parastaseis nov

Η «αγία οικογένεια» στα εξ ών συνετέθη στις θεατρικές παραστάσεις αυτού του Νοεμβρίου. Είδαμε: «Το λευκό δωμάτιο», σε σκηνοθεσία Μάνου Καρατζογιάννη, «Τρία αστικά κουαρτέτα – Φθινόπωρο-Χειμώνας» σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη και «Τα τρία φιλιά – Η σταχτιά γυναίκα» σε σκηνοθεσία της Σοφίας Φιλιππίδου.

Του Νίκου Ξένιου

Ποιες αυταπάτες συνθέτουν την ιδέα της πυρηνικής οικογένειας, μέσα από το πρίσμα της συνάντησης των μελών της σ’ έναν περίκλειστο χώρο; Ποια είναι η «σκηνική απάτη» που απαιτείται, όταν σ’ ένα έργο τοποθετείς στον ίδιο χώρο όσα πρόσωπα αγάπησες στα διαβάσματά σου, επιχειρώντας να τα κάνεις να συνυπάρξουν;

«Τα μυστήρια του ικριώματος που ονομάζεται θέατρον»

Δεν είναι λίγα τα έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου όπου επί σκηνής συναντώνται πρόσωπα άλλων έργων, στο πλαίσιο μιας σκηνικής απάτης: λ.χ, το «Όνειρο καλοκαιριάτικης νύχτας» του Σαίξπηρ και η παράσταση μέσα στην παράσταση στον «Άμλετ», για να μην αναφερθούμε στην αυτονόμηση των χαρακτήρων Ρόζενγκραντς και Γκίλντενστερν στο ομώνυμο έργο του Στόπαρντ, «Η ζωή είναι όνειρο» του Καλντερόν (1635) που έχει επίσης ως θέμα την ελευθερία του ανθρώπου να διαμορφώνει τη ζωή του χωρίς να ακολουθεί το πεπρωμένο του, «Η μεγάλη μαγεία» (1940) του Ντε Φιλίπο, που τοποθετεί τον πρωταγωνιστή του κάπου μεταξύ πραγματικότητας και ψευδαίσθησης, «Η Μηχανή Άμλετ» του Μύλερ, που συνθέτει παραθέματα φιλοσόφων σ’ ένα φαντασιοκόπημα φιλοσοφικής αναζήτησης, έως και η «Νέκυια» της ομηρικής Οδύσσειας, η «Κόλαση» του Δάντη και «Τα μάγια της πεταλούδας» του Λόρκα. Έντονα επηρεασμένη από το συμβολιστικό κλίμα της νεώτερης γερμανικής γραμματείας είναι η «Σταχτιά γυναίκα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, που αποσυνθέτει τα συστατικά στοιχεία της οικογένειας για να επιτελέσει την έξοδο από τον κλειστό χώρο προς μια συμπαντική αρμονία. Στο βορειοευρωπαϊκό ρεπερτόριο εντάσσεται και η αδιέξοδη εκδίπλωση των μύχιων εχθροτήτων των μελών μιας οικογένειας στην τριλογία του Λαρς Νορέν «Τρία αστικά κουαρτέτα – Φθινόπωρο-Χειμώνας».

parastaseis nov 01

Θέατρο Σταθμός: «Το λευκό δωμάτιο» του Αλέξη Σταμάτη
Σκηνοθεσία: Μάνος Καρατζογιάννης
Παίζουν: Πέγκυ Σταθακοπούλου, Εύα Σιμάτου, Δημήτρης Τσίκλης. Στον ρόλο της Φλώρας: η Σμαράγδα Σμυρναίου.

