
Για την παράσταση «Ο Θείος Βάνιας» του Άντον Τσέχωφ, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Καταλειφού, η οποία θα παρουσιάζεται στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μέχρι και 12/01/2025. Φωτογραφίες: Πάτροκλος Σταφίδας
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
«Λέτε πως κλάψατε στα έργα μου. Εγώ, όμως δεν τα έγραψα γι' αυτό. Εγώ ήθελα να πω τίμια στους ανθρώπους: Κοιταχτείτε, κοιτάξτε πόσο άσκημα και πληκτικά ζείτε όλοι σας». Άντον Τσέχωφ
O Δημήτρης Καταλειφός πρωταγωνιστεί στον δικό του τσεχωφικό «Θείο Βάνια» που έκανε την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, στη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη. Τα όνειρα των ανθρώπων για μια καλύτερη ζωή, η πλήξη και το αδιέξοδο από τη συνεχή επανάληψη των ίδιων και των ίδιων, οι ανθρώπινες σχέσεις που χτίζονται για να γκρεμιστούν, η απουσία νοήματος, η διαρκής σύγκρουση των ανθρώπων, η ανελέητη πάροδος του χρόνου, η συμφιλίωση με τη γήρανση και τη φθορά, η διάψευση της επιθυμίας, ο συμβιβασμός με το ανεκπλήρωτο του έρωτα, αυτά είναι τα θέματα που θίγει ο Τσέχωφ στο πιο αντιπροσωπευτικό του έργο, που είναι «ένας λυρικός μηχανισμός σύλληψης ψυχολογικών κραδασμών» [1].
Το έργο πρωτοπαρουσιάστηκε στην επαρχία Ροστόφ το 1897 και ύστερα στη μητρόπολη Μόσχα το 1899 [2], σε σκηνοθεσία Κονσταντίν Στανισλάφσκι, με πρωταγωνιστές τον ίδιο τον Στανισλάφσκι, τη σύζυγό του Λιλίνα και την Όλγα Κνίπερ, σύζυγο του Τσέχωφ.
Στην εξαιρετική εφετινή παράσταση του Δημήτρη Καταλειφού, ο ίδιος σκηνοθετεί και υποδύεται τον Ιβάν Βασίλιεφ (Βάνια), η Στέλλα Κρούσκα τη μητέρα του Μαρία Βασίλιεβνα, ο Βαγγέλης Ρόκκος τον Σερεμπριακώφ, η Τζένη Θεωνά την Ελένα, η Αμαλία Νίνου τη Σόνια, ο Παναγιώτης Μπουγιούρης τον γιατρό Άστρωφ, ο Μενέλαος Χαζαράκης τον Τελιέγκιν, η Κλεοπάτρα Τολόγκου τη Νένα και ο Φοίβος Σαμαρτζής τον Εφήμ. Η επιμέλεια κίνησης είναι της Στέλλας Κρούσκα. Βοηθοί σκηνοθέτες είναι ο Φοίβος Σαμαρτζής και ο Τιγκράν Αμπραμιάν. Τη σκιερή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα της αγροτικής έπαυλης σκηνογραφεί η Μικαέλα Λιακατά, επιτρέποντας σε στοιχεία διαφορετικών εποχών να παρεισφρήσουν σε ένα, κατά τα άλλα, νατουραλιστικό σκηνικό. Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα επίσης ακολουθούν αυτήν την αρχή. Άψογος ο σχεδιασμός ήχου από τον Σταύρο Γασπαράτο και συγκλονιστικοί οι φωτισμοί του Ανδρέα Σινάνου.

Οι ρόλοι: κοινωνικό σκηνικό μιας παρηκμασμένης Ρωσίας
Στη Ρωσία του τέλους του 19ου αιώνα οι μουζίκοι ζουν στην εξαθλίωση, μάταια νέοι επιστήμονες προσπαθούν να τους βγάλουν από τη λάσπη της φτώχειας και της αρρώστιας, είναι επείγουσα η ανάληψη δράσης και ευθυνών. Οι οκνηροί επαρχιώτες αριστοκράτες του «Θείου Βάνια» βιώνουν μια πλήξη που ο Τσέχωφ δεν θέλει να την εξωραΐσει ή να την παρουσιάσει ως ρομαντική μελαγχολία ή ως ελεγειακή ατμόσφαιρα – αντιθέτως, επιδιώκει να σκιαγραφήσει το πιο απωθητικό, αποτρόπαιο πορτρέτο του ανθρώπου που πλήττει από έλλειψη στοχοθεσίας στη ζωή του. Παράλληλα, οι οικογενειακοί τους δεσμοί είναι αδύναμοι, χλιαροί [3].
Ο καθηγητής Αλεξάντρ Βλαντιμίροβιτς Σερεμπριακώφ αποφασίζει να εγκατασταθεί στο επαρχιακό υποστατικό του μαζί με τη νεαρή δεύτερη σύζυγό του Ελένα Αντρέεβνα και με τον Ιβάν Πετρόβιτς («θείο Βάνια»), αδελφό της νεκρής πρώην συζύγου του, που έχει δουλέψει κοπιωδώς και επί σειρά ετών στο κτήμα. Γιος ενός επαρχιακού διάκου, απόφοιτος ιερατικής σχολής και καριερίστας ακαδημαϊκός λόγω γάμου και μόνον, ο Σερεμπριακώφ είναι ανιαρός, αγνώμων και ματαιόδοξος, και τον δύστροπο αυτόν χαρακτήρα υποδύεται έξοχα ο Βαγγέλης Ρόκκος, αποδίδοντας αριστοτεχνικά τα γνωρίσματα του ανόητου, του αδύναμου, του ανεπαρκούς, που όμως συνεχίζει να αναμασά ματαίως φληναφήματα περί νατουραλισμού ή ρεαλισμού και να χορεύει όσο του το επιτρέπουν οι άλλοι.
Η Ελένα, εκκεντρική αστή μεγαλωμένη στην Αγία Πετρούπολη, είναι η πιο ματαιωμένη απ’ όλες τις υπάρξεις του έργου, γιατί επιλέγει τον συμβιβασμό και τον λήθαργο και αργοπεθαίνει από ανία, ενώ ονειρεύεται τη φυγή.
Η όμορφη Ελένα, κατά πολύ νεώτερη του Σερεμπριακώφ, υφίσταται τις ιδιοτροπίες και την ποδάγρα του συζύγου της, ενώ επιτρέπει ένα αδιόρατο φλερτ με τον γιατρό Άστρωφ και ακυρώνει τα συναισθήματα του ερωτευμένου μαζί της Βάνια. Η Ελένα, εκκεντρική αστή μεγαλωμένη στην Αγία Πετρούπολη, είναι η πιο ματαιωμένη απ’ όλες τις υπάρξεις του έργου, γιατί επιλέγει τον συμβιβασμό και τον λήθαργο και αργοπεθαίνει από ανία, ενώ ονειρεύεται τη φυγή. Ο ανυπόφορος σύζυγός της δεν της επιτρέπει ούτε καν να παίξει πιάνο. Η Τζένη Θεωνά συνδυάζει όλες τις ιδιότητες που θα την καθιερώσουν στη νεοελληνική σκηνή: ευαισθησία, σκηνική λάμψη, ιδιότυπη χροιά φωνής, τεράστιο ταλέντο και, κυρίως, εργατικότητα στη διαχείριση του δύσκολου ρόλου της.
Το κτήμα φροντίζει επίσης η Σόνια (Σοφία Αλεξάντροβνα), η ανύπαντρη κόρη του καθηγητή Σερεμπριακώφ, μια κοπέλα πληγωμένη από τη συναισθηματική απόσταση που τη χωρίζει από τον πατέρα της: έναν θεωρητικό άνθρωπο που ανατροφοδοτεί το ψευτοκουλτουριάρικο προφίλ του με τη βοήθεια της ματαιόδοξης ημι-γαλλόφωνης μητέρας του, Μαρίας Βασίλιεβνα, που την ενσαρκώνει χιουμοριστικά η (αρκετά νέα για τον ρόλο) Στέλλα Κρούσκα. Η ασχημούτσικη Σόνια βιώνει τον δικό της ανεκπλήρωτο έρωτα προς τον γιατρό Άστρωφ: η Αμαλία Νίνου μας δίνει έναν τύπο ευαίσθητου αγοροκόριτσου, φιλοτεχνώντας πρωτότυπα τον αμφιλεγόμενο αυτόν ρόλο. Παρά το μόνιμο αίσθημα απώλειας που τη διαπνέει, η φράση «θα ζήσουμε, θείε Βάνια» που λέει στο τέλος είναι η πιο πολυσυζητημένη φράση του έργου.

