alt

Για το βιβλίο του Roth «Χίλιες και δύο νύχτες» (μτφρ: Γιώργος Δεπάστας, εκδ. Ολκός) 

Του Νίκου Ξένιου

Όσοι ισχυρίζονται πως δεν υπάρχουν «ανέφελα δράματα» κάνουν λάθος. Κι όσοι έχουν αποδώσει με το λογοτεχνικό τους έργο την παρακμή της αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας δεν θα μπορούσαν παρά να συνθέσουν έναν «ανέφελο μύθο»: στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου του, ο Γιόζεφ Ροτ αφήνει για μιαν ακόμη φορά να ηχήσει -από τα όργανα της αυτοκρατορικής φρουράς της Βιέννης- το Εμβατήριο Ραντέτσκι, λίγο πριν το πεπρωμένο κλείσει τον ολέθριο κύκλο του εις βάρος του πρωταγωνιστή του, πρώην ίλαρχου, βαρόνου Αλοϊσιου φον Τάιτινγκερ.

altΈνας παιγνιώδης πατριωτισμός διαποτίζει το κείμενο, που εξάπτει τη φαντασία. Όμως ακολουθεί μια ελαφρά μουσική της φιλαρμονικής: η παρακμή και πτώση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων είναι χαρακτηριστικά ανάλαφρη, ωστόσο υπηρετεί την αίσθηση εκπατρισμένου -ή απάτριδος- που χαρακτηρίζει τα κείμενα του Ροτ. Με τεχνική που αναζητά το πρότυπό της στις αραβικές Χίλιες και Μια Νύχτες, δηλαδή οργανώνοντας τα δευτερεύοντα επεισόδια γύρω από μια «κεντρική ιστορία», οι Χίλιες και δυο νύχτες δίνουν στον αναγνώστη τη χαρά να νιώθει οξυδερκής και να προβλέπει την εξέλιξη της πλοκής, εφευρίσκοντας αναλογίες. Υπό αυτήν την οπτική, καθίσταται δευτερεύον το κατά πόσον η πλοκή είναι αληθοφανής ή όχι.

Στο πρότυπο αραβικό παραμύθι ο βασιλιάς, συγκλονισμένος από την απιστία της γυναίκας του, παντρεύεται κάθε μέρα και μια διαφορετική παρθένα, την οποία και εκτελεί το επόμενο πρωί ώστε να μην έχει την ευκαιρία να τον ατιμάσει. Όταν πια ο βεζίρης δεν μπορεί να του εξασφαλίσει νύφες, η κόρη του βεζίρη προσφέρεται να γίνει η επόμενη νύφη. Την πρώτη λοιπόν νύχτα αφηγείται στον βασιλιά ένα παραμύθι, το οποίο όμως αφήνει ανολοκλήρωτο. Ο βασιλιάς, θέλοντας ν' ακούσει τη συνέχεια και το τέλος του παραμυθιού, αναγκάζεται ν’ αναβάλει την εκτέλεσή της, κι αυτό συνεχίζεται για χίλιες και μια νύχτες. Αντίστοιχα, στο μυθιστόρημα Χίλιες και δυο νύχτες ο Ροτ μιλά για ένα διαρκώς επικείμενο (υπαρξιακό και κυριολεκτικό) θάνατο, για την απειλή: η βυθισμένη στην επίπλαστη αυτάρκειά της εποχή που εικονογραφεί προοιωνίζεται τη μεγάλη κτηνωδία των επερχόμενων εποχών, με την τεχνική των προμηνυμάτων, με επαναλαμβανόμενες δηλαδή αναφορές προσώπων, περιστατικών ή αντικειμένων, που φαντάζουν επουσιώδη αρχικά, αλλ’ αργότερα επανεμφανίζονται στην αφήγηση αποκτώντας βασικό ρόλο: εδώ πρόκειται για κάποιον στρατιωτικό που απλά ανακοινώνει τα χτυπήματα της μοίρας, ή -κυρίως- για ένα πανάκριβο μαργαριταρένιο κολιέ που μετατρέπεται σε χρυσόμαλλον δέρας μακριά από τον τόπο του.

Ένας παιγνιώδης πατριωτισμός διαποτίζει το κείμενο, που εξάπτει τη φαντασία. Όμως ακολουθεί μια ελαφρά μουσική της φιλαρμονικής: η παρακμή και πτώση της αυτοκρατορίας των Αψβούργων είναι χαρακτηριστικά ανάλαφρη, ωστόσο υπηρετεί την αίσθηση εκπατρισμένου -ή απάτριδος- που χαρακτηρίζει τα κείμενα του Ροτ.

Βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα και ο Σάχης της Περσίας αποφασίζει να πραγματοποιήσει επίσημη επίσκεψη στη Βιέννη, την πρωτεύουσα της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας - την οποία οι οθωμανοί είχαν αποτύχει να καταλάβουν κατά τον 17ο αιώνα, όταν πρωτοέφτασαν στην Ευρώπη. