omiros

Της Δήμητρας Κονδυλάκη

Κριτική για τις παραστάσεις Ένας Όμηρος του Brendan Behan σε σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη στο Τρένο στο Ρουφ & Μετά ΙΙ μια performance για την καταστροφή του κόσμου σε σκην. Έλλης Παπακωνσταντίνου στο Βυρσοδεψείo.

 

«Ο ποιητής είναι ένας ταραξίας νοημάτων, αυτό δεν σημαίνει όμως
εξέγερση κατά του κατεστημένου και της συνέχειας,
 αλλά μάλλον απόρριψη μιας παγιωμένης εικόνας,
μιας απονεκρωμένης φράσης
η οποία παγιούμενη διαστρεβλώνει το νόημα.
Και δεν είναι παρά έκκληση για ζωή, δραστήρια παρατήρηση,
καταγραφή των γεγονότων που στρέφεται κατά της νέκρωσης.»
Ναντιέζντα Μάντελσταμ - Ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας

Αν το θεατρικό κοινό και οι καλλιτέχνες των τελευταίων δεκαετιών υπήρξαν καχύποπτοι απέναντι σε «πολιτικοποιημένα» και μαχητικά θεάματα, η φετινή δημιουργία στο θέατρο δηλώνει ότι κάτι αλλάζει: Αρκετές παραστάσεις που ξεκίνησαν με τη νέα σαιζόν στον απόηχο των μαζικών διαδηλώσεων του καλοκαιριού, αντί έργων δωματίου αλλά και πολιτικής χροιάς με πιο στοχαστικό κι εσωστρεφή χαρακτήρα προτάσσουν μια σαφή διάθεση επιστροφής στη συλλογικότητα, έναν ντεμοντέ μέχρι πρότινος αγωνιστικό ενθουσιασμό για όλους εμάς, παιδιά των παιδιών του Πολυτεχνείου, που μεγαλώσαμε στην απολιτίκ Ελλάδα της μεταπολίτευσης...

Εγχειρήματα σαν το Μετά της Έλλης Παπακωνσταντίνου που ανέβηκε στο Βυρσοδεψείο μέχρι τα τέλη του περασμένου Νοεμβρίου αλλά και σαν το νέο ανέβασμα του έργου του Brendan Behan Ένας Όμηρος που παίζεται αυτές τις μέρες στο Τρένο στο Ρουφ θα φαίνονταν εντελώς άστοχα έως και δύο χρόνια πριν. Γιατί συνδιαλέγονται και τα δύο με την Ιστορία κι επικαλούνται όχι το «εγώ» αλλά ένα χαμένο «εμείς» που επιδιώκουν ν' ανασύρουν – παρά το χρονολογικό χάσμα που τα χωρίζει και βέβαια τις τεράστιες αισθητικές τους διαφορές: Το ένα, έργο συλλογικής δημιουργίας, ανοιχτό και ημιτελές, το άλλο, καλογραμμένο δραματικό κείμενο παλαιάς κοπής∙ το ένα, προϊόν της  αγωνίας «για το τέλος του κόσμου», το άλλο, γεμάτο ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο που η Δύση πρόσμενε ακόμα τη δεκαετία του ’60...

Κι όμως, υπάρχει ακόμα κάτι που μας ενώνει με τις προηγούμενες γενιές, κάτι που περνάει στο αίμα μας μέσα από τη μουσική, τη μνήμη, τους κύκλους της ιστορίας. Απλώς αυτό το κάτι, με την αποστασιοποίηση από τα γεγονότα του παρελθόντος και την υποχώρηση της πόλωσης (θα θέλαμε να...) αποχρωματίζεται, να αποδογματοποιείται. Ακόμα κι αν οι τυφλές αγκιστρώσεις παραμένουν, η τέχνη ως έκκληση για ζωή, δραστήρια παρατήρηση, καταγραφή των γεγονότων που στρέφεται κατά της νέκρωσης καλείται αυτή να το κάνει. Να κάνει τι; Να άρει από την πραγματικότητα τα στρώματα χρήσεων που την ακινητοποιούν, που την παγιώνουν, που την ιδιοποιούνται, κι εντέλει την διαστρεβλώνουν. Ο τρόπος είναι που κάνει το περιεχόμενο, η ερμηνεία που δίνει νόημα – το νόημα αφ’ εαυτού είναι αδιαφανές, ανοιχτό στην όποια χρήση.