Το μυθιστόρημα Το λευκό δωμάτιο του Αλέξη Σταμάτη ήδη έχει ανέβει ως θεατρικό αναλόγιο, και τώρα ο σκηνοθέτης Μάνος Καρατζογιάννης το παρουσιάζει, στο Θέατρο Σταθμός, στην ολοκληρωμένη θεατρική του μορφή. Καθαρή αλληγορία, αφήγηση με χαρακτήρες δανεισμένους από κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που συναντώνται σ’ έναν ουτοπικό χωροχρόνο, απαλλαγμένοι από το ιστορικό/γλωσσικό/φιλοσοφικό φορτίο του έργου απ’ όπου προέρχονται. Το βιβλίο του Αλέξη Σταμάτη, διαφορετικό στη δόμησή του από τη θεατρική του διασκευή, περιλαμβάνει την άφιξη της Έντα Γκάμπλερ σε μια δυστοπική πανσιόν και την οριστική μετατροπή της «σε αυτό που πραγματικά υπήρξε». Χαρακτηριστικό αυτής της Πανσιόν είναι πως από το ανύπαρκτο σταδιακά διαμορφώνει πραγματική ζωή και την οργανώνει, ερήμην του κοινού του θεάτρου, σ’ ένα πλαίσιο που εντέλει εγκλωβίζει τους χαρακτήρες: από τη μία τους επιτρέπει να υπάρξουν εκτός έργου, όμως από την άλλη τους στερεί το πιο σημαντικό στοιχείο αυτής της ύπαρξης: την ελευθερία. «Όσο για τα πιστόλια, μία είναι η χρήση τους: να σκοτώνουν!»: αυτού του είδους την ελευθερία θα διεκδικήσει δυναμικά ο χαρακτήρας «Έντα», σε σημείο να ανατρέψει το προσδοκώμενο.

Οι ρόλοι στην πολύ πετυχημένη παράσταση του Μάνου Καρατζογιάννη είναι ευδιάκριτοι και αναγνώσιμοι: η Μπλανς Ντιμπουά (όπως πολύ σαρκικά την ερμηνεύει η Πέγκυ Σταθακοπούλου ξεπερνώντας τα στερεότυπα του χαρακτήρα του Τένεσι Ουίλιαμς) ξαπλώνει σ’ ένα κρεβάτι και φαντάζεται τη ζωή που επιθύμησε και ποτέ δεν είχε. Δεν είναι μια νέα εκδοχή της Μπλανς, είναι κάτι σαν avatar της Μπλανς, εξίσου αλκοολική με εκείνην κι εξίσου αφημένη στην καλοσύνη των ξένων. Τα πράγματα είναι διαφορετικά για την Έντα Γκάμπλερ, που αναβιώνει μέσα από την αισθησιακή αλλά και δωρική προσέγγιση της Εύας Σιμάτου: ο χαρακτήρας παραμένει μυστηριώδης και φλερτάρει με μια χολιγουντιανή βαμπ. Είναι, επίσης, πολύ διαφορετικά για τον κομπέρ του θεάτρου του Μπρεχτ, τον αφηγητή του θεάτρου του Καλντερόν, το ξωτικό Puck από το «Όνειρο καλοκαιριάτικης νύχτας» του Σαίξπηρ και τον ημίγυμνο νεαρό ερωμένο, δηλαδή για τους ρόλους που υποδύεται με τόσο μπριο ο Δημήτρης Τσίκλης. Ετούτοι είναι χαρακτήρες που αναδύονται αποκλειστικά από την παράσταση.

H Μπλανς Ντιμπουά (όπως πολύ σαρκικά την ερμηνεύει η Πέγκυ Σταθακοπούλου ξεπερνώντας τα στερεότυπα του χαρακτήρα του Τένεσι Ουίλιαμς) ξαπλώνει σ’ ένα κρεβάτι και φαντάζεται τη ζωή που επιθύμησε και ποτέ δεν είχε.

Ο συγγραφέας έχει πρόθεση να άρει το στερεότυπο που συνοδεύει την ατομική περίπτωση καθενός από τους κλασικούς αυτούς χαρακτήρες: μοιάζει σαν να τους αφαιρεί το προσωπείο –ή τη «φωνή»– και να τους βάζει ν’ αποζητούν χειραφέτηση. Γι’ αυτό και είναι δόκιμη η επιλογή της λέξης «Νονός», με την οποία χαρακτηρίζει τους μεγάλους συγγραφείς Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Τένεσι Ουίλιαμς, Χάινριχ φον Κλάιστ κ.ά, που γέννησαν χαρακτήρες για να βάλουν στο στόμα τους όσα οι ίδιοι δεν ήθελαν να δηλώσουν λεκτικά in propria persona. Τις αυταρχικές φωνές του «Νονών» Ίψεν και Τένεσι Ουίλιαμς υποδύονται, αντίστοιχα, οι φωνές του Δημήτρη Καταλειφού και του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη, ενώ παράλληλα προβάλλονται διαφάνειες από τις καλύτερες παραστάσεις των συγκεκριμένων έργων σε θέατρα όλου του κόσμου.

