
Για την όπερα του Τζουζέππε Βέρντι «Φάλσταφ», σε μουσική διεύθυνση του Πάολο Καρινιάνι και αναβίωση της σκηνοθεσίας του Στήβεν Λάνγκριτζ από την Κατερίνα Πετσατώδη, η οποία παρουσιάζεται στην Εθνική Λυρική Σκηνή για δύο ακόμη παραστάσεις την 01 και 05 Μαρτίου 2026.
Γράφει η Έλενα Χουζούρη
Μια από τις κρυφές επιθυμίες του Τζουζέπε Βέρντι (1813-1901) ήταν να συνθέσει μια κωμωδία. Έπρεπε να φτάσει κοντά στα ογδόντα του χρόνια και να αρχίσει να φοβάται ότι δεν θα προλάβει για να το αποφασίσει. Και η έστω καθυστερημένη απόφασή του γέννησε μια –κυριολεκτικά– απολαυστική κωμωδία, με χαρακτηριστικά από την παραδοσιακή commedia dell'arte: τον «Φάλσταφ».
Βέβαια, κωμικά στοιχεία και κωμικοί χαρακτήρες παρεισφρύουν και σε προηγούμενες και πολύ γνωστές όπερές του, όπως στον «Ριγολέττο» ή στον «Χορό των μεταμφιεσμένων» ή ακόμα και στη «Δύναμη του πεπρωμένου», αλλά στο τέλος η κατάληξη της όπερας είναι πάντα τραγική. Ο Φάλσταφ ως κωμική φιγούρα δεν ήταν άγνωστη, ούτε και την εφηύρε ο Βέρντι. Άλλωστε, ακουμπάει πάνω στην σεξπηρική κωμωδία Οι εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ. Όπως, μάλιστα, μας πληροφορεί ο έγκριτος μουσικοκριτικός Νίκος Α. Δοντάς: «Με τον ίδιο τίτλο είχαν παρουσιάσει όπερές τους το 1799 ο Αντόνιο Σαλιέρι και το 1838 ο Μάκλ Ουίλιαμ Μπάλφη. Ωστόσο, η πιο επιτυχημένη μελοποίηση του θέματος ήταν "Οι εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ" του Ότο Νικολάι που παρουσιάστηκε στο Βερολίνο, το 1849».
«Η όπερα είναι εντελώς κωμική. Αμήν»
Και να πώς συνέβη και έφτασε στον Βέρντι. Το 1889, όταν ο σπουδαίος και δημοφιλέστατος Ιταλός συνθέτης ήταν 76 χρονών, ο επίσης καταξιωμένος λιμπρετίστας Αγκίρε Μπόιτο του πρότεινε να γράψει μια κωμική όπερα που θα βασιζόταν στις σεξπηρικές Εύθυμες κυράδες του Ουίνζορ. Έτοιμος πλέον για κάτι τέτοιο ο Βέρντι, διαβάζει το λιμπρέτο του Μπόιτο και αμέσως συμφωνεί. Αμ' έπος αμ' έργον και οι δύο συνεργάζονται και η τρίπρακτη κωμική όπερα με τον τίτλο «Φάλσταφ» είναι έτοιμη το 1891. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα, ανάμεσα σε άλλα, γράφει σε επιστολή του ο, ηλικιωμένος πλην θαλερός, συνθέτης το 1890 ενώ με ενθουσιασμό συνεχίζει την σύνθεση της όπερας:
«Σαράντα χρόνια τώρα ήθελα να γράψω μια κωμική όπερα και πενήντα χρόνια γνώριζα τις "Κυράδες του Ουίνζορ”, ωστόσο τα συνηθισμένα “αλλά” που βρίσκονται παντού με εμπόδιζαν να ικανοποιήσω αυτή την επιθυμία μου. Τώρα ο Μπόιτο έχει επιλύσει όλα τα "αλλά" και μου έγραψε μια λυρική κωμωδία διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη. Απολαμβάνω τη σύνθεση της μουσικής χωρίς σχέδια οποιουδήποτε είδους... Ο Φάλσταφ είναι αδίστακτος που διαπράττει κάθε είδους κατεργαριά. Αλλά με έναν διασκεδαστικό τρόπο. Είναι τύπος. Οι τύποι είναι τόσο διαφορετικοί! Η όπερα είναι εντελώς κωμική. Αμήν».