Το αισθάνθηκα πολύ έντονα ακούγοντας a capella τους τόσο φθαρμένους στίχους «Γιατί όλους τους εχθρούς μας θα σκότωνες εσύ / δόξα τιμή στ’ αξέχαστο το γελαστό παιδί» στη νέα σκηνοθεσία του έργου Ένας Όμηρος του Brendan Behan, σαν απαλλαγμένους για πρώτη φορά από τη «σκόνη» της γιορτής του Πολυτεχνείου και άλλων χρηστικών εκτελέσεων.Μπορεί στην Ελλάδα του ’60, «το γελαστό παιδί» που γράφτηκε για το συγκεκριμένο έργο να ταυτίστηκε με τους αριστερούς αγώνες αλλά αυτό συνέβη με εντελώς μονοσήμαντο τρόπο. Τραγουδώντας το τραγούδι στη δίνη των αντιϊμπεριαλιστικών διαδηλώσεων, ο κόσμος της Αριστεράς παραγνώριζε ότι το γελαστό παιδί της αυθεντικής ιστορίας δεν σκοτώθηκε από ξένους, ούτε από αντιπάλους, αλλά από δικούς του. Κι όμως, ακόμα κι αν κάποιος αγνοούσε το πραγματικό τέλος του ηγέτη του IRA Michal Jonn Collins, για τον οποίον γράφτηκε το τραγούδι, και ο οποίος δολοφονήθηκε από συμπατριώτες του με το ξέσπασμα του ιρλανδικού εμφυλίου το 1922, αυτό προκύπτει ολοκάθαρα από τους ίδιους τους στίχους: «Κάλλιο να είχε πέσει στου αρχηγού το πλάι / καλύτερα από βόλι Εγγλέζου να ’χε πάει / απ’ απεργία πείνας μέσα στη φυλακή / θα ’ταν τιμή μου που ’χασα, το γελαστό παιδί». Αλλά πάνω στην αγωνιστική παραφορά, κι ίσως επειδή δεν χρησίμευε στο λαϊκό αριστερό αίσθημα και στους καθοδηγητές του, η αιρετική αυτή νύξη ισοπεδώθηκε εντελώς.

Αντίστοιχα, και στο ίδιο το έργο του Behan, ο ανυποψίαστος εγγλέζος στρατιώτης που συλλαμβάνεται ως όμηρος σε αντίποινα για τη σύλληψη ενός ιρλανδού εθνικιστή χάνεται στο τέλος άδοξα, παρά τη συμπάθεια του ιρλανδικού κοινωνικού περίγυρου που έχει κερδίσει. Πέφτει θύμα κι αυτός, όπως και ο ήρωας του τραγουδιού, ενός τυφλού φανατισμού, μιας άχρηστης βαρβαρότητας που με όχημα την δαιμονοποίηση του «άλλου» έχει οδηγήσει σε τρομερά εγκλήματα καταπιεστές και καταπιεζόμενους, εξουσία κι επαναστάτες.

