
Για την εικαστική έκθεση «Το όνειρο του Τάτλιν – Ουτοπίες, η αιώνια επιστροφή», σε επιμέλεια του Δημήτρη Τρίκα, στο Ωδείο Αθηνών. Εικόνα: «Αδύναμα πανό» του Κώστα Χριστόπουλου.
Γράφει ο Νίκος Ξένιος
Στο Ωδείο Αθηνών ακολούθησα την ξενάγηση του Δημήτρη Τρίκα στην εικαστική έκθεση της οποίας επιμελείται, που φέρει τον τίτλο «Το όνειρο του Τάτλιν: Ουτοπίες, η αιώνια επιστροφή» και έχει τον χαρακτήρα ανοικτού δημόσιου προγράμματος με περφόρμανς, χορό και ομιλίες. O επισκέπτης απολαμβάνει τα εικαστικά έργα στις πολύμορφες αίθουσες, στα κλιμακοστάσια και στους εξωτερικούς χώρους του Ωδείου, παράλληλα με τα μαθήματα των σπουδαστών και τους νεαρούς με τα skateboard που παίζουν στο ισόγειο: αυτό προσδίδει στην έκθεση την ιδιαίτερη διάσταση του «εν τη γενέσει», του «εν εξελίξει», του «ατελούς», και ταυτόχρονα του βιωματικού.
Η σφαιρική ματιά του κύριου Τρίκα και η ετοιμότητά του κατά τη διάρκεια της ξενάγησης στους ορόφους, στο ισόγειο και στο υπόγειο του Ωδείου Αθηνών δίνει το ερέθισμα για γόνιμο προβληματισμό σχετικά με τον ανεδαφικό χαρακτήρα του οράματος της αενάως «ελευσόμενης δημοκρατίας» (Derrida). Η θαυμάσια έκθεση κάνει σαφή αναφορά στο κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο της πόλης και της πολεοδομίας, στην έννοια και τον ρόλο της πόλης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα και στον σχεδιασμό εύκολου πλουτισμού του ριζοσπαστικού νεοφιλελευθερισμού.
![]() |
|
Το έργο του Αναστάση Παναγή Μελέτη «Ξημερώματα σε εφήμερες μητριαρχίες». |
Μια έξοχη διαδρομή σ’ έναν «τόπο απώλειας»
Ήδη από την εποχή της πρώιμης νεωτερικότητας του 16ου αι. και έως την κομμουνιστική ουτοπία του μαρξισμού, κάποιες Ουτοπίες συνιστούσαν συμπαγείς πολιτικές επιλογές. Ο Μοντερνισμός με τα επιμέρους κινήματά του (Νταντά, Υπερρεαλισμό, Μπάουχαουζ κοκ), η ρωσική Πρωτοπορία (Κονστρουκτιβισμός του σοβιετικού Βλαντιμίρ Γιεβγκράφοβιτς Τάτλιν και Σουπρεματισμός του ουκρανού Καζιμίρ Μαλέβιτς), ο σχεδιασμός κέντρων αναψυχής του Εφαρμοσμένου Σοσιαλισμού, ακόμη και ο Μάης του ΄68 και ο τεχνολογικός οπτιμισμός στο σύνολό του, είναι σταθμοί αυτής της διαδρομής. Ο κύριος Τρίκας έθεσε σε εφαρμογή ένα δημόσιο πρόγραμμα διεξαγωγής της έκθεσης των έργων, παράλληλα με performances επαγγελματιών καλλιτεχνών και σπουδαστών του Ωδείου Αθηνών και με οκτώ κύκλους πολύωρων ομιλιών/συζητήσεων. Οι συζητήσεις κάλυψαν μιαν ευρύτατη γκάμα προβληματισμών που ξεκινά από τις ετεροτοπίες, τα αιτήματα για ένα ανθρωπινότερο μέλλον και για αυτονομία του πολίτη σε σχέση με την έννοια της «πολιτειότητας» (citizenship), τα οικο-φαντασιακά κάποιων κινημάτων, τον μεταβατικό (liminal) χαρακτήρα της σύγχρονης Αθήνας, την έννοια του «νομαδικού» χώρου και τις κουλτούρες της κατοίκησης στην εποχή του Ανθρωπόκαινου, για να αγγίξει τους «θλιμμένους τροπικούς» του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, να σαρκάσει τις «χαρωπές ατομικότητες» του λεγόμενου Πρώτου Κόσμου και να στηλιτεύσει τις τεχνο-ουτοπίες, τα ψηφιακά οράματα και τα αχαρτογράφητα μέλλοντα που σήμερα εμφανίζονται εφιαλτικά.
