Για τη συλλογή διηγημάτων του Γκρεγκ Τζάκσον «Άσωτοι» (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς, εκδ. Αντίποδες).
Του Νίκου Ξένιου
The worst part of a trip, we can all agree, is the moment you have come down enough to realize you are not down all the way.
Greg Jackson
Στο πρώτο του βιβλίο, τη συλλογή διηγημάτων Άσωτοι (δεξιοτεχνικά μεταφρασμένο από τον Παναγιώτη Κεχαγιά), ο κατά το ήμισυ εβραϊκής καταγωγής Γκρεγκ Τζάκσον επιτυγχάνει μια γλώσσα που προδίδει επιρροές από τον ψυχολογικό ρεαλισμό των προηγούμενων δεκαετιών, την Αν Μπήτι, τον Ίαν Μακ Γιούαν και τον Ντέιβιντ Φόστερ Ουάλας. Λάτρης του σινεμά του Σορεντίνο και της λογοτεχνίας του Ρομπέρτο Μπολάνιο, του Τζόζεφ Κόνραντ και του Σόουλ Μπέλοου, ο Τζάκσον γράφει ένα τολμηρό βιβλίο που σατιρίζει τη ζωή της αμερικανικής ελίτ, με μαύρο, καταλυτικό χιούμορ και έντονη ευαισθησία στη διαγραφή των ατομικών χαρακτηριστικών: οι χαρακτήρες του πλησιάζουν τα σαράντα, είναι μορφωμένοι, αντιπαθητικοί και σνομπ απόφοιτοι κολεγίων, κινηματογραφιστές, αρχιτέκτονες, συγγραφείς και τενίστες της Ανατολικής Ακτής που αποζητούν τη νοηματοδότηση της ζωής τους με κάποια πνευματικότητα καταρρίπτοντας την τετριμμένη ηθική.
Η «αρνητική σοφία» του Βάγκνερ
Σαρκαστικό σχόλιο για τη γενεά που προσπαθεί να ξαναστήσει τον κόσμο των 90s που ήξερε, ενώ παράλληλα πασχίζει να διατηρήσει τη μεγαλοαστική της λάμψη.
Στο πρώτο διήγημα της συλλογής, «Ο Βάγκνερ στην έρημο», μια ομάδα παλιών φίλων συναντιούνται με drugs στο Παλμ Μπητς λίγο πριν την οριστική τους είσοδο σε μια ζωή «κανονικότητας». Σαρκαστικό σχόλιο για τη γενεά που προσπαθεί να ξαναστήσει τον κόσμο των 90s που ήξερε, ενώ παράλληλα πασχίζει να διατηρήσει τη μεγαλοαστική της λάμψη. Μια νέα σειρά επαγγελμάτων που ανακατεύουν σχιζοφρενικά τον ιδεαλισμό και τις αξίες με τα ωμά επιχειρηματικά συμφέροντα. Ο απόλυτος κυνισμός φαίνεται στο πρόσωπο του Βάγκνερ, ζωντανή απομυθοποίηση του «smart», πεφωτισμένου χαρτογιακά, που συνθηκολογεί φαουστικά με τον καπιταλισμό ώστε να γεφυρώσει την αυτοεκπλήρωση με το κοινό καλό: συνδιαλλαγή που βιώνεται ως χάσμα ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και την κοινωνική ζωή. Υπό το πρίσμα της μεταφυσικής ανησυχίας, η κοσμική, ματεριαλιστική θεωρία του Βάγκνερ για τη φύση της εξουσίας, τη ζωτικότητα του φθόνου των άλλων και τη νοηματοδότηση της ευτυχίας προκαλεί κατάθλιψη αντίστοιχη με εκείνην του Great Gatsby.