Αν αναρωτιέται λοιπόν κανείς «γιατί αυτό το έργο σήμερα;», η απάντηση κατά τη γνώμη μου δεν βρίσκεται τόσο στο θέμα του και στην παραλληλία μεταξύ της ελληνικής και της ιρλανδικής περίπτωσης, δύο λαών που έχουν εξίσου υποφέρει και διχαστεί υπό την επιρροή των ξένων δυνάμεων. Αυτή η αναγωγή αφορούσε περισσότερο παλιότερες παραστάσεις του έργου όταν η μνήμη από τον δικό μας εμφύλιο ήταν πολύ πιο νωπή. Τώρα, η απάντηση στο γιατί του έργου βρίσκεται κυρίως στον τρόπο του: χορός προσώπων –ομαδική ενέργεια– τραγούδι αλλά και εστίαση μέσω της πλοκής στο πρόσωπο που διαφοροποιείται, στη σχέση του συνόλου με το άτομο, στο πώς αντιμετωπίζει η κοινωνία τη διαφορά. Μ’ αυτόν τον τρόπο, το έργο απαντάει στην ανάγκη να ξαναβρούμε μια συλλογική ταυτότητα αναθεωρώντας όμως την αφοσίωσή μας σε σχήματα που μας αυτοματοποιούν. Γιατί στο σημείο που βρισκόμαστε, δεν υπάρχει πια περιθώριο προβολής της ουτοπίας σε «πραγματωμένα» συστήματα. Η εποχή μας δεν σηκώνει πια τη στρατευμένη τέχνη, χρειάζεται όμως ακόμα το ρομαντισμό. Ή μάλλον, λόγω της κοινωνικής πίεσης που ολοένα και μεγαλώνει, τον χρειάζεται πάλι. Γι’ αυτό, η φρεσκάδα, το χιούμορ και η απολαυστική αμεσότητα των ηθοποιών καθώς και η νέα ενορχήστρωση των τραγουδιών του Θεοδωράκη που εμβάλλονται λειτουργικά στην παράσταση της Τατιάνας Λύγαρη, καταφέρνουν να μας ξυπνήσουν ένα μαχητικό αίσθημα – καθόλου όμως με στείρο νοσταλγικό τρόπο. Φυσικά υπάρχουν και αστοχίες, όπως η κραυγαλέα επιλογή του μαύρου ηθοποιού για το ρόλο της τραβεστί Πριντσέσας Γκρέης –υπερβολικά στερεότυπη για να είναι θεατρική– ή η επιλογή να μην «πειραχτεί» καθόλου η μετάφραση για το νέο ανέβασμα. Όσο κι αν κρατάει ακόμα, υπάρχουν στην πρόζα σημεία που παραπέμπουν στο χθες. Ωστόσο, το δέσιμο της υποκριτικής ομάδας, η θέρμη αυτών των φωνών, της καθεμίας ξεχωριστά, το μετρημένο, εξωστρεφές παίξιμο και η καθαρότητα της σκηνοθεσίας διεγείρουν τη επιθυμία μιας νέας ενότητας που να απορροφά το ατομικό στοιχείο χωρίς να το ισοπεδώνει. Οι εννέα ηθοποιοί που χορεύουν, παίζουν, τραγουδούν με τον μουσικό που τους συνοδεύει μέσα στη λιλιπούτειων σκηνικών διαστάσεων σκηνή του Τρένου στο Ρουφ κάνουν την ανθρώπινη ενέργεια να ξεχειλίζει.

meta-1Ένα αντίστοιχο ξεχείλισμα της ενέργειας αλλά πιο άναρχο και σ’ έναν εκ διαμέτρου αντίθετο χώρο, διέκρινε κανείς και στη σκηνή του Μετά ΙΙ της Έλλης Παπακωνσταντίνου στο Βυρσοδεψείο, μόλις λίγη ώρα μακρυά απ’ τις γραμμές του Τρένου. Με χώρους σαν το σταματημένο Βαγόνι στο σταθμό του Ρουφ ή το εγκατελειμένο εργοστάσιο στην οδό Ορφέως που ζωντάνεψε ξανά φέτος το καλοκαίρι, η περιοχή του Βοτανικού είναι σα να κρατά ανοιχτή τη δίοδο των κατοίκων αυτής της πόλης προς το παρελθόν. Άρα ίσως και προς το μέλλον...