Θα προέκρινα, σε αυτόν τον άξονα, τη φωτογραφική εγκατάσταση «A zone to Defend» (2018) της Πηνελόπης Θωμαḯδη, που με γέμισε ελπίδες για ένα ευρύτερο λαϊκό κίνημα επαναπροσδιορισμού της σχέσης μας με τη Φύση. Επίσης, προκρίνω τα τρία παράλληλα φιλμ του «Παρ’ ολίγον Τεϊοποτείον» του Γιώργου Δρόσου, τα «Ξημερώματα σε εφήμερες μητριαρχίες» του Αναστάση Παναγή Μελέτη, την παρέμβαση του Στρατή Βογιατζή με τις φωτογραφίες των κρατουμένων των φυλακών Χίου, τα «Portals of an unsettling city» της Μάνιας Μπενίση, το ατελέσφορο πιάνο του Αναστάση Καρρά, τις μεταποιημένες κινεζικές αφίσες της περιόδου Μάο του Δημήτρη Αλειθηνού (από τη σειρά «Φόρμα-Ανάγνωση» του 1977), την ημιτελή γέφυρα του Νίκου Ποδιά, τα ζωγραφικά κολάζ του Μάριου Φούρναρη που παραπέμπουν στον «Τροχιστή» του Μαλέβιτς και το μνημείο της Ουτοπίας από «τσιμέντο» και στάχυα που φοντάρουν στον μακρινό Λυκαβηττό, το «Αν ζούσε ο Μαλέβιτς, θα ήταν φίλος μου» του Μάριου Σπηλιόπουλου, το «Absofuckinglutely» του Βασίλη Βλασταρά, την αξιοποίηση των παλιών επίπλων από τον Γιάννη Γρηγοριάδη, τις φωτογραφίες της Πηνελόπης Πετσίνη και του Νίκου Παναγιωτόπουλου, τη σύνθεση «Εύφλεκτο» της Γιούλας Χατζηγεωργίου με τα καμμένα σπίρτα ως υπαινιγμό του τέλους του πολιτισμού, τα «διάτρητα» πολεοδομικά σχέδια της Κατερίνας Ζαφειροπούλου, την «αεικίνητη» κατασκευή της Κατερίνας Μπότσαρη, τις εξαίσιες συνθέσεις με σημαίες «Αδύναμα Πανό» του Κώστα Χριστόπουλου, το φωτογραφικό πρότζεκτ «Paradise on Earth» της Ελένης Μουζακίτη, που μας υπενθυμίζει την κοινωνική ουτοπία των ολοκληρωτικών καθεστώτων ώστε να κάνουμε τους απαραίτητους συνειρμούς με την «πετριά» του Μεταμοντέρνου, και τη γλυπτική σύνθεση «Όταν ο Χρήστος Καραλής συνάντησε τον Βλαδίμηρο Τάτλιν» του Μπάμπη Καραλή.

Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το εικοσάλεπτο βίντεο του Μπάμπη Βενετόπουλου «Πριν το τέλος», όπου η ουτοπία προσλαμβάνει τις διαστάσεις ενεργού, διαρκούς εγχειρήματος διάνοιξης δρόμου μέσα από ένα λασπώδες τούνελ: η επίμονη χειρονομία ανασκαφής αυτού του ανυπότακτου, αυτοϋπονομευόμενου ανθρωπότυπου υπαγορεύεται από μιαν επείγουσα αναγκαιότητα και παραπέμπει στιλιστικά και σε παλαιότερα έργα του κου Βενετόπουλου, όπου το χώμα, η φθορά και ο ανεδαφικός χαρακτήρας του εγχειρήματος σχεδιάζουν τον ορίζοντα της ατομικής αντίστασης. Το έργο, προβαλλόμενο στα έγκατα του υπογείου του Ωδείου Αθηνών, συνομιλεί θαυμάσια με το αριστούργημα «Scale Model» του Νίκου Μόσχου ως αλληγορίας της «υποταγής» και με το «Here we are... Home at last» της Νάντιας Χαλαρά στο υποβλητικό ηχοτοπίο της Φωτεινής Τρυφεροπούλου.