Η καθημερινή «μπίζνα» της κατασκευής θεάματος από το Χόλιγουντ αποδεικνύει το αδιαχώριστο της εξουσίας και του show της επίδειξής της. Ο συγγραφέας παρουσιάζει ως λογικοφανή την «προσκόλληση» σε πρόσωπα εξουσίας, με στόχο την οικοδόμηση μιας προσωπικής καριέρας. Αυτή η ετερόφωτη πορεία έχει και το τίμημά της, βεβαίως: η «πεφωτισμένη δεσποτεία» τύπου Downton Abbey δεν επιτρέπει στο ατομικό επίτευγμα (στην καριέρα, π.χ.) να συνιστά μια μόνιμη κατάκτηση, παρά υπερτονίζει τον εφήμερο χαρακτήρα του. Η σύγχρονη μετεξέλιξη της έννοιας του «αυλικού» συνοδεύεται από την καθιέρωση μιας bourgeoise «θεραπευτικής» κουλτούρας που περιλαμβάνει στο εύρος της προσωπικούς τρέινερς, πληρωμένους έσκορτς, στυλίστες, υγιεινιστές, διαιτολόγους, μέντορες στη σύναψη συνοικεσίων, πρακτικές γιόγκα και διαλογισμού που εντείνουν το ηδονιστικό πορτραίτο των χαρακτήρων.
Μια πραγματικότητα που διαρρέει
Ο συγγραφέας είναι επιεικής απέναντι στη χρήση ναρκωτικών, όταν στόχος της είναι να καταπολεμηθεί η κόπωση, το άγχος, η εσωστρέφεια, το ευμετάβολον της διάθεσης, η απάθεια ή η ορμονική δυσαρμονία.
Άνθρωποι της ανώτερης-μεσαίας τάξης έχουν εγκαταλείψει τις ρίζες τους και μιλούν έξω από τα δόντια, δεν προσπαθούν καν να είναι ευγενικοί και έχουν επίγνωση του κυνισμού και της ευθύτητάς τους πρωταγωνιστούν στο διήγημα «Σερβίς και βολέ, κοντά στο Βισύ», όπου ένας δημοσιογράφος επισκέπτεται την εξοχική κατοικία ενός παλιού σταρ του τένις και αυτό το πρόσωπο του γίνεται έμμονη ιδέα. Οι ήρωες δίνουν στον εαυτό τους το ελεύθερο να θέσουν σε εφαρμογή μια τελευταία λίστα ελευθεριότητας τύπου «Baby Bucket»: η λίστα δραστηριοτήτων τους έχει και μια παραισθησιογόνο, όπως και μια φαρμακευτική παράμετρο. Ο συγγραφέας είναι επιεικής απέναντι στη χρήση ναρκωτικών, όταν στόχος της είναι να καταπολεμηθεί η κόπωση, το άγχος, η εσωστρέφεια, το ευμετάβολον της διάθεσης, η απάθεια ή η ορμονική δυσαρμονία. Η πραγματικότητα συρρικνώνεται, ενώ τα μέλη της οικογένειας του πρώην πρωταθλητή του τένις «συνωμοτούν» σε μια φιλοσοφική αμφισβήτηση της ύπαρξης.
Στο «Επιθαλάμιον», μια διαζευγμένη γυναίκα συνδέεται με μιαν ελευθερόφρονα, χαλαρή νέα κοπέλα και βιώνει την κορύφωση του φθόνου χωρίς να ντρέπεται να δείξει πως δεν είναι καθόλου «cool». Εμπνευσμένος από ένα γραμματολογικό είδος που ξεκινά από τον Στησίχορο και τη Σαπφώ, διέρχεται την ποίηση του Τέννυσον και φτάνει ως τον e.cummings, ο συγγραφέας επικαλείται τις ευλογίες και τους προοιωνισμούς της ψυχικής ολοκλήρωσης με ειρωνικό τρόπο για να διαγράψει τη φθίνουσα πορεία του Υμέναιου στα πλαίσια μιας αστικής αντίληψης για την ευτυχία. Σε αυτό το αριστουργηματικό διήγημα που παραπέμπει ευθέως στον Κάρβερ, το σεξ διαδραματίζει, πέραν του λυτρωτικού του χαρακτήρα, και τον ρόλο του παράγοντα απομόνωσης από την ουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά το σεξ στο βιβλίο προτείνεται με άκρως αντισυμβατικό τρόπο.