Ψιλοβρέχει και στάζουν με θόρυβο οι σταγόνες στο σκοτάδι σχηματίζοντας μικρές λιμνούλες καθώς βγαίνω στο προαύλιο του επιβλητικού άλλοτε Βυρσοδεψείου. Και με πιάνει σχεδόν ρίγος στη σκέψη των εργατών που πρέπει χαράματα, τρέμοντας από το κρύο, να διέσχιζαν αυτό το κατώφλι κάθε πρωί έναν αιώνα πριν, για να πιάσουν δουλειά. Στο φουαγιέ, οι εικαστικοί που διαμόρφωσαν εκ νέου το χώρο έχουν αφήσει απείραχτες τις ξύλινες στήλες όπου οι εργάτες “χτυπούσαν κάρτα”: τα νούμερα ξεκινούν από το ένα και ξεπερνούν το πεντακόσια… «Υπάρχει κάτι που μας ενώνει», μας ψιθυρίζει στο αυτί ένας performer ενώ μας ξεναγεί σ’ αυτό το υποτιθέμενο μουσείο επεξεργασίας του ανθρώπινου δέρματος, που διασώζεται μετά την καταστροφή του πολιτισμού, σύμφωνα με τη σκηνοθετική φαντασία. Ίσως είναι τα τελευταία αβέβαια βήματα στην έξοδο από το καπιταλιστικό μοντέλο που οι εργάτες των αρχών του αιώνα στέριωσαν με το σώμα τους, τα χέρια, τα μάτια. Ίσως η ναυτία στην επαφή με την καθημερινότητα που παίρνει συλλογικές διαστάσεις.Ίσως η ανάγκη να σπάσουμε τα δεσμά του φόβου ενός ολοένα επερχόμενου τέλους, μιας ολοένα επερχόμενης καταστροφής.

Πάντως, ως απόσταγμα της performance, το ερώτημα παραμένει: «Υπάρχει τελικά κάτι που μας ενώνει;» διατυπωμένο όμως αντίστροφα: «Τι είναι η πατρίδα μας αν όχι μια σειρά από αποξενώσεις;»

Θα συμφωνήσουμε νομίζω ότι ο στοχασμός και μόνο πάνω στην «πατρίδα» φέρει ως συστατικό του στοιχείο την επιθυμία να ξαναβρούμε τις κοινές αναφορές που θα συνέθεταν από παλιά και νέα υλικά ένα νέο συνεκτικό ιστό. Έχοντας ξεκινήσει από μια διαδικασία ανοιχτών συζητήσεων που τροφοδοτήθηκε από το κίνημα των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, η παράσταση εντοπίζει τον νέο αυτό ιστό στη βασανιστική μας απορία για το τέλος, κι ό,τι μας περιμένει μετά: μετά το τέλος της επίπλαστης ευημερίας, το τέλος των ψευδαισθήσεων, το τέλος του καπιταλισμού έως και μετά το τέλος της ιστορίας στις μεσσιανικές του διαστάσεις, όπου στο φαντασιακό καιροφυλακτεί η Έλευση της Ημέρας της Κρίσεως και η επιστροφή μας στο σκοτάδι ή σ’ ένα κόσμο Τεράτων...

Σ’ αυτόν τον άξονα, παρελαύνει μια σειρά πολύ εύστοχα και με ευαισθησία επιλεγμένων αποσπασμάτων που αποπειρώνται να εξηγήσουν την ιστορική στιγμή που διανύουμε – από τον Benjamin και τον Débord ως τον Πεσσόα και τον Παζολίνι. Συγκρατώ μεταξύ άλλων τη διαφωτιστική σκέψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ: «Σε ένα καθαρό καπιταλιστικό σύστημα, ο Καπιταλισμός πρέπει κατ’ ανάγκην να επεκτείνεται διαρκώς σε μη καπιταλιστικές περιοχές μέσω του εμπορίου. Και του πολέμου. Που σημαίνει ότι όταν αυτή η επέκταση δεν (θα) είναι πια εφικτή, όταν δεν (θα) υπάρχει πλέον καμιά μη καπιταλιστική αγορά να κατακτηθεί, ο Καπιταλισμός θα καταρρεύσει. Ή θα εφεύρει μια νέα αγορά.» Αλλά και τα λόγια του Débord: «Βρισκόμασταν μέσα σ’ ένα σκηνικό που θα εξαφανιζόταν, απορροφημένοι από ομορφιές που δεν θα ξανάρθουν. Θα ’πρεπε σύντομα να την εγκαταλείψουμε, αυτήν την πόλη που για μας υπήρξε τόσο ελεύθερη, αλλά που θα πέσει ολοκληρωτικά στα χέρια των εχθρών μας. Ήδη, εφαρμόζεται αμετάκλητα ο αμείλικτος νόμος τους που ξαναφτιάχνει τα πάντα κατ’ εικόνα του, έχοντας ως πρότυπο, ένα είδος νεκροταφείου. Θα πρέπει να την εγκαταλείψουμε, όχι όμως χωρίς να έχουμε προσπαθήσει, έστω για μια φορά, να την καταλάβουμε δια της βίας». Αυτό το παλίμψηστο που αφομοίωνε εξίσου τον δοκιμιακό και τον ποιητικό λόγο αγγίζοντας πολύ ουσιαστικά το σήμερα περιείχε επίσης και προσωπικά κείμενα των ίδιων των ηθοποιών – κάποια αξιοσημείωτα, όπως της Βάλιας Παπαχρήστου.