Το πρωτόκολλο που διέπει τη συμβίωση των πελατών της Πανσιόν επιβάλλει την κλήρωσή τους σε δυάδες αντιθέτων, η σύνθεση των οποίων κάθε άλλο παρά τυχαία είναι. Εκτός όμως από ένα «Μαγικό Βουνό» θεραπευτικού χαρακτήρα, πέρα από αλληγορία «συνάντησης» των θεατρικών μορφών που μας έχουν όλους στοιχειώσει, η Πανσιόν διαθέτει κι ένα «Λευκό δωμάτιο», που ξεκάθαρα συνιστά αλληγορία εγκλεισμού, ένα «γοργόνειον» για τους ενοίκους της Πανσιόν, όπου λευκοντυμένοι άνθρωποι εκτελούν εντολές βγαλμένες από τον «Αστακό» που εισήγαγε ο Λάνθιμος, ή σαν το «Σαλό» του Παζολίνι ή τέλος, με τον τρόπο στην «Ιστορία της Θεραπαινίδας» της Άτγουντ. Η δυστοπική Πανσιόν είναι η «λοκάντα» όπου οι ίσκιοι των κλασικών θεατρικών και λογοτεχνικών ηρώων καλούνται να συνυπάρξουν, σε γειτνίαση πολύ διαφορετική της ειθισμένης, σ’ ένα συγκείμενο που προσιδιάζει στο τιμωρητικό πλαίσιο δυστοπιών του είδους και που προβλέπει αυστηρότατους, δρακόντειους κανόνες ανάλογους των «λευκών κελιών» της Μπάαντερ-Μάινχοφ: «Να γράφεις άγρια και καθαρά για ό,τι πονάει».

Την επικεφαλής του ξενοδοχείου υποδύεται η Σμαράγδα Σμυρναίου, που με ωριμότητα και στιβαρή αυστηρότητα μπαίνει στο πετσί μιας κυνικής, σοφής ξενοδόχου, μιας γνώστη του θεάτρου κι ενός σύμβουλου αυτογνωσίας των ηρωίδων: έχουμε να κάνουμε με μιαν απτή, συγκεκριμένη περσόνα, που όμως δεν εντάσσεται σ’ ένα οργανικό σύνολο πορτρέτων αλλά παραμένει έωλη, σαν να πρωταγωνιστεί σ’ ένα τσίρκο ή σ’ ένα cabinet de curiosités. Η τραγικότητα της Φλώρας δεν απορρέει από τις ενέργειες, τα λόγια και το πεπρωμένο της, πιθανόν γιατί είναι επιδεκτική πολλών ερμηνειών. Είναι «λοκαντιέρα» μιας ιδιότυπης ορεινής Πανσιόν με απαράβατο πρωτόκολλο, είναι μια ευφυής οχιά «περικυκλωμένη από χαρακτήρες αλλά κι από λέξεις, φράσεις, σελίδες, βιβλία, φαντάσματα ηρώων και ηρωίδων». Να είναι αυθαίρετη η ονομασία της; Να είναι, η Φλώρα, το απάνθισμα (florilège) όλων των ποιητικών φράσεων που έμειναν στερεότυπες στην ιστορία του θεάτρου; Να είναι προϊόν ενός συνειρμού προς τη χλωρίδα των βουνών; Να είναι ηρωίδα ενός άλλου έργου, εξαφανισμένη σ’ έναν μπορχικό λαβύρινθο από παραπομπές; Ή, τέλος –το πιθανότερο, αυτό– να είναι η πρώτη στη σειρά των καταγραφεισών ηρωίδων που έχει ενοικήσει αυτόν τον επίπλαστο χώρο;

Το κοινό σημείο που συνδέει τους χαρακτήρες του Αλέξη Σταμάτη είναι η λύπη για την εξάρτησή τους από μιαν αλλότρια βούληση, από τη βούληση της ίδιας της δημιουργίας τους.