Αστραπές, βροντές και η ζωή σε ένα αυτοκίνητο
Πρόκειται για μια road movie σύντομη ιστορία, η έκβαση της οποίας είναι ψευδαισθησιακή, καθώς ο αφηγητής/πρωταγωνιστής συγχέει τα γυναικεία πρόσωπα, τους ρόλους και τις χρονικές στιγμές της ζωής του, για να τα εντάξει όλα στο κάδρο της προσωπικής του, «φωτογραφικής» σύλληψης των «σημαντικών» στιγμών.
Στο «Δυναμικές στη θύελλα» ο αφηγητής οδηγεί τη θεραπεύτριά του έξω από τη Νέα Υόρκη ενόψει ενός τυφώνα, για να την ανακαλύψει εκ νέου, εκείνη την «ενθουσιώδη και αδιαμόρφωτη» που είχε πρωτογνωρίσει πριν τον γάμο: εκείνη που έφερε ενστιγματικά τα ακαταμάχητα γνωρίσματα της νεότητας. Πρόκειται για μια road movie σύντομη ιστορία, η έκβαση της οποίας είναι ψευδαισθησιακή, καθώς ο αφηγητής/πρωταγωνιστής συγχέει τα γυναικεία πρόσωπα, τους ρόλους και τις χρονικές στιγμές της ζωής του, για να τα εντάξει όλα στο κάδρο της προσωπικής του, «φωτογραφικής» σύλληψης των «σημαντικών» στιγμών. Οι πρωταγωνιστές είναι δύο, πάντα οι ίδιοι, που υποδύονται μια σειρά ερωτογενών ρόλων για να δώσουν στη σχέση τους τη δυνατότητα της επανεκκίνησης.
Σκοτεινό και «στητό» ύφος, εξεζητημένο λεξιλόγιο, θυμοσοφική διάθεση και σελίδες ολόκληρες «ευφωνικής» δόμησης του λόγου που θυμίζει ρυθμούς ραπ, καθώς επιδίδεται σε λεπτομερείς σκέψεις για την ανθρωπότητα. Στο σπονδυλωτό διήγημα «Η κατάρρευση της Μετα-Αφήγησης» ένας «άσωτος» γιος επισκέπτεται τον παππού του και αφηγείται μιαν ιστορία για το πώς μπορείς να αφηγηθείς μιαν ιστορία. Μια ειλικρινής ερμηνεία, εκ μέρους του συγγραφέα, της έννοιας της «ασωτίας»: ίσως να είναι άχαρος ο ρόλος του νέου που πρέπει να ακολουθήσει τις πατρικές επιταγές για καριέρα, για την οικοδόμηση μιας ζωής σύμφωνης με τα γονεϊκά πρότυπα. Η παραβολή του Ασώτου Υιού περιλαμβάνει ως προϋπόθεση την άστατη ζωή, αυτήν της έλλειψης στόχων, της υπερβολής, της προνομιακής μεταχείρισης και της κατάχρησης αυτού του προνομίου. Επίσης, περιλαμβάνει τη μετάνοια και τη μεγαλοψυχία μιας «πατρικής» φιγούρας που στην επιστροφή του ασώτου διακρίνει το ξεκίνημα μιας νέας ζωής, με πλήρη ανανοηματοδότηση όλων των σημασιών.
Η αποδόμηση της προσωπικότητας
Πιστός στη μικρή φόρμα, ο Τζάκσον αφήνει στον αναγνώστη να ερμηνεύσει τα διάκενα ανάμεσα στις υπαινικτικές πινελιές που διαγράφουν τους χαρακτήρες των διηγημάτων του, ενόσω ο ίδιος επιδίδεται σε θυμοσοφικά συμπεράσματα για τη ζωή που εντυπωσιάζουν με την ωριμότητά τους.