Ψυχική ελευθερία στο άγριο, ανέγγιχτο τοπίο
Συχνός επισκέπτης των ενοίκων του κτήματος είναι ο γιατρός Άστρωφ, που είτε κουράρει αρρώστους στη βαλτώδη ρωσική επαρχία, είτε διασχίζει καλπάζοντας πολλά βέρστια μέσα στο δάσος φυτεύοντας δέντρα. Ο Άστρωφ είναι ένας γοητευτικός οραματιστής που, ήδη από το 1897, στηλιτεύει λεκτικά την καταστροφική επενέργεια του ανθρώπου στη φύση και στον πολιτισμό – πρόκειται για το alter ego του ίδιου του Τσέχωφ. Ως χαρακτήρας ενσαρκώνει την έννοια της κουλτούρας, ιδωμένης υπό το πρίσμα της προσωπικής ολοκλήρωσης. Ο Άστρωφ, ο «διαφωτιστής», εμπνέεται μεν από μεγάλες, παναθρώπινες ιδέες, ωστόσο είναι θύμα του ίδιου του του κυνισμού, του αλκοόλ και της σταδιακής αποξένωσης από τα ιδεώδη του. Δυστυχώς ο Παναγιώτης Μπουγιούρης διαχειρίζεται αρκετά επιφανειακά τον ρόλο: τόσο κατά την εικαστική ξενάγηση που κάνει στην Ελένα για να της προβάλει το ιδεώδες τοπίο μιας Ρωσίας που σέβεται το περιβάλλον και τους φυσικούς πόρους, όσο και στην καίρια σκηνή του φιλιού του μαζί της.
... αναδεικνύει, έτσι, έναν ρόλο που από τους περισσότερους σκηνοθέτες κρίνεται ως δευτερεύων, και που –κυκλοφορώντας ντυμένος με παραδοσιακή ρωσική ενδυμασία και τραγουδώντας σαν φάντασμα στη διάρκεια του έργου– κομίζει επί σκηνής μια διαρκή αίσθηση της έξω πραγματικότητας...
Την υπηρέτρια (Νένα-Μαρίνα Τιμοφέεβνα) που εναποθέτει τις ελπίδες της στον Θεό και αναπολεί την κανονικότητα των γευμάτων και την απολεσθείσα θαλπωρή του σαμοβαριού, την υποδύεται με ευαισθησία και παραδοσιακή μανιέρα η Κλεοπάτρα Τολόγκου, ενώ τον ρόλο του φτωχού κτηματία Τελιέγκιν αποδίδει έξοχα ο Μενέλαος Χαζαράκης, παίζοντας κιθάρα επί σκηνής. Τέλος, στον ρόλο του Εφήμ, ο βοηθός σκηνοθέτη Φοίβος Σαμαρτζής αποδίδει με δυναμισμό τον μοναδικό χαρακτήρα αυτού του έργου που δεν είναι εγκλωβισμένος σε ψευδαισθήσεις: αναδεικνύει, έτσι, έναν ρόλο που από τους περισσότερους σκηνοθέτες κρίνεται ως δευτερεύων, και που –κυκλοφορώντας ντυμένος με παραδοσιακή ρωσική ενδυμασία και τραγουδώντας σαν φάντασμα στη διάρκεια του έργου– κομίζει επί σκηνής μια διαρκή αίσθηση της έξω πραγματικότητας (ίσως τον ίδιο ρόλο επιτελεί και ο κορμός του δέντρου που αναφύεται εν μέσω του σκηνικού).

Ο κεντρικός ρόλος και η σκηνοθεσία του Δημήτρη Καταλειφού
Ο ανύπαντρος και άτεκνος Βάνια του Δημήτρη Καταλειφού αισθάνεται ότι η ζωή του πήγε στράφι και, ως φιλέρευνο πνεύμα που είναι, αναζητεί διεξόδους ώστε να νοηματοδοτήσει τα χρόνια που του απομένουν, ενώ βιώνει έναν ανεπίτρεπτο γεροντικό έρωτα προς τη σύζυγο του κουνιάδου του καθηγητή Σερεμπριακώφ και μιαν έντονη απομυθοποίηση του ίδιου του Σερεμπριακώφ: χωρίς τα χαμένα χρόνια στην υπηρεσία της δικής του, παραπλανητικής (perpetuum mobile) πνευματικότητας, θεωρεί πως θα μπορούσε να έχει εξελιχθεί σε έναν Σοπενχάουερ, ή έναν Ντοστογιέβσκι. Η αυταπάτη του, η εσφαλμένη του εκτίμηση, η μη αίσια έκβαση της ζωής του δεν τον εμποδίζουν να διατηρεί ένα κλουβί μ’ ένα κοτσύφι, εφόσον πιστεύει σθεναρά στους υγιείς οικογενειακούς θεσμούς. Ο Βάνια επαινεί τη νεότητα και την ομορφιά της Ελένα, υποστηρίζοντας ότι η πίστη σε έναν γέρο όπως ο Σερεμπριακώφ είναι ανήθικη σπατάλη ζωτικότητας. Η εύθραυστη ισορροπία του διαταράσσεται όταν ο Σερεμπριακώφ τους ανακοινώνει την πρόθεσή του να πουλήσει το κτήμα, χωρίς προηγουμένως να έχει μεριμνήσει για το μέλλον τους. Μάταια επιχειρεί να σκοτώσει τον καθηγητή, που στα μάτια του εκφράζει τη φιλαυτία και τον καταστροφικό ρόλο της παλιάς ρωσικής ιντελιτζέντσιας, που ανερυθρίαστα υλοτομεί και εκποιεί την πολύτιμη γη. Οι δυο εκπυρσοκροτήσεις του πιστολιού του –σε μια κρίση απελπισίας και ειλικρίνειας– λειτουργούν αφυπνιστικά για όλους.