H ματαίωση, η μη υλοποίηση
Στο τραπέζι είχαν πέσει, κατά καιρούς, προτάσεις για αστικό ανασχεδιασμό στα πλαίσια της πολεοδομίας του Le Corbusier και των μονάδων του Μεσοπολέμου, αλλά και των μεταπολεμικών συγκροτημάτων σε Σοβιετική Ένωση, Ανατολική και Δυτική Ευρώπη, ενώ η αρχιτεκτονική σύλληψη του Δεσποτόπουλου είχε προσλάβει ιστορική διάσταση, καθώς περιελάμβανε Κρατικό Θέατρο, κτίριο Συναυλιών Χοροδράματος και Συνεδρίων, υπαίθριο Θέατρο, Βιβλιοθήκη, Μουσείο και Πινακοθήκη, κτίριο Επιστημονικών Οργανισμών, μεγάλη Πλατεία προς τη Λεωφόρο Β. Σοφίας, Ξενοδοχείο επί της οδού Ρηγίλλης και, τέλος, το Ωδείο Αθηνών: έφερε, δηλαδή, δυνάμει μιαν απεικόνιση του Gropius στο μεσογειακό περιβάλλον. Ο Δεσποτόπουλος είχε χαρακτηρίσει τις σύγχρονες πόλεις «πολεοειδείς σχηματισμούς», μια και δεν είναι πλήρεις σε όλη τους την έννοια και λειτουργία – μάλιστα, τις αποκάλεσε: «αποθήκες εργατικών χεριών» (περιοδικό «Αρχιτεκτονική» τ. 33 του 1962).

Η σύγκρουση ιδεαλισμού και υλισμού κατά τον Εμφύλιο και η αντίθεση των προοδευτικών οραματιστών προς τον αστικό σχεδιασμό των δεξιών κυβερνήσεων των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων απήχησαν τελεσίδικα στην πολεοδομία: όλοι οι αριστεροί και «εαμογενείς» επιστήμονες πέρασαν στην αντιπέρα όχθη, μαζί με τους πολιτιστικούς τους οραματισμούς, όπως αποδεικνύεται από τις εργολαβίες της εποχής Καραμανλή και από τη σημερινή τερατώδη εξέλιξη της παραλίας του Ελληνικού λόγω της κερδοσκοπικής παρέμβασης και της ιδιωτικής πρωτοβουλίας [βλ. σχετικά Ανδρέας Γιακουμακάτος, Σωκράτης Γεωργιάδης (επιμ.), Το Μπάουχαους και η Ελλάδα. Η νέα ιδέα της σύνθεσης στις τέχνες και την αρχιτεκτονική, εκδόσεις Καπόν, Αθήνα 2021]: ενδεικτικά αναφέρω τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων, τον Αραβαντινό, τον Κυδωνιάτη, τον Σιαπκίδη, τον Μπίτσιο, τον Προβελέγγιο, τον Κανδύλη, τα Άσπρα Σπίτια του Δοξιάδη, τον οικισμό Καμάρι στη Σαντορίνη του Δεκαβάλλα, τα κτήρια του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, τα απραγματοποίητα αιτήματα για Λαϊκή Κατοικία και Κοινωνικά Κτήρια. Όμως, το lobby του κατασκευαστικού κλάδου και των πολιτικών (δημάρχων, βουλευτών, υπουργών), σε συνδυασμό με τη νέα μορφή κακώς εννοούμενης «κοινωνικότητας» και «ευτυχιοκρατίας» των κατοίκων της Αθήνας, αναίρεσαν το περιεχόμενο των οραματισμών της σύγχρονης αρχιτεκτονικής και εξόρισαν από τα σχέδιά τους το ανθρώπινο πρόσωπο της πόλης.
Η επανενεργοποίηση, σε ένα continuum που ίσως κάπου οδηγεί
Ρηξικέλευθος όπως πάντα, ο Δημήτρης Τρίκας ζήτησε από τον Πρόεδρο του ιδρύματος, κο Ν. Τσούχλο, να του διαθέσει αυτό το εμβληματικό κτήριο, που από συλλήψεώς του συνιστούσε μιαν αρχιτεκτονική ουτοπία: ο Ιωάννης Δεσποτόπουλος σπούδασε στην καρδιά του Bauhaus, στη Βαϊμάρη (1921) με τον Γκρόπιους, ενώ στο Βερολίνο εργάστηκε με τον μοντερνιστή αρχιτέκτονα Έριχ Μέντελσον. Μετά το τέλος της παραμονής και διδασκαλίας του στη Σουηδία και επιστρέφοντας για να διδάξει στο Πολυτεχνείο της Αθήνας (1962), υλοποίησε μέρος του ουτοπιστικού του οράματος στο κτήριο του Ωδείου Αθηνών, κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, τότε που ξεκίνησε η ανοικοδόμηση και μπήκε σε εφαρμογή το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας (εξ ορισμού μια πρώτη υλοποίηση της Ουτοπίας, όπως υποστηρίζει ο Λουκάς Μπαρτατίλας στο βιβλίο του: Τρία κείμενα για το Bauhaus: Ιωάννης Δεσποτόπουλος, Αθήνα: Goethe-Institut Athen/ Μουσείο Μπενάκη, 2019). Όμως, δεν συνέτρεξαν οι υπαρξιακές, κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις ώστε να συντηρηθεί η συγκεκριμένη ουτοπία και έτσι το κτήριο του Ωδείου προσέλαβε τις ποιότητες του infinito.