Το «Λευκό δωμάτιο» μάς συστήνει την οπτική ψευδαίσθηση ενός φράκταλ, προτείνει μια οφθαλμαπάτη (trompe-l'œil) ως στοιχείο θεραπείας της Έντα Γκάμπλερ στο «Σανατόριο» όπου έχουν διασταυρωθεί όλοι οι διάσημοι αυτόχειρες της λογοτεχνίας: από τον Άμλετ και τους λοιπούς σαιξπηρικούς ήρωες έως την Άννα Καρένινα του Τολστόι. «Όλες οι ηλικίες εξιστορημένες. Όλες ερμηνευμένες, όλες παρερμηνευμένες»: η λογοτεχνία δεν έχει παρθενογενέσεις, είναι μια διαδρομή με σταθμούς σε μέρη πολλές φορές ειδωμένα – και που κοινός τόπος τους είναι ο θάνατος και η νοσταλγία του απολεσθέντος παραδείσου. Το κοινό σημείο που συνδέει τους χαρακτήρες του Αλέξη Σταμάτη είναι η λύπη για την εξάρτησή τους από μιαν αλλότρια βούληση, από τη βούληση της ίδιας της δημιουργίας τους. Αυτοί οι ήρωες είναι κατακερματισμένοι, αλλοιωμένοι, στρεβλωμένοι, μεταμορφωσιγενείς, σαν έργα τέχνης επιδεκτικά σε παρεμβάσεις. «Έχω αυτή την τεράστια τύχη, να είμαι κάποιος που δεν υπάρχει εάν δεν τον ερμηνεύσει κάποιος άλλος». Ο συγγραφέας διαποτίζει με έντονη λύπη ένα σκηνικό όπου ο πόνος δεν είναι «μνησιπήμων», ούτε το LSD που θα μας αποσπάσει από την αίσθηση του πραγματικού, συνιστά όμως την πεμπτουσία της αιωνιότητας. Και είναι, όλοι τους, συνδαιτημόνες σ’ ένα δείπνο αιωνιότητας, που είναι τρομακτικό ακριβώς γιατί δεν φαίνεται να τελειώνει πουθενά.

parastaseis nov 02

Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας: «Τρία αστικά κουαρτέτα – Φθινόπωρο-Χειμώνας», του Λαρς Νορέν
Σκηνοθεσία: Νίκος Μαστοράκης
Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας
Παίζουν: Μπέτυ Αρβανίτη, Άννα Καλαϊτζίδου, Μαρία Καλλιμάνη, Άλκης Παναγιωτίδης

Και πάλι σ’ έναν περίκλειστο χώρο διαδραματίζεται το «Φθινόπωρο-Χειμώνας» του Λαρς Νορέν, που ανεβαίνει στο Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη. Η τριλογία του Λαρς Νορέν «Τρία αστικά κουαρτέτα» περιλαμβάνει τα έργα «Φθινόπωρο-Χειμώνας» (πρωτοανέβηκε στην Κοπεγχάγη το 1988), «Ο Μπόμπι Φίσερ μένει στην Πασαντίνα» και «Καλοκαίρι», που δείχνουν την πορεία της μεσοαστικής οικογένειας μέσα στον χρόνο.

Μια χώρα σκοτεινή και αλλοτριωμένη, γεμάτη αγωνία και ενοχές, σαν τον χειμώνα που επελαύνει: η σύγχρονη Σουηδία, μια χώρα που κάποτε φημιζόταν για τις κοινωνικές της υπηρεσίες και το υψηλό βιοτικό της επίπεδο, μια χώρα-πρότυπο που στο έργο αυτό καταρρέει. Ο Λαρς Νορέν, το «enfant terrible» της σουηδικής θεατρικής σκηνής, ποτέ δεν υπήρξε συνεπής προς τους θεσμούς, ούτε ποτέ συμβιβάστηκε. Έχει εκφράσει στα έργα του τις κοσμικές αντιλήψεις περί ατομικής ηθικής και περί συλλογικότητας, κατά τρόπον ώστε να ασκεί συστηματική κριτική στη θρησκεία και στο συμβολικό της σύστημα. Μικροί, κλειστοφοβικοί χώροι, στενόχωρα δωμάτια όπου η «αγία» προτεσταντική οικογένεια ξεδιπλώνει όλη τη νοσηρότητα και τη δυσλειτουργία που συνιστά δομικό στοιχείο των σχέσεων των γονιών με τα παιδιά, των παιδιών μεταξύ τους, των γονιών μεταξύ τους.

Η Μπέτυ Αρβανίτη κινείται με άνεση στο ψυχογράφημα αυτής της κομψής μητέρας, που κρύβει αρκετά μυστικά και ελάχιστα από αυτά θα αποκαλύψει στη διάρκεια του έργου.