Πραγματικά, όπως σημειώνει και ο Νόρμπερτ Άλλις, «είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς άλλο έργο μουσικού θεάτρου που να συναγωνίζεται με τον “Φάλσταφ” στη διάταξη της σάτιρας, της παρωδίας, της διακωμώδησης, της φάρσας και του γκροτέσκου μπουρλέσκ, της μεταμφίεσης και της σαρκαστικής παρωδίας. […] Υπάρχουν κωμικές στιγμές απροσδόκητων καταστάσεων, εξωφρενικών εκπλήξεων, χοντροκομμένες σκηνές γέλιου σχετιζόμενες με το σώμα, σκηνές δανεισμένες από την commedia dell'arte, που προοικονομούν χειρονομίες του Τσάπλιν».

Η παράσταση στην Εθνική Λυρική Σκηνή
Είναι τυχαίο ότι ένας από τους σπουδαιότερους καινοτόμους της όπερας του τέλους του 19ου αιώνα, ο Ρίχαρντ Στράους, χαρακτήρισε τον «Φάλσταφ» «ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα όλων των εποχών»; Και είναι τυχαίο ότι η όπερα κλείνει με τη φράση του Φάλσταφ «Όλα στον κόσμο αστείο είναι»; Αυτή ακριβώς η φράση είναι και η πεμπτουσία της απολαυστικής όπερας του Βέρντι, που παρακολουθήσαμε στην κεντρική σκηνή της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Η οποία, ομολογώ, ότι μας εξέπληξε τόσο με την πλοκή, και τον… έκκεντρο κεντρικό ήρωα όσο και με τη μουσική.
Ένας άλλος Βέρντι ξετυλιγόταν μπροστά μας, μακριά από τις υπέροχες λυρικές του άριες, τα μελοδράματα, τους τραγικούς χαρακτήρες. Ένας Βέρντι που στα 80 του χρόνια, εμφανίζει τον παιχνιδιάρη εαυτό του, τον καινοτόμο μουσικά, αυτόν που αγαπά τις μεταμφιέσεις, τις παρεξηγήσεις, τις πονηριές και τις κατεργαριές, και ό,τι τέλος πάντων σπάει τον κανόνα της τραγικής πλευράς της ζωής, και αναγορεύει το αστείο, άρα και τις ποικίλες ανατροπές του, σε πρωταρχικό της παράγοντα. Ο κωμικοτραγικός «χοντρός» αλλά καθόλα ευχαριστημένος με τον εαυτό του και την εικόνα του, Ιππότης Τζον Φάλσταφ θα περάσει ως τύπος και στον κινηματογράφο και θα ερμηνευτεί από τον Όρσον Ουέλς, στην ταινία «Φάλσταφ, οι καμπάνες του μεσονυχτίου», ταινία που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Καννών το 1966. Επίσης το όνομα Φάλσταφ έχει γίνει συνώνυμο των εραστών της απόλαυσης τόσο ώστε ένα… γαστρονομικό αυστριακό περιοδικό να τιτλοφορείται «Falstaff».
Έκανε ορθά, λοιπόν η Λυρική μας Σκηνή που αποφάσισε να ανεβάσει τη θαυμάσια αυτή κωμική όπερα του Βέρντι, έπειτα από πενήντα πέντε ακριβώς χρόνια από την πρώτη της παρουσίαση στις 19 Ιανουαρίου 1971, στο θέατρο Ολύμπια, σε σκηνοθεσία του τριαντάρη τότε Σπύρου Ευαγγελάτου και στον ρόλο του Φάλσταφ τον διάσημο Ιταλό βαρύτονο Τζουζέπε Ταντέι. Να θυμίσω ότι το πρώτο ανέβασμα του «Φάλσταφ» φέρει τη χρονολογία 9 Φεβρουαρίου 1893, στη σκηνή της Σκάλας του Μιλάνου.

