
Ongoing και A Biographical Wardrobe της Τίλντα Σουίντον στο Onassis-Ready: μια σχέση που συνεχίζεται στον χρόνο.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Eίδα, στις εντυπωσιακές εγκαταστάσεις του Onassis Ready στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, την έκθεση «Tilda Swinton–Ongoing», τη σκηνική σύμπραξη της Τίλντα Σουίντον με τον διακεκριμένο fashion curator Ολιβιέ Σαγιάρ (Olivier Saillard): η Σουίντον παρουσίασε την προσωπική της γκαρνταρόμπα, την προσωπική της συναισθηματική πορεία μέσα από το φόρεμα και τη στολή, το ύφασμα (στόφα) και το design (υψηλή ραπτική), καθώς και μια σειρά από installations, ταινίες μικρού και μεγάλου μήκους και άλλες μορφές καλλιτεχνικής συνεργασίας που γεννήθηκαν μέσα από τις προσωπικές της εγκάρδιες σχέσεις με μια μεγάλη γκάμα καλλιτεχνών.
Ουσιαστικά η Σουίντον επισκέφθηκε εκ νέου τον κινηματογράφο και τις εικαστικές τέχνες, σαν να αποτελούσαν έναν ενιαίο χώρο τολμηρής αισθητικής εξερεύνησης και πειραματισμού - σε κάποιες περιπτώσεις χώρο για performance διαμαρτυρίας, στοχασμού, προσωπικής τοποθέτησης ή ακόμη και πένθους (όπως, για παράδειγμα, η περφόρμανς “The maybe”, επ’αφορμή του θανάτου του Ντέρεκ Τζάρμαν). Είχε προηγηθεί, στις 19 Μαΐου, το masterclass “Fellowship, Art & Nature”.
Κάθε Παρασκευή προβάλλονταν σε θερινό σινεμά στον χώρο της έκθεσης ταινίες μικρού μήκους επιλεγμένες από την ίδια τη Σουίντον μέσα από τη συλλογή του Eye (Filmmuseum: Bregtje van der Haag). Παράλληλα, προβάλλονταν οι εξής ταινίες μεγάλου μήκους: Caravaggio [Καραβάτζιο] του Ντέρεκ Τζάρμαν (1986), Io sono l'amore [Είμαι ο έρωτας] του Λούκα Γκουαντανίνο (2009), Memoria [Ανάμνηση] του Απισατπόνγκ Βεερασεθάκουλ (2021), The Room Next Door [Το διπλανό δωμάτιο] του Πέδρο Αλμοδόβαρ (2024), The Eternal Daughter της Τζοάνα Χογκ (2022) και Only Lovers Left Alive [Μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί] του Τζιμ Τζάρμους (2013).

Σκωτσέζικα Highlands και νεοϋορκέζικη φινέτσα
Η εκδήλωση «Tilda Swinton – Ongoing» αναδεικνύει τη δύναμη της εικαστικής persona που καθιέρωσε η Σκωτσέζα καλλιτέχνις στο πέρασμα των δεκαετιών: από το ρουχαλάκι που φόρεσε ο αδελφός της στη βάφτισή του και τη στρατιωτική στολή του προπάππου της έως το τεχνητό μέλος του παππού της. Από τα κομμάτια που κατασκεύασε ειδικά γι’αυτήν ο οίκος Chanel μέχρι τα άχαρα ρούχα καθημερινής χρήσης που αγοράστηκαν από το Harrods, μια εντυπωσιακή παρέλαση υφασμάτων και κειμηλίων υψηλής συναισθηματικής αξίας άρθρωναν μιαν αφήγηση αμιγώς ιστορική/ημερολογιακή.
Σαν ζωντανό μανεκέν, η Σουίντον «ακουμπούσε» πάνω της την μπροστινή όψη των φορεμάτων, φορούσε τα θρυλικά -και συχνά γελοία- καπέλα του πατέρα της που υπηρέτησε στην «ειδική» φρουρά της ταφής ενός άγγλου βασιλιά και της ανακήρυξης σε βασιλέα του αμέσως επόμενου. Στο ίδιο πλαίσιο ελαφράς κρίσης μεγαλείου, που όμως συνοδευόταν και από ισχυρή δόση αυτοσαρκασμού και πρακτικής προσέγγισης της ζωής και του θανάτου, η Τίλντα παρουσίασε στο κοινό τον θυρεό με τα αγριογούρουνα και τη φράση «Ελπίζω-Σκέφτομαι» (J’éspère-Je pense) της οικογενείας της, προέκρινε τις σημαντικές γι’ αυτήν λεπτομέρειες της κάθε στόφας, του κάθε μικρού σημειώματος, της κάθε ιερής ανάμνησης: όλα αυτά τα φορέματα και οι στολές ήταν αναρτημένα σε κρεμάστρες ενός ικριώματος που παρέπεμπε σε ντεφιλέ μόδας- όλα έμοιαζαν να κομίζουν την ψυχή αυτών που τα φόρεσαν, σαν ένα είδος φαντασμάτων του παρελθόντος.
