
Για «Το Μπλουζ του Μικρού Πρίγκιπα» του Γιάννη Αγγελάκα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. © εικόνας: Πηνελόπη Γερασίμου
Γράφει η Ελευθερία Ράπτου
Ο μικρός πρίγκιπας, το βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, γραμμένο καθώς ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ακόμα σάρωνε την Ευρώπη (1943), εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να βρίσκεται ψηλά στη λίστα των βιβλίων που έχουν διαβαστεί περισσότερο σε όλη την υφήλιο. Αν και παιδικό βιβλίο, Ο μικρός πρίγκιπας γρήγορα έσπασε τα ηλικιακά στεγανά και έγινε ένα από τα αναγνώσματα που σχεδόν «οφείλεις» να έχεις διαβάσει σε οποιαδήποτε ηλικία.
Το ιδεολογικό υπόβαθρο, η υποτονθορίζουσα αιχμηρή κριτική στα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά συστήματα που ασκούν βιοπολιτική και βιοπολιτισμική εξουσία (αντί να στεγάζουν και να βοηθούν τους ανθρώπους να αναπτύσσονται και να δημιουργούν), όπως επίσης η αντιπολεμική οπτική, ο συμβολισμός και η δυνάμει αλληγορία, δόμησαν ένα αφήγημα γύρω από το αφήγημα του Σαιντ-Εξυπερύ. Με τον καιρό μάλιστα αυτό το «περί-» ή «μετά-» αφήγημα που περιβάλλει και μετά-εγκαθιστά σε σημασιολογικά πλαίσια τον Μικρό πρίγκιπα μετακινώντας τον κατά το δοκούν στο ατομικό και συλλογικό αναγνωστικό δίπολο «συνειδητό-ασυνείδητο» προσέδωσε και εξακολουθεί να προσδίδει τις πολλαπλές ταυτότητες στο παραμύθι-ανθρωπιστική αλληγορία.
Έτσι έχει γίνει cult αφήγημα και πυρήνας μουσικών, εικαστικών και επιτελεστικών συνθέσεων, έχει αποτελέσει το must των σχολικών βιβλιοθηκών και των φιλολόγων που επενδύουν μεταφυσικά σχεδόν στην πολιτική και πολιτισμική «ευαισθησία», έχει γοητεύσει ή δυναστεύσει γενιές μαθητών, ενώ φυσικά έχει βρει πολλούς μιμητές αλλά και αποδομιστές της αρχικής οπτικής. Σε κάθε περίπτωση ο Μικρός πρίγκιπας δεν αφήνει αδιάφορο κανέναν είτε θετικά είτε αρνητικά, παρόλο που ίσως ο ιδεολογικός και πολιτισμικός του πυρήνας έχει πιθανώς «ταλαιπωρηθεί» μετά τον εντατικό εννοιολογικό και επιτελεστικό πληθωρισμό που έχει υποστεί εδώ και τόσες δεκαετίες.
Ο πιλότος, που βαθιά κουρασμένος από τη σχέση του με τους ανθρώπους, αναγκάζεται να προσγειωθεί στην έρημο με ελάχιστες προμήθειες, και ο πρίγκιπας, ένα χρυσαφένιο παιδί φερμένο από έναν άγνωστο πλανήτη, είναι οι δύο πόλοι της ιστορίας. Τα δύο πρόσωπα περιδινίζονται στη διαλεκτική τους σχέση. Άλλοτε οι δύο πρωταγωνιστές βρίσκονται σε αντίθεση και άλλοτε σε πλήρη σύμπτωση, με τον συγγραφέα αλλά κυρίως τους μετέπειτα δημιουργούς να αφήνουν άλλοτε να εννοηθεί ότι ίσως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο σε διαφορετικές ηλικίες και επίπεδα ενσυναίσθησης και άλλοτε ότι πρόκειται για τη συνάντηση δύο διαφορετικών προσώπων τα οποία σε καθεστώς αμοιβαιότητας αποκτούν ανώτερο και βαθύτερο επίπεδο προσωπικής και συμπαντικής αυτογνωσίας. Σε κάθε περίπτωση, ο απελπισμένος πραγματιστής πιλότος και ο αμείλικτα «διάφανος», ευαίσθητος και συνάμα οξύνους πρίγκιπας συνιστούν δύο πλανήτες-πλάνητες με τον καθένα να υφαίνει το πεπρωμένο του και τη μεταφυσική του ροπή.