Meta_tis_Ellis_PapakonstantinouΗ δράση εναλλάσσεται διαρκώς από το παρόν στο παρελθόν, από τη σκηνική πραγματικότητα ενός κινηματογραφικού γυρίσματος που δεν ολοκληρώνεται ποτέ, στην αποτύπωση εμβληματικών εικόνων του ανθρώπινου πολιτισμού –ο μυστικός δείπνος, συζήτηση για το τέλος του καπιταλισμού, μια πορεία που γίνεται λιτανεία κτλ– που υποτίθεται ότι αναπαράγονται προκειμένου να διασωθούν: Για μια στιγμή, μ’ αυτή την αφορμή, σκέφτηκα τους Ναυαγούς της Τρελής ελπίδας της Μνουσκίν που είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών φέτος το καλοκαίρι όπου το κινητογραφικό γύρισμα επίσης εγκιβωτιζόταν στη θεατρική σκηνή. Ωστόσο στο Μετά ΙΙ η έμφαση ήταν στην ασυνέχεια, όχι στη συνοχή όπως στην παράσταση της Μνουσκίν κι αυτό αντανακλούνταν και στη χαοτική σύνθεση της «ιστορίας» και στη σπασμωδική εναλλαγή των αποσπασμάτων που «ράγιζε» σκοπίμως την ανάπτυξη του νοήματος. Εκείνο που σε κέρδιζε πάντως ήταν η καθολική εμπλοκή των ηθοποιών –και του εξαιρετικού πυρήνα της ομάδας και των ερασιτεχνών που τους περιέβαλλε συγκινητικά– στην υπηρεσία αυτού του μεγαλεπίβολου σχεδίου: να διοχετευτεί στη σκηνή το ρεύμα μιας κοινωνίας που αισθάνεται ότι βουλιάζει με όλους τους διαθέσιμους τρόπους, από την παραβολή στο ρεαλισμό κι από την χορογραφική παρωδία στο λυρικό παραλήρημα...

Παράλληλα, η σκηνοθεσία αξιοποίησε πολύ δημιουργικά τη σχέση ανάμεσα σ’ αυτό το site specific θέαμα και τον χώρο που το φιλοξένησε, ανάμεσα στην κατάσταση του δρώντος (δημιουργού αλλά και αποδέκτη) και του εργάτη. Όχι τόσο με τη μαρξιστική έννοια, όσο με μία έννοια αριστοτελική, καθαρτική: «Οι άνθρωποι που δουλεύουν σε βυρσοδεψεία έρχονται αντιμέτωποι με φοβερή βρώμα και δυσωδία, έλεγε σε μια συνέντευξή της η σκηνοθέτις, Έλλη Παπακωνσταντίνου. Όταν για να μαλακώσουν, τα δέρματα τοποθετούνται στο νερό που είναι γεμάτο βακτήρια, έντερα και κόπρανα ζώων, οι εργάτες μπαίνουν κι αυτοί μέσα για να ολοκληρώσουν τη διαδικασία. Στην παράσταση ‘ξεπλένουμε’ το κατακάθι, το σκοτάδι, τον φόβο μας, τη βρώμα μιας τραυματισμένης κοινωνίας. Λειτουργεί καθαρτικά για τους θεατές και για μας που συμμετέχουμε σ’ αυτήν ».