Από τη μικρή Ματθίλδη έως την σταρ Τίλντα
Επρόκειτο για εξερεύνηση της μνήμης, του χώρου και της προσωπικής της ενηλικίωσης σ’ένα συντηρητικό σπίτι, ως κοριτσιού που σερβίρει τους καλεσμένους σε cocktail parties, που υφίστατο την εκδοχή «θηλυκότητας» με την οποία την περιέβαλλε σταδιακά η μητέρα της, ως έφηβης που ένιωθε την ανάγκη να διαφοροποιηθεί. Η διαφοροποίηση αυτή προέκυψε κι από την ιδιοσυγκρασιακή της αντίθεση προς μια έφηβη πρόγονό της, το ημερολόγιο της οποίας ανέσκαψε το 1976 στη βιβλιοθήκη της μητέρας της. Παρά τη μικροαστική, συχνά μιλιταριστική δομή του αξιακού συστήματος της οικογένειάς της που δεν είχε την παραμικρή επαφή με την Τέχνη, η Τίλντα επεσήμανε το γεγονός ότι κάποιοι πρόγονοί της υπήρξαν μοντέλα ζωγράφων, ζωγράφοι οι ίδιοι, ή και τραγουδιστές λυρικού τραγουδιού (επίσης, η προγιαγιά της ήταν η κυρία Τζώρτζ Σουίντον-γνωστή ως ‘Έλσα»- , το πορτραίτο της οποίας φιλοτεχνήθηκε από τον εδουαρδιανό ζωγράφο Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ. Όλα αυτά, στην αναζήτηση κληρονομικών χαρακτηριστικών τύπου «Πλανταγενέτη», κοκκινοτρίχη Σκωτσέζου που έχει, εδώ και γενεές, την ίδια ακριβώς φαινοτυπική κοψιά.
Η πρωταγωνίστρια του «Ορλάντο» της Σάλυ Πότερ με το ανδρόγυνο στιλ θέρμανε τις καρδιές του κοινού με χιούμορ και αμεσότητα που συμβάδιζαν θαυμάσια με την προσωπική της λάμψη ως σταρ.
Κοστούμια από προ-προ-πάππο έως και τους γονείς της, ένα κοστούμι δικό της ως της μικρής παρανύμφου Ματθίλδης (Τίλντα), απογευματινή τουαλέτα και καθημερινά σπορ ρούχα που φορά στα Ηighlands όπου ζει κι απ’όπου κατάγεται, εκθαμβωτικές τουαλέτες μεγάλων οίκων μόδας για το κόκκινο χαλί των Όσκαρ. Αγαπημένες της υφές, το μετάξι και το βελούδο. Σπουδή στην τόσο συζητημένη εκδοχή θηλυκότητας ενός fashion icon που πλασαρίστηκε στην αγορά ως «αμφίφυλο» ή «ουδέτερο», εξωπραγματικό ον, ως «ξωτικό» που εκπροσωπεί μια queer στάση ζωής. Η πρωταγωνίστρια του «Ορλάντο» της Σάλυ Πότερ με το ανδρόγυνο στιλ θέρμανε τις καρδιές του κοινού με χιούμορ και αμεσότητα που συμβάδιζαν θαυμάσια με την προσωπική της λάμψη ως σταρ. Και, κυρίως, διένυσε μιαν πορεία σαράντα χρόνων όπου πρωταγωνιστούσαν οι φίλοι της καλλιτέχνες. Αυτοί με τους οποίους συνεργάστηκε, δημιούργησε το προσωπικό της καλλιτεχνικό κλίμα και καθιερώθηκε ως αυτό που είναι.

Σχέσεις που διέγραψαν παράλληλη πορεία στον χρόνο
Οι φιλίες/συνεργασίες της είναι οι εξής: πρώτος πρώτος, ο φωτογράφος Τιμ Γουόκερ (Tim Walker), με τον οποίον συνεργάστηκε σε πρωτοποριακά editorial μόδας που δημοσιεύθηκαν στο W Magazine. Ειδικά για την έκθεση στο Eye 'Tilda Swinton – Ongoing', οι δυο τους πραγματοποίησαν μια φωτογράφησή της στον κήπο του σκωτσέζικου σπιτιού της, που ανήκει στην οικογένεια Σουίντον (που είναι τοπωνύμιο) εδώ και τρεις αιώνες. Ήταν προς τιμήν της το ότι σχολίασε πως «αν αυτό το διάστημα συγκριθεί με αυτό που είναι η Ελλάδα, ξέρω πως είναι αμελητέο!». Στο παραμυθένιο αυτό σύμπαν είναι χαρακτηριστική η φωτογράφησή της «κάτω από γυάλινη προθήκη φυτών»(2023).