Ως πρωταγωνιστής, δε, μας δίνει τον καλύτερο θείο Βάνια που έχω δει από έλληνα ηθοποιό, επενδύοντας τα διδάγματα της ζωής του και τους προσωπικούς του προβληματισμούς στον κατεξοχήν ρόλο ατυχούς ενδοσκόπησης του παγκόσμιου δραματολογίου...
Ως σκηνοθέτης ο κύριος Καταλειφός υποβάλλει τον εαυτό του σε μια βάσανο αυτοκριτικής επιτυγχάνοντας να συνδέσει το κλασικό αυτό κείμενο με την αποκαρδίωση του σύγχρονου ανθρώπου. Γι’ αυτό και επιλέγει μια ατμοσφαιρική σκηνοθεσία αρκετά τολμηρή, με σκηνικές παρεκβάσεις και πήγαινε-έλα στον χρόνο, με νύξεις για τη σημερινή, αφόρητη κατάσταση της ανθρωπότητας και με υπογράμμιση του στοιχείου της ματαιότητας των ανθρωπίνων. Ως πρωταγωνιστής, δε, μας δίνει τον καλύτερο θείο Βάνια που έχω δει από έλληνα ηθοποιό, επενδύοντας τα διδάγματα της ζωής του και τους προσωπικούς του προβληματισμούς στον κατεξοχήν ρόλο ατυχούς ενδοσκόπησης του παγκόσμιου δραματολογίου – ίσως τον δεύτερο σημαντικότερο μετά τον σαιξπηρικό Άμλετ. Το αποτέλεσμα είναι ένα πραγματικό ερμηνευτικό ρεσιτάλ, που δικαιώνει απόλυτα τις προθέσεις του.
1. Έτσι χαρακτήρισε το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών τον «Θείο Βάνια» στο πρόγραμμα της παράστασης του Ένκε Φεζολάρι, το 2020.
2. Ο γνωστός «Θείος Βάνια» είναι αναθεωρημένη εκδοχή του παλαιότερου έργου «Το στοιχειό του δάσους», που ο Τσέχωφ είχε ανεβάσει στη Μόσχα το 1887: ο κριτικός Ντόναλντ Ρέιφιλντ παρουσίασε μελέτες που υποδηλώνουν ότι ο Τσέχοφ αναθεώρησε τον «Δαίμονα του δάσους» κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στο νησί Σαχαλίνη, μια αποικία φυλακών στην ανατολική Ρωσία, το 1891, όπου μελέτησε τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των καταδίκων. Κατ’ άλλους, ο Τσέχωφ έγραψε τον «Θείο Βάνια» στο μικρό κτήμα του στην ύπαιθρο της Μόσχας, όπου, μεταξύ άλλων, είχε φυτέψει δέντρα, είχε περιθάλψει αγρότες και είχε γίνει φίλος με τον Πιοτρ Κούρκιν, έναν ιδεαλιστή νεαρό γιατρό, που στάθηκε πρότυπό του για τη φιλοτέχνηση του χαρακτήρα του Άστρωφ.
3. Κατά σειρά εμφάνισης στη ρωσική θεατρική σκηνή τα τέσσερα κυριότερα έργα του Τσέχωφ που αποδίδουν αυτήν την ατμόσφαιρα ήταν «Ο Γλάρος» (1896), «Ο Θείος Βάνια» (1897), «Οι Τρεις αδελφές» (1901) και «Ο Βυσσινόκηπος» (1903). Στο σινεμά έξοχος ήταν «Ο Θείος Βάνιας» σοβιετικής παραγωγής του 1970, στη σκηνοθεσία Αντρέι Κοντσαλόφσκι).
*Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Το νέο του μυθιστόρημα «Αλλοτεκοίτη – Εκεί που χάθηκε η βλάστηση» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική.






