Η παράσταση του Γιάννη Αγγελάκα
Σε αυτή τη συνθήκη η ματιά του Γιάννη Αγγελάκα στο φημισμένο αφήγημα-παραμύθι αποτελεί ένα ιδιωτικό όσο και δημόσιο βλέμμα πάνω στο κείμενο. Όπως αναφέρει ο ίδιος: «Ένας κόσμος εκτοπισμένος από την παιδικότητά του είναι άψυχος, τρομακτικός και δυσοίωνος», και αυτή η αναφορά αποτελεί και τον πυρήνα της παράστασης που ανεβαίνει στην Κεντρική Σκηνή, στη Στέγη Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 26 Απριλίου. Σε συνεργασία με τον Γιώργο Γούση που έχει τη σκηνοθετική επιμέλεια και που μαζί με τον Αντώνη Τσοτσιόπουλο επιμελούνται τη δραματουργική επεξεργασία, ο Αγγελάκας οργανώνει την ηχητική-ρηματική-σωματική-εικαστική περφόρμανς, έχοντας συνθέσει διάφορα ακούσματα (μπλουζ, ροκ, τζαζ, νέα συμφωνική μουσική, ψυχεδέλεια, πανκ και γκαράζ χροιές κ.λπ.) μαζί με το πρωτότυπο κείμενο, σε διάλογο με τα ριζώματα από τον δίσκο του Παύλου Σιδηρόπουλου «Τα Μπλουζ του Πρίγκηπα» και την παρούσα δραματουργική μεθερμηνεία, η οποία μεταδομεί αποφασιστικά τον ρομαντισμό του βιβλίου σε μια ηλεκτρική και ηλεκτρισμένη ελεγεία για το σύγχρονο άνθρωπο και τον κόσμο στον οποίο κατοικεί. Ένας κόσμος που έχει κόψει τα νήματα της αθωότητας, αυτά που τον ενώνουν με την παιδικότητα, ένας κόσμος ευτελής, οικονομίστικος, ερημωμένος από την ιδιοτέλεια, ρημαγμένος από τη βία σε όλες τις μορφές της, ένας κόσμος που αντί για καταφύγιο και αναγεννητικός μηχανισμός, έχει μεταβληθεί σε έρημο και φυλακή, σε ένα ατέρμονο πεδίο μαχών και αντιφάσεων.

Η σύλληψη της ανάστροφης κοσμογονίας, διαμέσου της ανατρεπτικής ανάγνωσης του Μικρού πρίγκιπα, υπηρετείται με συνέπεια από τη σκηνοθετική οπτική και την ολιστική σύνθεση του παριστώμενου γεγονότος. Η παράσταση έχει αρμολογηθεί εσωτερικά ως μια καλά δομημένη οπερατική σύνθεση. Πρόλογος-οβερτούρα, επεισόδια, άριες και ρετσιτατίβι, σύνολα, χωροδιακά μέρη και ορχηστρικά ιντερλούδια, μεταρσιωτικό φινάλε, βρίσκονται όλα εκεί. Μόνο που έχουν αναβιβαστεί σε μια ροκ-μπλουζ, άμπιεντ ψυχεδέλεια, όπου οι εξαιρετικοί φωτισμοί, τα καλοζυγισμένα εικαστικά βίντεο, η σκηνική παρουσία των συντελεστών και η μουσική ένταση προσδίδουν μια ματιά απόκοσμη, σχεδόν εξωγήινη στο παραστάσιμο γεγονός, σαν να βλέπουμε παραθλασμένα και μέσα από τα μάτια του πρίγκιπα τον συλλογικό μας εαυτό: ξεπεσμένο, απογοητευμένο αλλά διατηρώντας βαθιά μέσα μια «απελπισμένη» ελπίδα, εκείνης της υπεσχημένης σωτηρίας μετά το βέβαιο τέλος. Το βλέμμα μέσα από το βλέμμα και η κατοπτρική διάθεση είναι εξάλλου κεντρική επιλογή στην παράσταση.