Ζητήματα ανάλωσης, ζήλειας, εξάρτησης και ταυτότητας εκτυλίσσονται, αφού το δείπνο τελειώνει και η μητέρα καθαρίζει το τραπέζι. Η Μπέτυ Αρβανίτη κινείται με άνεση στο ψυχογράφημα αυτής της κομψής μητέρας, που κρύβει αρκετά μυστικά και ελάχιστα από αυτά θα αποκαλύψει στη διάρκεια του έργου. Η τριανταοκτάχρονη κόρη και η σαραντατριάχρονη αδελφή της έχουν επισκεφθεί τους γονείς τους, μια επίσκεψη που είναι τακτική και συνηθισμένη. Ο πατέρας δέχεται τη λεκτική κατηγορία πως η αγάπη του προς την κόρη του Άνν εκφραζόταν ανέκαθεν με πολύ σωματικό τρόπο: ένα υπονοούμενο σεξουαλικής κακοποίησης πλανάται στην ατμόσφαιρα, αλλά το κείμενο δεν διευκρινίζει εάν αυτό είναι γέννημα της νοσηρής φαντασίας της κόρης ή πραγματικότητα: επίσης, ο υπαινιγμός αυτός δεν εξελίσσεται μέσα στο έργο, ούτε οδηγεί πουθενά. Ο Άλκης Παναγιωτίδης στέκει αξιοπρεπώς στον ρόλο ενός «θλιμμένου» πατέρα, ενός ανθρώπου που υπήρξε προσκολλημένος σ’ ένα παθολογικό οιδιπόδειο, που δέχτηκε να συμβιβαστεί με την ιδιότυπη ιδιοσυγκρασία της συζύγου του και το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της μικρής του κόρης, ωστόσο έχει διατηρήσει αμετάβλητα τα συναισθήματα αγάπης και αφοσίωσής του προς αυτές.

Η Άνν έχει εγκαταλείψει το σπίτι στα δεκατέσσερά της, τώρα είναι χωρισμένη μητέρα, εργάζεται σ’ ένα γκέι μπαρ και δεν έχει δεκάρα. Επιπλέον, είναι αρειμάνια καπνίστρια και η ψυχοπαθολογία της κάνει τον ρόλο της δύσκολο και απαιτητικό. Η Άννα Καλαϊτζίδου είναι η καταλληλότερη γι’ αυτόν τον ρόλο, δημιουργώντας ισχυρή αντίστιξη προς το φλεγματικό ύφος των γονιών της: προφανώς πρόκειται για σκηνοθετική επιλογή, που διασώζει μεγάλο ποσοστό αληθοφάνειας της παράστασης. Η επιβλητική μητέρα αρνείται να παίξει το παιχνίδι κατηγορώ που εξαπολύει εναντίον της η μικρή της κόρη, όμως μέσω της συζήτησης αποκαλύπτεται πως και η ίδια είχε κάποτε απατήσει τον άντρα της με κάποιον που είχε γνωρίσει στη βιβλιοθήκη όπου εργαζόταν. Η μια αποκάλυψη οδηγεί στην άλλη. Η μεγαλύτερη κόρη Εύα, που εκ πρώτης όψεως δείχνει μια επιτυχημένη αστή με λαμπερή καριέρα και γεμάτη ατζέντα, έχει κι αυτή προβλήματα ύπνου, αλκοολισμού, και φυσικά συγκεκαλυμμένα προβλήματα με τον γάμο της. Η Μαρία Καλλιμάνη μπαίνει «στα παπούτσια» του ρόλου της και με μπρίο και δυναμισμό επιβάλλει την παρουσία της στη σκηνή. Είναι αξιοπρόσεκτο δε το πώς ελίσσεται ερμηνευτικά, προσαρμόζοντας τον τόνο της στον γενικά χαμηλό τόνο της παράστασης.

Το βέβαιο είναι πως πρόκειται για κείμενο με πολλές αφορμήσεις για συζήτηση και προβληματισμό, που εισηγείται την τελική συμφιλίωση μετά από μια «καταιγίδα» εκρήξεων και αποκαλύψεων.

