alt

Για την όπερα του Alban Berg «Βότσεκ» σε σκηνοθεσία του Ολιβιέ Πυ και διεύθυνση ορχήστρας από τον Βασίλη Χριστόπουλο, που παρουσιάστηκε στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Της Έλενας Χουζούρη

Όπερα πρόκληση για κάθε σκηνοθέτη, έχει χαρακτηρίσει ο Ολιβιέ Πυ τον «Βότσεκ» του Άλμπαν Μπεργκ, που για πρώτη φορά ανέβασε η Εθνική Λυρική Σκηνή, σε σκηνοθεσία του φημισμένου Γάλλου σκηνοθέτη, διευθυντή του Φεστιβάλ της Αβινιόν, και παίζεται αυτές τις ημέρες για λίγες –δυστυχώς– παραστάσεις. Και γράφουμε «δυστυχώς» γιατί σπάνια διαπιστώνεται μια τέτοια, υψηλής στάθμης, αρμονική σύμπλευση κειμένου-μουσικής-σκηνοθεσίας-σκηνογραφίας-ερμηνείας, σε παράσταση όπερας. Μιας όπερας κάθε άλλο παρά εύκολης, τόσο από θεματικής όσο και από μουσικής απόψεως. Μιας όπερας, η οποία θεωρείται τομή στην ιστορία του μελοδράματος, διότι σπάζει όλα τα, έως την σύνθεση και την αναπαράστασή της, γνωστά και παραδομένα κλειδιά καθώς και τους απαρασάλευτους κώδικες του μουσικού αυτού θεάτρου. 

Ο Βόυτσεκ δεν ήταν ακριβώς επινόηση του Μπύχνερ αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν ένας πρώην στρατιώτης που είχε δολοφονήσει την άπιστη ερωμένη του στη Λειψία το 1821 και είχε καταδικαστεί να εκτελεστεί δι’ απαγχονισμού. Ο Μπύχνερ θα αναπλάσει αυτήν την πραγματική ιστορία.

Τι όμως είναι ο «Βότσεκ» και ποια τα συμφραζόμενά του ώστε να τον καταστούν τόσο ανατρεπτικό; Και γιατί ο Άλμπαν Μπεργκ [1885-1935] τον αποκαλεί στην όπερά του «Βότσεκ» και όχι «Βόυτσεκ» όπως είναι γνωστός από το τρίπρακτο ημιτελές θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ [1813-1837], πάνω στο οποίο ο αυστριακός συνθέτης έχτισε τη δική του εκδοχή; Ως συνήθως αυτά τα αφηγήματα έχουν μεγάλο βάθος και διασταυρώνονται με τις αντίστοιχες συλλογικές αφηγήσεις των εποχών τους. Ο απλοϊκός, φτωχός, στρατιώτης Βόυτσεκ που γίνεται έρμαιο οποιασδήποτε εξουσίας, έως να φτάσει στα όρια της τρέλας, πρωταγωνιστεί στις ημιτελείς θεατρικές σελίδες του Μπύχνερ, του Γερμανού συγγραφέα ο οποίος, έως τα 24 χρόνια του που πεθαίνει, προλαβαίνει να συμμετάσχει στα επαναστατικά κινήματα της εποχής του, να συγγράψει κείμενα διαμαρτυρίας και διεκδικήσεων και να αφήσει πίσω του άλλα δύο μυθιστορήματα, το Λεόντιος και Λένα και Ο θάνατος του Δαντόν. Η ριζοσπαστική, αντιηρωική, φιγούρα του, κατά Μπύχνερ, Βόυτσεκ είναι αφενός εναρμονισμένη με τις ιδέες του συγγραφέα του και αφετέρου ως γραφή ανταποκρίνεται στον ρομαντισμό των πρώτων δεκαετιών του 19ου αιώνα – ο Μπύχνερ τοποθετείται δίπλα στον Γκαίτε και τον Σίλλερ. Ωστόσο ο Μπύχνερ με την επίσης ημιτελή νουβέλα του Λεντς θεωρείται ότι ανοίγεται και προς έναν πρώιμο μοντερνισμό. Άλλο ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι ο Βόυτσεκ δεν ήταν ακριβώς επινόηση του Μπύχνερ αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Ήταν ένας πρώην στρατιώτης που είχε δολοφονήσει την άπιστη ερωμένη του στη Λειψία το 1821 και είχε καταδικαστεί να εκτελεστεί δι’ απαγχονισμού. Η υπεράσπιση είχε ζητήσει να εξεταστεί η ψυχική υγεία του κατηγορουμένου, πράγμα που έγινε αλλά ο γιατρός που τον είχε εξετάσει απεφάνθη ότι ήταν ψυχικά υγιής. Ο Μπύχνερ θα αναπλάσει αυτήν την πραγματική ιστορία. 