Η κάθαρση είναι σίγουρα μεγάλη λέξη και δεν ξέρω κατά πόσο μπορεί να παραχθεί ανεξάρτητα από μια αυστηρή οργάνωση του νοήματος που εδώ δεν ήταν ζητούμενο. Εκείνο όμως που σίγουρα έφερνε κοντά θεατές και performers κατά τη διάρκεια της παράστασης ήταν η διάθεση αποδόμησης του κοινού μας φόβου, το απελευθερωτικό μοίρασμα μιας γενναιόδωρης χειρονομίας. Έστω κι αν στο τέλος παρέμενε και παραμένει ακόμη μεγαλειώδης η εκκρεμότητα του Μετά...

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΝΔΥΛΑΚΗ 

 

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Μελάνι» του Δημήτρη Παπαϊωάννου στο Μέγαρο Μουσικής: Από τον νεοκλασικισμό στο νεομπαρόκ

«Μελάνι» του Δημήτρη Παπαϊωάννου στο Μέγαρο Μουσικής: Από τον νεοκλασικισμό στο νεομπαρόκ

Για την παράσταση «INK» του Δημήτρη Παπαϊωάννου, η οποία παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής. Φωτογραφίες: Julian Mommert

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Παραμένοντας σταθερά ένας ύψιστης αισθητικής créateur/auteur σκηνικών γεγονό...

«ELENIT» του Ευριπίδη Λασκαρίδη στη Στέγη – Ένα σύμπαν με δεινόσαυρους, ανεμογεννήτριες και λαμαρίνες

«ELENIT» του Ευριπίδη Λασκαρίδη στη Στέγη – Ένα σύμπαν με δεινόσαυρους, ανεμογεννήτριες και λαμαρίνες

Το ανατρεπτικό έργο του καταξιωμένου Ευριπίδη Λασκαρίδη παρουσιάζεται για δεύτερη φορά στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, από τις 16 έως τις 19 Φεβρουαρίου 2023. Φωτογραφίες: Julian Mommert.

Επιμέλεια: Book Press

16 – ...

«Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, με τον Τζον Μάλκοβιτς στη Στέγη

«Στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, με τον Τζον Μάλκοβιτς στη Στέγη

Ο υποψήφιος για Όσκαρ Τζον Μάλκοβιτς και η πολυβραβευμένη Λιθουανή ηθοποιός Ινγκεμπόργκα Νταπκουνάιτε δίνουν ρεσιτάλ ερμηνείας σε ένα από τα πιο μυστηριώδη έργα του σύγχρονου ρεπερτορίου, στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης, από τις 9 έως τις 12 Φεβρουαρίου 2023. Φωτογραφίες: Māris Morkāns

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Σοκ στον χώρο του βιβλίου: Πέθανε ο Γενικός Διευθυντής και «ψυχή» της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Φίλιππος Τσιμπόγλου

Σοκ στον χώρο του βιβλίου: Πέθανε ο Γενικός Διευθυντής και «ψυχή» της Εθνικής Βιβλιοθήκης, Φίλιππος Τσιμπόγλου

Ο Φίλιππος Τσιμπόγλου, Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης, έφυγε ξαφνικά από τη ζωή σήμερα το πρωί σε ηλικία 66 χρονών.

Επιμέλεια: Book Press

Η ανακοίνωση της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος

...
Ο Μάριο Ντεζιάτι, συγγραφέας του μυθιστορήματος «Ασυμβίβαστοι» που τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2022, έρχεται στην Αθήνα

Ο Μάριο Ντεζιάτι, συγγραφέας του μυθιστορήματος «Ασυμβίβαστοι» που τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2022, έρχεται στην Αθήνα

Ο βραβευμένος συγγραφέας Μάριο Ντεζιάτι θα παρουσιάσει το βιβλίο του στις 9 Φεβρουαρίου 2023, στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Επιμέλεια: Book Press

O Mario Desiati, συγγραφέας του μυθιστορήματος Ασυμβίβαστοι (πρωτ. τίτλος Spatriat...