Ποιες είναι, εντέλει, οι ελληνικές εκφάνσεις της Ουτοπίας, είτε πρόκειται για θετικές και ελπιδοφόρες (Ευτοπίες) είτε για αρνητικές και απειλητικές (Δυστοπίες); Είναι ο σημερινός post-homo technologicus, ο άνθρωπος cyborg, σε θέση να διαχειριστεί τους οραματισμούς παλαιότερων εποχών ή να παραγάγει νέους; Κάθε Ουτοπία φέρει, δυνάμει, την τάση πραγμάτωσής της, προσκρούει πάντα στη ματαίωση της πραγματικότητας και παρ’ όλα αυτά, παραμένει η κινητήρια δύναμη προς το μέλλον, μια διέξοδο του συλλογικού imaginaire από το «αφασικό και άνυδρο εδώ και τώρα» (έκφραση του Δ. Τρίκα). Είναι χαρακτηριστική η φράση του Ερνστ Μπλοχ που παρατίθεται στην επιμελητική εισαγωγή: «Η ουτοπία δεν είναι, και δεν πρέπει να είναι, ένα είδος ανέφικτης τελειότητας, το απόγειο μιας συμμετρίας που, εάν εφαρμοστεί, θα είναι κάτι συνώνυμο με τον εφιάλτη, αλλά η διηνεκής εκδίπλωση και πραγμάτωση της ουσίας του ανθρώπου, η ανεμπόδιστη εξέλιξη των δημιουργικών ικανοτήτων του, η υπέρβαση των συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών που αποτελούν τροχοπέδη της εξέλιξης, το ανέφικτο που τείνει να γίνει εφικτό».
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και κριτικός θεάτρου.
«Το όνειρο του Τάτλιν. Ουτοπίες, η αιώνια επιστροφή»
Επιμέλεια: Δημήτρης Τρίκας
Διοργάνωση: ΑΜΚΕ ΡΙΖΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Συμμετέχοντες καλλιτέχνες/ιδες: Δημήτρης Αληθεινός, Δημήτρης Αμελαδιώτης, Φίλιππος Βασιλείου, Κωστής Βελώνης, Μπάμπης Βενετόπουλος, Βασίλης Βλασταράς, Στρατής Βογιατζής, Αντώνης Βολανάκης, Βασίλης Γεροδήμος, Νίκος Γιαβρόπουλος, Γιάννης Γρηγοριάδης - Γιάννης Ισιδώρου, Σοφία Δαμουλή, Αναστασία Δούκα, Γιώργος Δρόσος, Κατερίνα Ζαφειροπούλου, Θόδωρος Ζαφειρόπουλος, Πηνελόπη Θωμαΐδη, Νάντια Καλαρά, Φωτεινή Καλλέ, Μπάμπης Καραλής, Αναστάσης Καρράς, Ζήσης Κοτιώνης - Μαριάνθη Ευθυμίου, Άλεξ Λουλούδης, Αρχιτέκτονες της Φάλαινας & Αλεξάνδρα Μπίσα & The Pokari Project, Ειρήνη Μαντινάου, Αναστάσης Μελέτης, Νίκος Μόσχος, Ελένη Μουζακίτη, Μάνια Μπενίση, Κατερίνα Μπότσαρη, Νουράκο, Μαρία Παπανικολάου, Ντάνα Παπαχρήστου, Πηνελόπη Πετσίνη- Νίκος Παναγιωτόπουλος, Νίκος Ποδιάς, Πάνος Προφήτης, Δημήτρης Ρεντούμης, Κύριλλος Σαρρής (1950-2024), Φανή Σοφολόγη, Μάριος Σπηλιόπουλος, Αθανασία Τσάτσου, Γιώργος Τσεριώνης, Αθανασία Τσοπαναργιά, Μάρω Φασουλή, Μάριος Φούρναρης, Γιούλα Χατζηγεωργίου, Μάριος Χατζηπροκοπίου - Αντώνης Αντωνίου (video editing), ce_lab (Χρήστος Χαρίσης- Ελένη Μολύβα), Κώστας Χριστόπουλος.