Ο πρώτος «Βόυτσεκ» θα παραμείνει άγνωστος και αδημοσίευτος περίπου σαράντα χρόνια, με το δυσανάγνωστο χειρόγραφο του Μπύχνερ να αλλάζει κατά καιρούς ιδιοκτήτες, οι οποίοι το διαφοροποιούσαν, πρόσθεταν ή παρέλειπαν κατά το δοκούν σελίδες του. Την τελική εκδοχή-ανασύστασή του, με όλες τις πιθανές παρεμβάσεις, επιχειρεί ο συγγραφέας Καρλ Εμίλ Φράντσος και το 1879 εκδίδει το έργο με τίτλο Βότσεκ – Ένα σπάραγμα τραγωδίας. Το έργο με την έντονη κοινωνική κριτική που ασκεί εντυπωσιάζει τον κόσμο των συγγραφέων και των διανοουμένων. 

[Ο Μπεργκ] Αρχίζει να συνθέτει την όπερα, λίγο πριν ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος [Πρώτος Παγκόσμιος], το καλοκαίρι του 1914, στον οποίο επιστρατεύεται ως Δεκανέας. Ο πόλεμος και η ζωή στον στρατώνα, θα τον σημαδέψουν βαθιά και θα επηρεάσει τη ματιά του πάνω στον δικό του στρατιώτη Βότσεκ.

Όταν ο Άλμπαν Μπεργκ συναντά τον Βόυτσεκ του Μπύχνερ

Θα περάσουν σαράντα τέσσερα χρόνια ακόμη έως ότου ο «Βότσεκ» να ανέβει σε θεατρική σκηνή. Τον Νοέμβριο του 1913 με αφορμή τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από την γέννηση του Μπύχνερ, το έργο θα παρουσιαστεί στο Μόναχο, και μάλιστα σε σκηνοθεσία του Μαξ Ράινχαρτ. Ένα χρόνο αργότερα ο «Βότσεκ» θα ταξιδέψει στην αυστριακή πρωτεύουσα και θα αρχίσει να παρουσιάζεται στη βιεννέζικη θεατρική σκηνή από τις 5 Μαΐου 1914. Στην πρεμιέρα του έργου, ανάμεσα στους θεατές θα βρίσκεται και ο εικοσιεννιάχρονος τότε Άλμπαν Μπεργκ. Βλέπει το έργο, ενθουσιάζεται και αποφασίζει να το μετασκευάσει σε όπερα. Ωστόσο το κείμενο δεν του ήταν άγνωστο. Ήδη από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα όταν είχαν εκδοθεί τα Άπαντα του Μπύχνερ, ο τότε «Βόυτσεκ» απασχολούσε τους κύκλους των διανοουμένων και ο συνθέτης είχε παρακολουθήσει τις διάφορες αλλαγές που είχαν γίνει στο αρχικό κείμενο. Αλλαγές θα επιφέρει και ο ίδιος με τη σειρά του στο κείμενο όταν αρχίζει να ασχολείται με τον «Βότσεκ», αποδεχόμενος τελικά το διαφοροποιημένο όνομα αντί του αρχικού «Βόυτσεκ». Συνενώνει τις σκηνές σε δεκαπέντε, τις οργανώνει έτσι ώστε να έχουν μεταξύ τους συνεκτική δομή, καταλήγει σε τρεις πράξεις, με πέντε σκηνές η κάθε μία, διαμορφώνει το λιμπρέτο, κρατά την τραχιά, βίαιη κάποτε, γλώσσα, τον ακραίο ρεαλισμό. Αρχίζει να συνθέτει την όπερα, λίγο πριν ξεσπάσει ο Μεγάλος Πόλεμος [Πρώτος Παγκόσμιος], το καλοκαίρι του 1914, στον οποίο επιστρατεύεται ως Δεκανέας. Ο πόλεμος και η ζωή στον στρατώνα, θα τον σημαδέψουν βαθιά και θα επηρεάσει τη ματιά του πάνω στον δικό του στρατιώτη Βότσεκ. Οι σκηνές στον στρατώνα που στήνει στην όπερα είναι βιωματικές. Έχει βιώσει απευθείας την στρατοκρατία, τη βιαιότητα, τη χυδαιότητα, την ακραία επίδειξη του ανδρισμού, αλλά και την απελπισία, τον φόβο, την τρέλα.