Το κείμενο φάνηκε σαφώς περικεκομμένο: δεν είμαι βέβαιος αν οι περικοπές που επήλθαν από τον κύριο Δεπάστα και οι αντίστοιχες παρεμβάσεις του κύριου Μαστοράκη όντως ωφέλησαν τη σκηνική οικονομία, ή αντίθετα δημιούργησαν κενά στην κατανόηση και έβλαψαν τον ρυθμό του έργου. Το βέβαιο είναι πως πρόκειται για κείμενο με πολλές αφορμήσεις για συζήτηση και προβληματισμό, που εισηγείται την τελική συμφιλίωση μετά από μια «καταιγίδα» εκρήξεων και αποκαλύψεων. Όλοι μας δραματοποιούμε, έως και διεκτραγωδούμε το μικρό ψυχαναλυτικό μας ιστορικό, αιτιώμενοι τους γονείς και τα αδέρφια μας για όποια κακή επιλογή τελικά κάναμε εμείς οι ίδιοι: πάνω απ’ όλα, όμως, επιβιώνει ο στοιχειώδης πυρήνας της οικογενειακής θαλπωρής, η τελική συμφιλίωση, δηλαδή το ακριβώς αντίθετο από τον ψυχαναλυτικό εφιάλτη του Στρίντμπεργκ ή από όσα εισηγείται το έργο του Τόμας Βίντερμπεργκ «Οικογενειακή γιορτή». Το αξιοπερίεργο είναι πως ο Λαρς Νορέν θεωρήθηκε, γενικά, επίγονος του Στρίντμπεργκ και του Μπέργκμαν, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωνε επηρεασμένος από τον Ευγένιο Ο’Νηλ, τον Χάρολντ Πίντερ και τον Έντουαρντ Άλμπυ. Ο Νορέν πέθανε τον Ιανουάριο του 2021 από τον επάρατο Covid-19, σε ηλικία 76 χρόνων.

parastaseis nov 03

Θέατρο Μεταξουργείο: «Τα τρία φιλιά – Η σταχτιά γυναίκα», του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου
Σκηνοθεσία: Σοφία Φιλιππίδου
Παίζουν: Αναστασία Ιθακησίου, Βίκυ Μαϊδάνογλου, Κωνσταντίνος Χειλάς

Η Σοφία Φιλιππίδου διασκεύασε και σκηνοθέτησε δύο συμβολικά έργα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου («Τα τρία φιλιά» και «Η σταχτιά γυναίκα») σε μια ενότητα και τους τρεις ρόλους ενσαρκώνουν η Αναστασία Ιθακησίου, η Βίκυ Μαϊδάνογλου και ο Κωνσταντίνος Χειλάς. Η αρχική μορφή της «Σταχτιάς Γυναίκας» ήταν δοκιμιακής μορφής και πρωτοπαρουσιάστηκε στη Βιέννη με χρήση μάσκας, σε συμβολιστικό και νεορομαντικό ντεκόρ. Η Σταχτιά γυναίκα μεταφράστηκε στα ελληνικά από άγνωστο μεταφραστή και εξαρχής προοριζόταν για θεατρικό αναλόγιο. Στο πλαίσιο του Συμβολισμού, οι πίνακες της φύσης, οι πράξεις των ανθρώπων, όλα τα συγκεκριμένα φαινόμενα δεν θα μπορούσαν να εκδηλωθούν αυτά καθαυτά: πρόκειται για αισθητά φαινόμενα προορισμένα να αναπαραστήσουν τις εσωτερικές τους σχέσεις με αρχέτυπες Ιδέες.

Στα «Τρία φιλιά» ο Χρηστομάνος στρέφεται ενάντια στη μοίρα και ανάγει σε συμβολικές διαστάσεις τον ερωτισμό. Η σκηνοθέτις επιλέγει συγκεκριμένα αντικείμενα, ιδιαίτερα φορτισμένα, καθώς και την κινηματογραφική προβολή (αντλημένη από το θεατροφίλμ που προηγήθηκε της παράστασης, λόγω της επιδημίας του κορωνοϊού), στοιχείων αισθητικών που υποστηρίζουν την προσέγγισή της: ένα παραβάν για προβολή φτιαγμένο σαν κάλυμα τζακιού καλυμμένο με υφαντά, δυο «οντάδες» που είναι σαλόνι, κρεβάτι, καθιστικό και αίθουσα υποδοχών ενός κάστρου, ένας δίσκος και ένα σερβίτσιο με ψωμί και μέλι, μια κασέλα με ρούχα κάθε χρώματος και υφής.

Κοινό σημείο επαφής των δύο κειμένων: η επιδίωξη του «ευ ζην», η χιμαιρική αλλά και ποιητική ψηλάφηση αυτής της νότας του κόσμου που δεν λέγεται με απλά λόγια, είτε πρόκειται για την έλξη, την ηδονή, τον έρωτα και την ευτυχία, είτε πρόκειται για τον φθόνο, την αρρώστια, τον θάνατο και τη δυστυχία. Εμφαντικοί πλεονασμοί, μυστηριώδεις ελλείψεις, η αβεβαιότητα του ανακόλουθου, αυτά είναι κύρια γνωρίσματα του κειμένου του. Η δε μουσική κατέχει κεντρικό σημείο στο στήσιμο των σκηνών, εξασφαλίζοντας την υποβλητικότητα που ζητά κάθε συμβολιστής.

