνηση των Μηλίων επέσυρε τη σφαγή τους από τους Αθηναίους: ο «πολεμικός ανταποκριτής» Θουκυδίδης μας μετέφερε τη σκηνή αυτούσια, και οι Ηρώ Μπέζου και Χρήστος Θάνου επιλέγουν αυτόν τον διάλογο για να αποδώσουν δραματουργικά το πεπρωμένο των ηττημένων όλων των εποχών.
Ο πόλεμος ως «εγγεγραμμένος» στη συλλογική μνήμη
Τα υπόλοιπα κείμενα της σύνθεσης είναι ο κατάλογος των νεκρών του αρχετυπικού πολέμου από την αγγελική ρήση των «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου, ένα απόσπασμα από τον Τολστόι, ένα άλλο από το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας του Λουί Φερντινάν Σελίν, ένα ποίημα του Μπλαιζ Σαντράρ, η «Μυστική παπαρούνα» από τη Ζωή εν τάφω του Στράτη Μυριβήλη με αναφορά στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου – ειδικά το απόσπασμα του Μυριβήλη «ακουμπά» με τρυφερότητα στο ελάχιστο σημάδι ζωής που ξεπροβάλλει εφήμερα μέσα από τους σάκους των χαρακωμάτων:
«Ακουμπώ το μπαστούνι στο τοίχωμα, σηκώνουμαι στη μύτη της αρβύλας του γερού μου ποδιού και γαντζώνω τα δάχτυλα στους γεώσακους που 'ναι πάνω πάνω. Ένας απ' αυτούς λιώνει με μιας κι αδειάζει τον άμμο του πάνω μου. Λοιπόν τότες έγινε μιαν αποκάλυψη! Μόλις ξεφούσκωσε αυτό το σακί, χαμήλωσε η καμπούρα του και ξεσκέπασε στα μάτια μου μια μικρήν ευτυχία. Αχ, μου 'καμε τόσο καλό στην ψυχή, λίγο ακόμα και θα πατούσα μια τσιριξιά χαράς.
Ήταν ένα λουλούδι εκεί! Συλλογίσου. Ένα λουλούδι είχε φυτρώσει εκεί μέσα στους σαπρακιασμένους γεώσακους. Και μου φανερώθηκε έτσι ξαφνικά τούτη τη νύχτα που 'ναι γιομάτη θάματα. Απόμεινα να το βλέπω σχεδόν τρομαγμένος. Τ' άγγισα με χτυποκάρδι, όπως αγγίζεις ένα βρέφος στο μάγουλο. Είναι μια παπαρούνα. Μια τόση δα μεγάλη, καλοθρεμμένη παπαρούνα, ανοιγμένη σαν μικρή βελουδένια φούχτα».
Τα αποσπάσματα που μιλούν για την ειρήνη σε αντίθεση προς το αποτρόπαιο σκηνικό του πολέμου αφθονούν: ξεκινώντας από τη «Βατραχομυιομαχία», μπορεί κανείς να συναντήσει το θέμα στην «Ιλιάδα», στη λυρική ποίηση, στην Τραγωδία, κατόπιν στη ρωμαϊκή, στη χριστιανική του Μεσαίωνα, στη σύγχρονη λογοτεχνία. Ας μην ξεχνάμε τον Ρίλκε, τον Ανρί Μπαρμπίς, τον Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, τον Μπρεχτ, τον Κρασναχορκάι, τη Διδώ Σωτηρίου, τον Αντώνη Σαμαράκη και τόσους νεώτερους συγγραφείς. Γιατί όμως ο αρχαίος πόλεμος συνεχίζεται αδιαλείπτως ως σήμερα, και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα; Αν ισχύει η πληροφορία της παράστασης πως οι πόλεμοι τα τελευταία χρόνια παγκοσμίως αυξήθηκαν κατά 400 τοις εκατό, τότε πού αλλού θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει τη διαιώνισή του, ει μη μόνον στη βίαιη ανθρώπινη φύση;
Πόλεμος πατήρ πάντων
Ο πόλεμος είναι πάντα το ίδιο πράγμα. Είναι η τελεσίδικη σύγκρουση ευρύτερων ομάδων ανθρώπων, η βίαιη διεκδίκηση γης, πηγών πρώτων υλών, καυσίμων, ουρανίου ή όπλων (σήμερα σε κάθε κάτοικο του πλανήτη αντιστοιχούν 10 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, ενώ το βρόχινο νερό που αποθηκεύεται ετησίως στις κοίτες του Καναδά και μόνο μπορεί να καλύψει στο δεκαπλάσιο των αναγκών σε παγκόσμιο επίπεδο). Είναι, επίσης, όπως πολύ ευφυώς επισημαίνει το έργο, η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα έξω από ένα γήπεδο γυναικείου βόλεϊ: το έργο δεν «χαρίζεται» στον αθλητισμό, του αποδίδει τα γνωρίσματα αγριότητας και πρωτογονισμού που του αντιστοιχούν.

Σαν να υπάρχει καταγεγραμμένη στο DNA του είδους μας αυτή η αρχετυπική αντιπαράθεση δυο διψασμένων πιθήκων/αρχηγών αγέλης πάνω από μια λαχταριστή γούρνα με νερό. Σαν να είναι αναπόφευκτη η άγρια ιαχή του νικημένου πάνω από τα αποσυντιθέμενα πτώματα των ανυπεράσπιστων πολιτών της αντίπαλης «φυλής». Ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει τα έθνη ως φυλές ημιαγρίων που απλώς διεκδικούν τα αγαθά της φύσης: το νερό.
Οι φωτισμοί του Κωνσταντίνου Μπεθάνη και η επιμέλεια της κίνησης από τη Λία Χαμηλοθώρη εντείνουν την οξύτητα της σκηνικής αντιπαράθεσης. Η επιμελημένη κίνηση των ηθοποιών επί σκηνής (Λία Χαμηλοθώρη) διέπεται από χιούμορ και αυτοσαρκασμό. Η πηγαιότητα αυτού του έργου είναι μοναδική και θα ήταν κρίμα να παραμείνει στα στενά πλαίσια του Φεστιβάλ και να μην ξαναπαιχτεί στη διάρκεια της χειμερινής σαιζόν.
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου και χορού.
Δραματουργική σύνθεση: Χρήστος Θάνος, Ηρώ Μπέζου
Σκηνοθεσία-Μουσική: Χρήστος Θάνος
Σκηνογραφία-Ενδυματολογία: Μαρία Καραθάνου
Σχεδιασμός φωτισμού: Κωνσταντίνος Μπεθάνης
Σχεδιασμός ήχου: Μάνος Γεωργακόπουλος
Επιμέλεια κίνησης: Λία Χαμηλοθώρη
Βοηθός σκηνοθέτη: Βάσια Ζορμπαλή
Οργάνωση παραγωγής: Κορίνα Βασιλειάδου
Παίζουν (αλφαβητικά): Sophie Lies, Ηρώ Μπέζου, Φοίβος Ριμένας, Πηνελόπη Σκαλκώτου, Φώτης Στρατηγός, Μαρία Χάνου, Αποστόλης Ψυχράμης
Ζωντανή ερμηνεία της μουσικής: Παναγιώτης Γκίκας, Στέφανος Δουβίτσας, Χρήστος Θάνος






