alt

Σύσσωμοι οι κριτικοί αναγνωρίζουν σ’ αυτήν την πρωτοτυπία της, την τομή που επιφέρει στην όπερα, την δύναμή της, την τόλμη της, κατατάσσοντάς την ανάμεσα στα αριστουργήματα του λυρικού θεάτρου του 20ου αιώνα.

Λίγο πριν λήξει ο πόλεμος –η Συνθήκη Ειρήνης υπογράφεται τον Νοέμβριο του 1918– ο Άλμπαν Μπεργκ γράφει στη γυναίκα του: «Υπάρχει κάτι από μένα σ’ αυτόν τον χαρακτήρα, καθώς πέρασα αυτά τα χρόνια του πολέμου, εξίσου εξαρτώμενος από ανθρώπους που μισώ, ήμουν αλυσοδεμένος, άρρωστος. Αιχμάλωτος, παραιτημένος, για την ακρίβεια ταπεινωμένος». Αυτές οι έννοιες της πλήρους εξάρτησης από ένα στρατοκρατικό, ασφυκτικό περιβάλλον, της αιχμαλωσίας, της βαναυσότητας και της ταπείνωσης, διαπερνούν τον οπερατικό Βότσεκ. Η όπερα θα ολοκληρωθεί το 1922 αλλά μετά από διάφορες περιπέτειες θα κάνει την πρώτη παγκόσμια θριαμβευτική της εμφάνιση στο Βερολίνο στις 14 Δεκεμβρίου 1925. Σύσσωμοι οι κριτικοί αναγνωρίζουν σ’ αυτήν την πρωτοτυπία της, την τομή που επιφέρει στην όπερα, την δύναμή της, την τόλμη της, κατατάσσοντάς την ανάμεσα στα αριστουργήματα του λυρικού θεάτρου του 20ου αιώνα. Ο κατά Άλμπαν Μπεργκ «Βότσεκ» είναι ένας θρίαμβος του εξπρεσιονισμού έχουν γράψει οι κριτικοί, μήπως όμως κι ενός πρώιμου μοντερνισμού, αναρωτιόμαστε εμείς; Πάντως όπως επισημαίνει ο συνθέτης και μουσικολόγος Μηνάς Αλεξιάδης «Ο «εξπρεσιονιστικός» Βότσεκ εμφανίζεται ως η πρώτη κορυφαία ατονική όπερα παγκοσμίως όταν το μουσικό θέατρο του 20ου αιώνα έπρεπε να αντιμετωπίσει μια εξαιρετικά κρίσιμη συνθήκη: να διαχειριστεί το ιδιαίτερο βάρος και την ευθύνη της ανανέωσης και της συνέχειας της όπερας στην μετα-Πουτσίνι και μετά-Ρίχαρντ Στράους εποχή, δηλαδή στην ιστορική φάση μιας διαφαινόμενης λήξης του στενού πυρήνα του οπερικού ρεπερτορίου». Με τον «Βότσεκ» ο βιεννέζος συνθέτης σπάει αυτόν τον πυρήνα, του ανοίγει νέους ορίζοντες, τον οδηγεί σε νέες διαδρομές. 

Ο Μπύχνερ της προσέδωσε ευρύτερες διαστάσεις, ο Άλμπαν Μπεργκ την εμπλούτισε μπολιάζοντάς την με τις σύγχρονες με την εποχή του αντιλήψεις, ο Ολιβιέ Πυ την απογείωσε, αναδεικνύοντας τις πολιτικές, κοινωνικές, ψυχολογικές, μεταφυσικές, ηθικές, έμφυλες παραμέτρους της.