Ακολούθησε μια δεύτερη φιλία: στο βάθος προβαλλόταν μια ταινία μικρού μήκους του σκηνοθέτη Λούκα Γκουαντανίνο (Luca Guadagnino), που φιλοτέχνησε και μια όμορφη γλυπτή προτομή της.
Η τρίτη φιλία/συνεργασία ήταν με τον σκηνοθέτη Τζιμ Τζάρμους (Jim Jarmusch), που ενέταξε την Τίλντα σε παλιά πλάνα από τη σουρεαλιστική του ταινία ζόμπι, The Dead Don’t Die (2019).
Τέταρτος στη χορεία των διαχρονικών φίλων ήταν ο σκηνοθέτης Απισατπόνγκ Βεερασεθάκουλ (Apichatpong Weerasethakul), που έστησε μια εγκατάσταση δύο παράλληλων καναλιών γυρίσματος, με σκηνικό τον γενέθλιο τόπο της Τίλντα, το Κιμεργκέιμ της Σκωτίας.
Πέμπτη φιλία: παρουσιάστηκε η έξοχη ταινία μικρού μήκους του Πέδρο Αλμοδόβαρ (Pedro Almodóvar) «Η ανθρώπινη φωνή» (Κοκτώ, 2020), μια ταινία που θυμίζει installation, σε έναν ιδιότυπο χώρο προβολής.
Έκτη συνεργασία: με την παιδική της φίλη και σκηνοθέτιδα Τζοάνα Χογκ (Joanna Hogg) η Σουίντον παρουσίασε το Flat 19, μια multimedia ανασύνθεση του διαμερίσματός της των ’80ς: ο επισκέπτης μπορούσε να μπει ο ίδιος και να περιηγηθεί σ’ένα άδειο διαμέρισμα με θέα τις εργατικές κατοικίες, με προδιαγραφή για εντοιχισμένη βιβλιοθήκη, με διάδρομο, καλοριφέρ και θυροτηλέφωνο: όλα αυτά που συνόψιζαν τις βλέψεις της βρετανικής μικροαστικής τάξης κατά τη δεκαετία του ογδόντα.

Πάνω απ’όλα, όμως, η Τίλντα τίμησε μια από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές της επιρροές, τον σκηνοθέτη Ντέρεκ Τζάρμαν (Derek Jarman, 1942–1994), με τον οποίο συνεργάστηκε σε επτά μεγάλου μήκους ταινίες. Η ενότητα αυτή, εμπλουτισμένη με υλικό από το αρχείο της, περιλάμβανε μια εγκατάσταση μεγάλης οθόνης με σκηνές από την ταινία The Last of England (1987) και μια ειδική εγκατάσταση με ακυκλοφόρητο ταινιάκι Super8. Ήταν εντυπωσιακή η πληροφορία ότι, το 1986, ο Τζάρμαν είχε αγοράσει μια καλύβα στο Dungeness (Κεντ) όπου έζησε και εργάστηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Η μαύρη, ξύλινη αυτή καλύβα, που βρισκόταν δίπλα σ’ έναν πυρηνικό αντιδραστήρα, πήρε την ονομασία Prospect Cottage. Η Τίλντα φρόντισε ώστε ο κήπος του σκηνοθέτη να συντηρείται σήμερα στο Dungeness, ως χειρονομία ομορφιάς και ελπίδας σε ένα κατά τα άλλα εχθρικό περιβάλλον: πανσέδες, καμπανούλες και βιολέτες ανθίζουν τώρα ανάμεσα στα κεραμίδια και τα πέτρινα γλυπτά του κήπου που εγκαινίασε ο άτυχος σκηνοθέτης και αγαπημένος της φίλος, που έφυγε από τη ζωή προκλητικά, ως επίσημα διεγνωσμένος φορέας του HIV.
Από την έως σήμερα συνεργασία της Τίλντα Σουίντον με τον Ολιβιέ Σαγιάρ προέκυψαν η περφόρμανς το “The Impossible Wardrobe”(2012, Palais de Tokyo), η περφόρμανς “Eternity Dress”( 2013) και η περφόρμανς Embodying Pasolini (2022–2025) που παρουσιάστηκε στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.






