Η σκηνοθεσία επενδύει σε ένα χώρο δυστοπικό και αιχμαλωτιστικό, με στοιχεία μεταλλικά και ογκοπλασίες που παραπέμπουν σε γήινες «υλικότητες», σε συνδυασμό και με την έκκεντρη τοποθέτηση των ερμηνευτών-επιτελεστών και με την περιμετρική τοποθέτηση των μουσικών συντελεστών ως μέλη ενός τραγικού χορού. Οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου αναλαμβάνουν να θέσουν πολλαπλά επίπεδα και γωνίες όψης, πολλαπλασιάζοντας τον σκηνικό χώρο και συμπεριλαμβάνοντας την πλατεία και τους θεατές ως μέρος της σκηνής. Στο ίδιο μήκος κύματος βρίσκονται και οι βιντεοπροβολές με τον αιχμηρό μινιμαλισμό τους, που δια-σχίζουν τη σκηνή, προτείνοντας μια ακόμη βλεμματική ανάγνωση. Οι ερμηνευτές των βασικών ρόλων (Γιάννης Αγγελάκας, Νάντια Μπαϊμπά, Ειρήνη Μπούνταλη, Νικόλας Παπούλιας) έχουν μελετήσει τον τρόπο απεύθυνσης στο κοινό. Ο καθένας λειτουργεί πότε ως μονάδα και πότε ως μέρος μιας ομάδας, όλοι τους με πολύ ουσιαστική παρουσία. Στέκομαι στην έκπληξη που αποτελεί ο Νικόλας Παπούλιας, ο οποίος παρουσιάζει έναν «μικρό πρίγκιπα» μετέωρο, ηδυπαθή και συνάμα οπλισμένο με σιδερένια κοινή λογική. Η μουσική σύνθεση του Γιάννη Αγγελάκα και η ενορχήστρωση σε συνεργασία με τον Coti K. θέτουν με σαφήνεια τους επιτελεστικούς και συναισθηματικούς άξονες της παράστασης, καθοδηγόντας τις σκηνικές εντάσεις και υφέσεις.
Όμως η τελική, δραματική, λυτρωτική «ανάβαση» του Αγγελάκα προς μια εξόδιο ακολουθία-υπέρβαση (της μόνης μας βεβαιότητας εντέλει), σηματοδοτεί μαζί και μια-έστω- σκηνοθετημένη, αλλά ανακουφιστική έξοδο προς μια μετά-σταση και ανά-σταση μαζί, ένα ταξίδι ίσως σε έναν πλανήτη σαν του μικρού πρίγκιπα
Η παράσταση στοχεύει σε μια καθολική, εμβυθιστική εμπειρία, έχοντας στις αποσκευές της και την παρακαταθήκη του πετυχημένου ηχοτοπιακού πειράματος «Νέκυια» (2023). Σίγουρα καταφέρνει να επαναλάβει σε άλλο περικείμενο τη συνολική σύλληψη, παρόλο που σε κάποια σημεία προς το τέλος η εκ νέου επισήμανση παροντικών πολιτικών καταστάσεων και η αναπόφευκτα επιλεκτική αναφορά, μοιάζουν να γειώνουν πρόσκαιρα και όχι να απογειώνουν -όπως φιλοδοξούν- την παραστασιακή εμπειρία, η οποία εξάλλου από την αρχή δηλώνει την κριτική της σύγχρονης δυστοπικής κοινωνίας της αβεβαιότητας και της βιοπολιτικής που καταπίνει τα υποκείμενα. Καμιά φορά χρειάζεται προσοχή στην παρατεταμένη ένθεση του εξωθεατρικού στο θεατρικό περικείμενο, μια και μπορεί να λειτουργήσει απρόβλεπτα. Όμως η τελική, δραματική, λυτρωτική «ανάβαση» του Αγγελάκα προς μια εξόδιο ακολουθία-υπέρβαση (της μόνης μας βεβαιότητας εντέλει), σηματοδοτεί μαζί και μια -έστω- σκηνοθετημένη, αλλά ανακουφιστική έξοδο προς μια μετά-σταση και ανά-σταση μαζί, ένα ταξίδι ίσως σε έναν πλανήτη σαν του μικρού πρίγκιπα, μικρού όσο ένα σπίτι αλλά και μέγα όσο και ο κόσμος μας στις στιγμές της μεγαλοσύνης του. Και τούτο σηματοδοτεί μια παράσταση που επιτελεί με συνέπεια και σαφήνεια τη θεατρικότητα στο σύγχρονο περικείμενο.
*Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΡΑΠΤΟΥ είναι θεατρολόγος-εκπαιδευτικός, κριτικός θεάτρου και βιβλίου.
Συντελεστές
Βασισμένο στο κείμενο του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ σε μετάφραση Στρατή Τσίρκα
Σύλληψη, Μουσική Σύνθεση, Καλλιτεχνική Επιμέλεια: Γιάννης Αγγελάκας
Σκηνοθετική Επιμέλεια: Γιώργος Γούσης
Ελεύθερη Διασκευή & Πρωτότυποι Στίχοι: Γιάννης Αγγελάκας, Θεοδώρα Καπράλου
Ενορχήστρωση: Γιάννης Αγγελάκας, Coti K.
Δραματουργική Επεξεργασία: Γιώργος Γούσης, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος
Σκηνικά: Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός Σχεδιασμός: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Animation Direction: Αριστοτέλης Μαραγκός
Επιμέλεια Κίνησης: Αλεξάνδρα Καζάζου
Ενδυματολογική Επιμέλεια: Κατερίνα Ζούρα
Διεύθυνση Παραγωγής: Κάσση Καφέτση
Βοηθός Σκηνοθέτη: Αρσένης Πολυμενόπουλος
Συνεργάτες Σκηνογράφοι: Φιλάνθη Μπουγάτσου, Βαγγέλης Ξενοδοχίδης
Hand-drawn Animation: Χρυσούλα Κοροβέση
Computer Animation: Γεώργιος Χερουβείμ
Technical & Live Projection Queues: Μάριος Γαμπιεράκης
Additional Frames: Rebecca Marshall, Jordan Behnan, Νικόλας Γαμπιεράκης
Βοηθός Ενδυματολόγου: Χαρά Τζερεφού
Μετάφραση για τους αγγλικούς υπέρτιτλους: Μέμη Κατσώνη
Χειρισμός υπέρτιτλων: Γιάννης Παπαδάκης
Εκτέλεση Παραγωγής: ΠLANKTON – Κωνσταντίνος Κουκούλης, Wild Rose Productions / Γιώργης Δραγατάκης, Ευαγγελία Πετράκη
Μουσικοί
Παραγωγή ήχου, μπάσο & ηλεκτρονικά: Coti K.
Μουσικό πριόνι: Νίκος Γιούσεφ
«Μέδουσα» (custom ηλεκτρικό, βαρύτονο έγχορδο εμπνευσμνο απο το Cümbüş), ηλεκτρική κιθάρα εναλλακτικών κουρδισμάτων με εφέ: Περικλής Τσουκαλάς
Κρουστά, synths: Κωνσταντίνος Ζάμπος
Παραγωγή ήχων, προηχογραφημένο modular synthesizer: Δημήτρης Σαλεπάκης
Αφήγηση & Τραγούδι: Γιάννης Αγγελάκας, Νάντια Μπαϊμπά, Ειρήνη Μπούνταλη, Νικόλας Παπούλιας
Ανάθεση & Παραγωγή: Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
Πρεμιέρα Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
Υποστηρίζεται απά το Onassis Stegi Touring Program
