Όταν ο Ολιβιέ Πυ συναντά τον Βότσεκ του Άλμπαν Μπεργκ

Δικαίως, λοιπόν, ο καταξιωμένος και γνώριμός μας Γάλλος σκηνοθέτης Ολιβιέ Πυ, χαρακτηρίζει τον κατά Άλμπαν Μπεργκ «Βότσεκ», πρόκληση. Αν μάλιστα κρίνουμε από το αποτέλεσμα της παράστασης που έστησε στην Εθνική Λυρική Σκηνή, ο Πυ όχι μόνον ανταποκρίθηκε σ’ αυτήν την πρόκληση αλλά επί πλέον ο «Βότσεκ» τού έδωσε την ευκαιρία να προχωρήσει σε πολλαπλές αναγνώσεις του έργου και να προσδώσει μια σφαιρικότερη και πολυεπίπεδη σκηνοθετική προσέγγιση, με διαχρονικές προεκτάσεις. «Ο Βότσεκ» λέει ο Γάλλος σκηνοθέτης «δεν είναι ούτε βασιλιάς, ούτε Θεός όπως συνήθως συμβαίνει στην κλασική όπερα με τους βασικούς ήρωες. Είναι ο ανώνυμος, ο απλός άνθρωπος, ο χωρίς δικό του αφήγημα. Όταν στη δραματουργία των προηγούμενων αιώνων παρουσιάζονταν λαϊκές φιγούρες, ήταν κυρίως δευτερεύοντες, κωμικοί ρόλοι συμπληρωματικοί της δράσης. Ουδέποτε έως τον Βότσεκ δεν ανέβηκαν στην σκηνή για να καταθέσουν τον πόνο τους ενώπιον του παγκόσμιου κοινού, ο κοινός θνητός, ο χωρίς πρόσωπο εργάτης, η χωρίς φωνή πόρνη, ο χαμένος μέσα στο ανώνυμο πλήθος στρατιωτικός» τονίζει ο Ολιβιέ Πυ. Πραγματικά, πάνω στην –επιτέλους– περιστρεφόμενη σκηνή της Λυρικής δεν παρακολουθήσαμε απλώς την θλιβερή ιστορία ενός στρατιώτη που αδυνατεί να προσαρμοστεί σ' ένα ασφυκτικό στρατοκρατικό περιβάλλον. Αδυνατεί όμως και να ξεφύγει από αυτό, με μοναδική του καταφυγή την αγαπημένη του σύντροφο Μαρί, που όμως τον απατά για ένα ζευγάρι σκουλαρίκια, με αποτέλεσμα να τη σκοτώνει και στη συνέχεια να αυτοκτονεί. Αυτός είναι ο πρωταρχικός πυρήνας εκείνης της παλιάς αληθινής ιστορίας του 1821. Ο Μπύχνερ της προσέδωσε ευρύτερες διαστάσεις, ο Άλμπαν Μπεργκ την εμπλούτισε μπολιάζοντάς την με τις σύγχρονες με την εποχή του αντιλήψεις, ο Ολιβιέ Πυ την απογείωσε, αναδεικνύοντας τις πολιτικές, κοινωνικές, ψυχολογικές, μεταφυσικές, ηθικές, έμφυλες παραμέτρους της.

Με βαθιά αίσθηση οικονομίας, με αποφυγή κάθε περιττού, με μέτρο τη δωρικότητα και τον μινιμαλισμό, με εντυπωσιακή συνταύτιση με το κείμενο, τη γλώσσα και τη μουσική, έστησε μια παράσταση στιβαρή, πυκνή, καθηλωτική.