Στα καθ’ ημάς, την παράσταση που χαρήκαμε στην Λυρική Σκηνή σκηνοθέτησε ο Στήβεν Λάνγκριτζ, γνωστός στον χώρο της όπερας, καλλιτεχνικός διευθυντής στην Όπερα του Γκαίτεμποργκ (2013-2018) με παγκόσμιες πρεμιέρες έργων σε σπουδαίες όπερες του κόσμου και σε Φεστιβάλ. Ο Λάνγκριτζ υπερβαίνοντας τον σεξπηρικό χρόνο των «Εύθυμων κυράδων» του 16ου αιώνα, τοποθέτησε την όπερα το 1936, υποστηρίζοντας ότι η εποχή του Ερρίκου Δ και εκείνη της δεκαετίας του 1930 παρουσιάζουν παρόμοια πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Μέσα σε αυτό το χρονικό πλαίσιο έστησε μια όπερα σφιχτοδεμένη, ρέουσα, υπηρετώντας και αναδεικνύοντας με συνέπεια και δεξιοτεχνία τα κωμικά, παρωδιακά, σατιρικά, στοιχεία της όπερας του Βέρντι, καθώς και τις σαφείς αναφορές στην commedia dell'arte και στον Γκολντόνι. Καθοδήγησε έτσι τους/τις τραγουδιστές/στριες ώστε να αποδώσουν/ερμηνεύσουν/τραγουδήσουν πληρέστατα τους χαρακτήρες της όπερας, αντρικούς και γυναικείους, με προεξάρχοντα έναν εξαιρετικό Τάσο Χριστογιαννόπουλο στον απαιτητικό ρόλο-χαρακτήρα του Σερ Τζον Φάλσταφ…. έναν παχύ Ιππότη! Αξίζει όμως να αναφέρω όλους τους συντελεστές, όπως αναγράφονται στο πρόγραμμα της ΕΛΣ:
- Μουσική διεύθυνση: Πάολο Καρινιάνι
- Σκηνοθεσία: Στήβεν Λάνγκριτζ
- Αναβίωση σκηνοθεσίας: Κατερίνα Πετσατώδη
- Σκηνικά, κοστούμια: Γιώργος Σουγλίδης
- Κινησιολογία: Νταν Ο’Νηλ
- Φωτισμοί: Πήτερ Μάμφορντ
- Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος
- Διεύθυνση παιδικής χορωδίας: Κωνσταντίνα Πιτσιάκου
Διανομή:
- Φορντ, ένας εύπορος άντρας: Διονύσης Σούρμπης
- Φέντον, ερωτευμένος με τη Ναννέττα: Βασίλης Καβάγιας
- Δρ. Κάιους, υποψήφιος γαμπρός για τη Ναννέττα: Ανδρέας Καραούλης
- Μπαρντόλφο, ακόλουθος του Φάλσταφ: Γιάννης Καλύβας
- Πιστόλα, ακόλουθος του Φάλσταφ: Χάρης Ανδριανός
- Αλίτσε Φορντ, σύζυγος του Φορντ: Τσέλια Κοστέα
- Ναννέττα, κόρη της Αλίτσε και του Φορντ: Μαριλένα Στριφτόμπολα
- Κυρία Κουίκλυ, φίλη της Αλίτσε και της Μεγκ: Νεφέλη Κωτσέλη
- Μεγκ Πέιτζ, φίλη της Αλίτσε: Χρυσάνθη Σπιτάδη
*Η ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Το βιβλίο της «“Ψυχή ντυμένη αέρα” – Ανθούλα Σταθοπούλου-Βαφοπούλου: Η μούσα της μεσοπολεμικής Θεσσαλονίκης» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.





