H επιδίωξη του «ευ ζην», η χιμαιρική αλλά και ποιητική ψηλάφηση αυτής της νότας του κόσμου που δεν λέγεται με απλά λόγια, είτε πρόκειται για την έλξη, την ηδονή, τον έρωτα και την ευτυχία, είτε πρόκειται για τον φθόνο, την αρρώστια, τον θάνατο και τη δυστυχία.

Η ιστορία της λογοτεχνίας προσήψε «βορειομανία» και «ιψενογερμανισμό» στον Χρηστομάνο, κατηγορίες που δεν τον επτόησαν: τα έργα του είναι βουτηγμένα στην ποιητική έξαρση και στον σπινθήρα της ενατένισης, βρίθουν δε μυστικιστικών στοιχείων. Το έργο «Τρία φιλιά» ξεκινά έξω από το περιβόλι ενός παρθεναγωγείου, όπου ο νεαρός εύελπις Φαίδων ή Φαίδης (Κωνσταντίνος Χειλάς) έχει δώσει κρυφό ραντεβού με δυο κοριτσόπουλα: τη Δώρα (Βίκυ Μαϊδάνογλου), προς την οποία έχει δώσει όρκους αγάπης, και τη Λιάνα (Αναστασία Ιθακησίου), την καλύτερη φίλη της Δώρας, που όμως τον αγαπά κρυφά κι ανομολόγητα. Η Δώρα είναι πολύ ερωτευμένη, ζει το παραλήρημα της πλήρους ταύτισης: «Έτσι βέβαια θα αισθάνονται και οι βασιλοπούλες, στα παραμύθια, που τις αγαπούν οι ωραίοι ιππότες: κι εγώ είχα γίνει βασιλοπούλα εκείνη τη στιγμή…». Τρία χρόνια μετά βρίσκουμε το ζευγάρι, παντρεμένο πια, σε κάποιο ξενοδοχείο. Ο Φαίδης, μόλις μένει μόνος με τη Λιάνα, της αποκαλύπτει πως τα αισθήματα που τρέφει γι’ αυτήν είναι πολύ πιο βαθιά από εκείνα που έχει απέναντι στη Δώρα. Το περίεργο είναι πως ο Φαίδης αγαπά τη Λιάνα, αλλά η σύζυγός του, η Δώρα, τον κερδίζει με την τεχνική της ταύτισης και με τη διεύρυνση του συναισθήματός της σε μια ιψενική τριάδα. Η φυματίωση της Δώρας και ο λιγοστός χρόνος που της απομένει την ωθεί στην παράδοξη απόφαση να φέρει πιο κοντά το Φαίδη και τη Λιάνα. Μάλιστα, κάνει δώρο στη Λιάνα εκ μέρους και των δύο ένα μενταγιόν με κόκκινες πέτρες, χαρακτηριστικό μιας βόρειας παράδοσης που θέλει τους εραστές να δεσμεύονται με αυτό. Τα κόκκινα τριαντάφυλλα της ζωής και τα λευκά τριαντάφυλλα του θανάτου ολοκληρώνουν το εστέτ περιβάλλον του έργου. Η Δώρα πονά, ζηλεύει, αναπτύσσει εκδικητικές τάσεις και στο τέλος αυτοκτονεί, προσδίδοντας στα ατέρμονα φιλιά των δύο άλλων τη σφραγίδα της αιώνιας παρουσίας της. Δεν είναι τυχαία η προτροπή του Χρηστομάνου προς τους θεατρικούς συγγραφείς της εποχής του (σ’ αυτήν τη λογική εντάσσεται και η αντιδικία του προς τον Παλαμά, ως συγγραφέως της «Τρισεύγενης») να συντελέσουν «στην παραγωγήν έργων υπερόχου ποιητικής συλλήψεως»!