Με βαθιά αίσθηση οικονομίας, με αποφυγή κάθε περιττού, με μέτρο τη δωρικότητα και τον μινιμαλισμό, με εντυπωσιακή συνταύτιση με το κείμενο, τη γλώσσα και τη μουσική, έστησε μια παράσταση στιβαρή, πυκνή, καθηλωτική. Μια παράσταση τόσο γερά χτισμένη ώστε να μην περισσεύει ούτε το ελάχιστο. Νευρώδεις εναλλαγές των δεκαπέντε σκηνών, αρμονική συνομιλία τους με την ατονική αλλά τα μάλα εκφραστική και ιδιότυπα αφηγηματική μουσική του Μπεργκ –θα μπορούσα να την παραλληλίσω με κείμενο ενός πρώιμου μοντερνιστή συγγραφέα– ενισχυμένη με λεπτές μουσικές αναλαμπές από Στράους, Μάλερ, Βάγκνερ αλλά και λαϊκά γερμανικά τραγούδια – το τραγούδι των κυνηγών από τους στρατώνες του Μεγάλου Πολέμου πέρασε αργότερα στις μπιραρίες των Ναζί. Ο Πυ κράτησε σε ύψιστο σημείο τον δραματικό τόνο της όπερας του Μπεργκ χωρίς ούτε στιγμή να υποπέσει στην παγίδα του μελοδραματισμού. Δημιούργησε μια ατμόσφαιρα στην οποία υποφώσκει η αίσθηση της απειλής, και του εγκλεισμού. Τα μαυρόασπρα σκηνικά σαν ένας οριζόντιος λαβύρινθος κατοικιών ή μια αποστειρωμένη κλινική αίθουσα ή ένα εργαστήριο, συντελούν ακόμη περισσότερο στο να προκαλείται αυτή η αίσθηση. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον, ο Γάλλος σκηνοθέτης, μεταστοιχειώνοντας σκηνικά τη μουσική του Μπεργκ, ανέδειξε τις αντιθέσεις και τις ψυχολογικές διακυμάνσεις του χαρακτήρα του Βότσεκ, από την τραγικότητα της σιωπής του, με τις ανάλογες εκφράσεις στο πρόσωπό του, στο παραληρηματικό μουρμουρητό του, με την επαναλαμβανόμενη φράση «Εμείς είμαστε φτωχοί άνθρωποι», στις υποταγμένες του κινήσεις απέναντι στην εξουσία του λοχαγού και του γιατρού, έως τις ακραία δραματικές αντιδράσεις – πράξεις του που τον οδηγούν στον φόνο και την αυτοκτονία.

alt

Ο τρελός –ο πανάρχαιος σαλός– έρχεται να υπενθυμίσει την άλλη, την ανατρεπτική πλευρά των πραγμάτων, τα υπόγεια μυστικά των συνειδήσεων που ενώ μοιάζουν φαινομενικά ήσυχες και υπάκουες στις αυθαιρεσίες της εξουσίας, μπορεί κάποια αφορμή να τις ωθήσει σε απρόσμενες προσωπικές εξεγέρσεις έως τις πιο ακραίες, όπως είναι ένας φόνος.

Ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος στάθηκε ικανοποιητικά στο ύψος αυτού του πολυεπίπεδου και δύσκολου από κάθε άποψη ρόλου. Το ίδιο και η Ναντίνερ Λένερ, στον διφυή ρόλο της πιστής και της αμαρτωλής συντρόφου του Βότσεκ – το δίπολο αμαρτία-ενοχή είναι ιδιαίτερα έντονο στην παράσταση. Από κοντά, ο λοχαγός, ως εκπρόσωπος της στρατοκρατικής ανδροκρατικής εξουσίας, που τον ερμηνεύει-υποδύεται ο Πήτερ Χόαρ –από τις καλύτερες παρουσίες της παράστασης–, ο Πήτερ Ουέντ, πειστικός στον ρόλο του χυδαίου μάτσο Αρχιτυμπανιστή, ο Γιάννης Γιαννίσης στον ρόλο του ψυχρού, ορθολογιστή, απειλητικού γιατρού, αλλά και οι δεύτεροι ρόλοι με την άψογη ερμηνεία τους συντέλεσαν στην εξαιρετική παράσταση που απολαύσαμε. Θα επισημάνουμε έναν φαινομενικά τρίτο ρόλο αλλά στην πραγματικότητα ουσιαστικό για όσα –από τα πολλά– που «έλεγε» το έργο και η παράσταση. Εκείνον του τρελού, με τη μάσκα του κλόουν –συνομιλία του Πυ με τον πολυσυζητημένο Joker;– που εμφανιζόταν κάθε τόσο στη σκηνή ως το alter ego του Βότσεκ. Ο τρελός –ο πανάρχαιος σαλός– έρχεται να υπενθυμίσει την άλλη, την ανατρεπτική πλευρά των πραγμάτων, τα υπόγεια μυστικά των συνειδήσεων που ενώ μοιάζουν φαινομενικά ήσυχες και υπάκουες στις αυθαιρεσίες της εξουσίας, μπορεί κάποια αφορμή να τις ωθήσει σε απρόσμενες προσωπικές εξεγέρσεις έως τις πιο ακραίες, όπως είναι ένας φόνος. Στην παράσταση που είδαμε τον ρόλο του τρελού ερμήνευε ο Παναγιώτης Πρίφτης. 