Μέχρι στιγμής πιστός στη μικρή φόρμα, ο Τζάκσον αφήνει στον αναγνώστη να ερμηνεύσει τα διάκενα ανάμεσα στις υπαινικτικές πινελιές που διαγράφουν τους χαρακτήρες των διηγημάτων του, ενόσω ο ίδιος επιδίδεται σε θυμοσοφικά συμπεράσματα για τη ζωή που εντυπωσιάζουν με την ωριμότητά τους, παρά το νεαρόν της ηλικίας του (Το 2016 ο Γκρεγκ Τζάκσον επιλέχθηκε για το αμερικανικό βραβείο συγγραφέων «5 under 35»). Οι χαρακτήρες αυτοί είναι τολμηροί και ταυτόχρονα ματαιωμένοι: το frustration, η απομάγευση, συνίσταται στην προσπάθειά τους να προσδώσουν διάρκεια στον χρόνο που τους αντιστοιχεί, ενώ ταυτόχρονα αποπειρώνται μάταια να του προσδώσουν νόημα. Είναι εντυπωσιακό στο βιβλίο αυτό το πώς η βιωματική ενεστωτική στιγμή και η κοινωνική «κατασκευή» της χρονικότητας συγκρούονται όταν οι ήρωες έρχονται σε επαφή με οποιοδήποτε σύγχρονο πολιτιστικό προϊόν: είτε πρόκειται για τη μουσική, είτε για τον κινηματογράφο, είτε για οτιδήποτε. Ο προβληματισμός αυτός είναι θεμελιώδης στη συλλογή του Τζάκσον, εκφαίνεται όμως στις διαφορετικές του διαστάσεις.
Οι έρημοι της εκκοσμίκευσης στις οποίες είναι καταδικασμένοι οι «villains» ήρωες του Τζάκσον οδηγούν, αναπότρεπτα, σε συνεχείς μεταστροφές διάθεσης και συνεχή τάση αναθεώρησης των δεδομένων μοραλιστικών επιταγών και των μέχρι πρότινος αμετακίνητων πεποιθήσεών τους. Η ανασφάλεια της περιουσίας, της μόρφωσης, του «πακέτου» το οποίο η προηγούμενη γενιά τους κληροδότησε, σε συνδυασμό με την έλλειψη μεταφυσικής στέγασης και με το ασαφές περίγραμμα της διαδικτυακής επικοινωνίας και σύναψης σχέσεων, όλα αυτά συνθέτουν μια νέα κοινωνιολογία των σχέσεων και επιτάσσουν μια νέα ηθική, έναντι της οποίας ο συγγραφέας είναι κάθε άλλο παρά απολογητικός. Βεβαίως, όσο περισσότερα πράγματα μπορείς να «εξαγοράσεις», τόσο πιο σημαντικά φαντάζουν αυτά που σου δίνονται ανιδιοτελώς: τόσο ο έρωτας, όσο και η τρυφερότητα, η εμπιστοσύνη, ακόμα και η επιτυχία.
* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Απόσπασμα από το βιβλίο
«Ούτε κι εγώ ήμουν αθώος, δεν αγνοούσα την αργή και ύπουλη διολίσθηση με την οποία τα μέσα για την επίτευξη των πιο πολύτιμων και ευγενών σκοπών μας γίνονται τα ίδια σκοποί -έτσι που, για παράδειγμα, το να γράψεις κάτι που θα αλλάξει τον κόσμο γίνεται το να γράψεις κάτι που θα έχει αξία για σένα τον ίδιο, που γίνεται το να εκδώσεις κάτι σχετικά αξιοπρεπές, που γίνεται το να γράψεις κάτι που να μπορεί απλώς να εκδοθεί· ή, για να δώσω άλλο ένα αυθαίρετο παράδειγμα, η αναζήτηση του αιώνιου έρωτα γίνεται η αναζήτηση ενός έρωτα που μπορεί και να κρατήσει, που γίνεται η αναζήτηση ενός συνετού μείγματος ανοχής και πάθους, που γίνεται η αναζήτηση ενός ταιριαστού κοινωνικού συντρόφου. Και φυσικά με κάθε αναπροσαρμογή δεν πιστεύεις ότι συμβιβάζεσαι ή ότι προδίδεις τις αρχές σου αλλά ότι ωριμάζεις. Κι ίσως και να 'ναι έτσι. Ίσως να κάνεις το καλύτερο που μπορείς. Αλλά η αλήθεια είναι ότι μια μέρα ξυπνάς νεκρός».