Στα «Τρία φιλιά» βρίσκεται εν σπέρματι η νεορομαντική έννοια της θυσίας, που επανέρχεται ξεκάθαρη στο δεύτερο κείμενο της σύνθεσης, τη «Σταχτιά γυναίκα» (μτφρ. από τα Γερμανικά Αλεξάνδρα Χάρντεν): εδώ ένα ζευγάρι (Κωνσταντίνος Χειλάς και Αναστασία Ιθακησίου) κατοικεί σ’ έναν πύργο βιώνοντας μιαν υπαρξιακή κρίση και μιαν απροσδιόριστη προσμονή: «Το ξέρω πως κάτι αναπόφευκτο, αδυσώπητο σιμώνει». Κάτι εσωτερικό, ένα κακό προαίσθημα προετοιμάζει τον θεατή για τη συνέχεια. Ο άντρας και η γυναίκα καλούν μια παραμάνα να φροντίσει το βρέφος τους. Η Βίκυ Μαϊδάνογλου υποδύεται με θαυμάσιους χειρισμούς την παραμάνα αυτή, σύμβολο της μοίρας και του θανάτου, που παραπέμπει στους γνωστούς συμβολισμούς της Κερένιας Κούκλας:

«Από πολύ μακριά ευθεία σε εμάς για εμάς, ρέει... μετά σκάει, διότι οι βράχοι εδώ βρίσκονται... Ω, θέλει να διαχέεται, πάντα να διαχέεται στον καθρέφτη των ψυχών μας, πάνω από όλα τα βάθη των στεναγμών…».

Ένα ζευγάρι κατοικεί σ’ έναν πύργο βιώνοντας μιαν υπαρξιακή κρίση και μιαν απροσδιόριστη προσμονή: «Το ξέρω πως κάτι αναπόφευκτο, αδυσώπητο σιμώνει».

Ο ερχομός της Σταχτιάς Γυναίκας κομίζει μιαν αλλόκοτη κατάσταση στο σπίτι. Η έκφραση του πόνου της, το απόκοσμο φως που τη λούζει και η υποβλητική φωνή της με τον ελεγειακό τόνο, όλα αυτά μαγεύουν τον άντρα. Όταν, κρατώντας το μωρό, νομίζει πως είναι το δικό της παιδί και το κρατά ψηλά από ένα ανοιχτό παράθυρο, το ζευγάρι περνά σε κανιβαλική έκσταση και ο σύζυγος βυθίζεται σε ανεξήγητη αγαλλίαση, αγκαλιάζοντάς την κι εμβαπτιζόμενος στον μυστικισμό:

«Είσαι το φως μου. Είσαι η ζωή… ο θάνατος… είσαι εγώ… είσαι το παν…».

Η αγριότητα του πένθους που τη βάφει «σταχτιά», το ζοφερό κλίμα που μεταφέρει αυτή η γυναίκα στο ζευγάρι σκοτώνοντας το βρέφος συνιστούν μια τελεστική θυσία και η έξοδος της μητέρας στη φύση δηλώνει την επιστροφή σε θεμελιώδεις φυσικούς νόμους. Η πεμπτουσία του αισθητισμού.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας. Τελευταίο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Τα σπλάχνα» (εκδ. Κριτική).

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Ending in beauty» του Μοχάμεντ ελ Χατίμπ (κριτική) – Μονόλογος για την απώλεια της μητέρας και το πένθος

«Ending in beauty» του Μοχάμεντ ελ Χατίμπ (κριτική) – Μονόλογος για την απώλεια της μητέρας και το πένθος

Για την παράσταση του Μοχάμεντ ελ Χατίμπ (Mohamed El Khatib) «Ending in beauty» στην Πειραιώς 260, στο Φεστιβάλ Αθηνών. 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

«Η θλίψη βρίσκει πάντα καταφύγιο στα αντικείμενα» (“...

«Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» του Θοδωρή Γκόνη, στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου: Καρποί της αγάπης και της θυσίας

«Τα πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» του Θοδωρή Γκόνη, στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου: Καρποί της αγάπης και της θυσίας

Είδαμε «Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου» του Θοδωρή Γκόνη, στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου.

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο Μικρό Θέατρο Επιδαύρου, την παράσταση «Τα Πορτοκάλια της Παλαιάς Επιδαύρου», σε σκηνοθε...

«16 & 17» από το TAO Dance Theater – Καθαρή αισθητική, ακρίβεια και διαλογισμός

«16 & 17» από το TAO Dance Theater – Καθαρή αισθητική, ακρίβεια και διαλογισμός

Για την παράσταση χορού «16 & 17» από το TAO Dance Theater, τη διάσημη ομάδα σύγχρονου χορού της Κίνας, που παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. 

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Είδα, στο ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