Στη δημιουργία της υποβλητικής ατμόσφαιρας της παράστασης συντέλεσαν και τα μαυρόασπρα και γκριζόασπρα σκηνικά με το λαβυρινθώδες σχήμα του Πιερ Αντρέ Βάιτς, καθώς και φωτισμοί του Μπερντράν Κιγύ ώστε να τονίζεται το εξπρεσιονιστικό στοιχείο της όπερας. Κάποιες στιγμές μάλιστα η όλη ατμόσφαιρα ανακαλούσε στη μνήμη μας τον μεσοπολεμικό γερμανικό εξπρεσιονιστικό κινηματογράφο.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει και στην Ορχήστρα της Ε.Λ.Σ. η οποία εκτέλεσε υποδειγματικά τη μουσική σύνθεση του Άλμπαν Μπεργκ, και προσωπικά στον διεθνούς φήμης μαέστρο Βασίλη Χριστόπουλο που την διηύθυνε. Χαρήκαμε και τους μουσικούς που έπαιζαν επί σκηνής καθώς και τους μουσικούς στην ταβέρνα. Επί σκηνής επίσης έπαιζε πιάνο ο Σπύρος Σουλαδάκης. Ακόμα συμμετείχαν και μέλη της παιδικής χορωδίας της Ε.Λ.Σ. Εν κατακλείδι, μια συνολικά υψηλού επιπέδου παράσταση.

* Η ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΖΟΥΡΗ είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος.
Τελευταίο βιβλίο της, η επανέκδοση του μυθιστορήματός της «Σκοτεινός Βαρδάρης» (εκδ. Πατάκη).

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, η επιστροφή στην Επίδαυρο – Με την ενέργεια της Κάλλας να επιμένει

«Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, η επιστροφή στην Επίδαυρο – Με την ενέργεια της Κάλλας να επιμένει

Για την όπερα «Μήδεια» του Λουίτζι Κερουμπίνι, από την Εθνική Λυρική Σκηνή, στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. ©Εθνική Λυρική Σκηνή

Γράφει ο Νίκος Ξένιος

Παρακολούθησα, στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, την όπερα «Μήδεια» του ...

«Τα Ημερολόγια»: Έκθεση του Χρήστου Μποκόρου στο Ναύπλιο

«Τα Ημερολόγια»: Έκθεση του Χρήστου Μποκόρου στο Ναύπλιο

Από τις 19 Ιουνίου έως τις 31 Οκτωβρίου 2026, η έκθεση «Τα Ημερολόγια», με ζωγραφικά έργα, φωτογραφίες και κείμενα του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου, θα φιλοξενείται στο Fougaro Artcenter στο Ναύπλιο. 

Επιμέλεια: Book Press

...
«Servare Intaminatum» – Μια οξεία καλλιτεχνική και πολιτική παρέμβαση για την κλιματική κρίση

«Servare Intaminatum» – Μια οξεία καλλιτεχνική και πολιτική παρέμβαση για την κλιματική κρίση

Για την ομαδική έκθεση-εγκατάσταση «Servare Intaminatum. Κλιματική Κρίση – Από το Αόρατο στο Ορατό ή πώς να αναπαραστήσεις το αδιανόητο» στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.