Πέθανε ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Αλέξις Ραβέλο – Μεγάλη απώλεια για την ισπανική λογοτεχνία

Πέθανε ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Αλέξις Ραβέλο – Μεγάλη απώλεια για την ισπανική λογοτεχνία

Πέθανε το πρωί της Δευτέρας 30 Ιανουαρίου 2023 από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 51 ετών ο Ισπανός πολυβραβευμένος συγγραφέας Αλέξις Ραβέλο [Alexis Ravelo] ο οποίος κατείχε εξέχουσα θέση στη σύγχρονη ισπανική λογοτεχνία, έχοντας γράψει πολλά και επιτυχημένα αστυνομικά και όχι μόνο μυθιστορήματα. Μέσα στο 2023, οι εκδό...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

«Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» του Θόδωρου Σούμα (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογράφημα - πολιτική μαρτυρία του Θόδωρου Σούμα, «Ο Βασίλης –ψευδώνυμο Γιάννης– στην αριστερά (1971 - 2008)» το οποίο θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
«Τις μέρες που λιγόστευε το φως» του Όιγκεν Ρούγκε (προδημοσίευση)

«Τις μέρες που λιγόστευε το φως» του Όιγκεν Ρούγκε (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Όιγκεν Ρούγκε [Eugen Ruge] «Τις μέρες που λιγόστευε το φως» (μτφρ. Τεό Βότσος), το οποίο θα κυκλοφορήσει την ερχόμενη εβδομάδα από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

1 ΟΚΤΩΒΡΙ...

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» του Μιχάλη Μακρόπουλου (προδημοσίευση)

«Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον» του Μιχάλη Μακρόπουλου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Μιχάλη Μακρόπουλου «Ιστορίες από ένα περασμένο μέλλον», που θα κυκλοφορήσει στις 19 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γιανγκσὶ-ντιέναο (τρεῖς σκηνὲς)  ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

7 μυθιστορήματα από όλον τον κόσμο για τους φίλους του φανταστικού

Πρώτος μήνας του νέου έτους και πριν δούμε τι θα φέρει η φετινή πραγματικότητα ας επιτρέψουμε στον εαυτό μας ένα φανταστικό λογοτεχνικό ταξίδι. Οι εκδόσεις Βακχικόν προτείνουν επτά μυθιστορήματα για τους φίλους του φανταστικού. Γιατί η φαντασία σε πάει παντού...

Επιμέλεια: Book Press

...
Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Γουίλιαμ Χ. Γκας: «Τα δώδεκα σημαντικότερα βιβλία που διάβασα στη ζωή μου»

Στο βιβλίο του με τίτλο «The William H. Gass Reader», ο Αμερικανός πεζογράφος William H. Gass επέλεξε τα δώδεκα βιβλία που διαμόρφωσαν τη λογοτεχνική ματιά του. Μια λίστα που, όπως σημειώνει και ο ίδιος στην εισαγωγή του, δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τα «δώδεκα καλύτερα βιβλία» που έχει διαβάσει, καθώς «κάθε σπουδαί...

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα στην αγγλόφωνη πεζογραφία σύμφωνα με τον Γκάρντιαν

Ο κριτικός λογοτεχνίας της βρετανικής εφημερίδας, Guardian, Robert McCrum επέλεξε τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία γραμμένα στα αγγλικά. Στη λίστα του εντοπίζουμε έργα που θεωρούνται πλέον κλασικά, από συγγραφείς όπως οι Ντίκενς, Μέλβιλ, κ.ά., καθώς και μυθιστορήματα από τους ΝτεΛίλο, Ισιγκούρο, Ροθ, Κουτσί, κ.ά. ...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ

13 Δεκεμβρίου 2022 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τα 100 καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία του 2022

Έφτασε η στιγμή και φέτος για την καθιερωμένη εδώ και χρόνια επιλογή των εκατό από τα καλύτερα βιβλία λογοτεχνίας της χρονιάς που φτάνει σε λίγες μέρες στο τέλος της. Ε

ΦΑΚΕΛΟΙ