...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

«Τι είναι ο μισογυνισμός;» του Μορίς Ντομά (κριτική) – Ιστορία μιας λέξης, ιστορία μιας νοοτροπίας που εμμένει μέσα στους αιώνες

Για τη μελέτη του Μορίς Ντομά (Maurice Daumas) «Τι είναι ο μισογυνισμός;» (μτφρ. Κατερίνα Γούλα, εκδ. Gutenberg). Εικόνα: Από τη σειρά του Νέτφλιξ «Εφηβεία».

Γράφει ο Σόλωνας Παπαγεωργίου

«Είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το...

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

Χάρης Καραθύμιος: «Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ένα είδος που αφουγκράζεται την κοινωνία»

«Την κυρίως πλοκή του αστυνομικού μυθιστορήματος την αντιμετωπίζω ως ένα μέσον για να αφηγηθώ το δράμα των πρωταγωνιστών» μας είπε ο Χάρης Καραθύμιος, με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο Μεσσίας» (εκδ. Μίνωας).

Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου

...
«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

«Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν (κριτική) – Ένα αντιπολεμικό, σύγχρονο κινηματογραφικό έπος

Για την «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, που προβάλλεται αυτές τις μέρες στους κινηματογράφους. 

Γράφει ο Θόδωρος Σούμας 

Ο σημαντικός, Άγγλος βιρτουόζος σκηνοθέτης ...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

«Οι κόρες του Αϊβαλιού» της Γεωργίας Α. Ανδριώτου (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Γεωργίας Α. Ανδριώτου «Οι κόρες του Αϊβαλιού», το οποίο κυκλοφορεί στις 18 Ιουλίου από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Παναγής Αφεντέλλης ρούφηξε νωχελικά τον καφέ του κι άφησε απαλά τ...

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

«Περιγραφή ενός χωριού» της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το πεζογραφικό έργο της Μαρί Λουίζε Κάσνιτς [Marie Luise Kaschnitz] «Περιγραφή ενός χωριού» (Μετάφραση – Επίμετρο – Σημειώσεις: Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο θα κυκλοφορήσει στις 10 Ιουλίου από τις εκδόσεις η βαλίτσα.

Επιμέλεια: Κ...

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

«Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» του Σέρινταν Λε Φανού (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Σέρινταν Λε Φανού (Sheridan Le Fanu) «Ο μυστηριώδης ένοικος και άλλες ιστορίες» (ανθολόγηση, μτφρ., εισαγωγικό σημείωμα: Γιώργος Θάνος, επιμέλεια: Γιάννης Μπαρτσώκας), η οποία θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Printa.

Επιμέλεια: ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

«Μια τελευταία ματιά» & «Οι ωραιότερες συναντήσεις μου με ζώα» – Δύο βιβλία για τη ζωή μας με τα (άλλα) ζώα

Συναντήσεις με απειλούμενα είδη, καθώς και με άλλα ζώα που μας θυμίζουν τον εαυτό μας. Δύο βιβλία από τις εκδόσεις ΕΠΟΨ μας αποκαλύπτουν τα μυστικά του ζωικού βασιλείου. © Duke Lemur Center

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλωνας Παπαγεωργίου

Η κλιματ...

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

«Χωρίς δείκτη προστασίας» – 26 αστυνομικά, νουάρ και θρίλερ για ένα μακρύ αναγνωστικό καλοκαίρι

Καταιγιστική δράση αλλά και χαλαρή ατμόσφαιρα, κοινωνικός σχολιασμός και σκοτεινός ρεαλισμός: Είκοσι έξι αστυνομικά, νουάρ και ψυχολογικά θρίλερ, για ένα καλοκαίρι γεμάτο συγκινήσεις. 

Επιλογή-παρουσίαση: Χίλντα Παπαδημητρίου

...
Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης – Πέντε συλλογές από τη σοδειά του βορρά

Πέντε ποιητικά έργα με πυκνή γραφή, φιλοσοφικούς στοχασμούς και πολιτικό περιεχόμενο.

Επιλογή-παρουσίαση Παναγιώτης Γούτας

Πέντε ποιητικά έργα από τον βορρά, καρποί ώριμης γραφής, που εκφράζουν φιλοσοφικούς αλλά και πολιτικούς προβληματισμούς. 

...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΦΑΚΕΛΟΙ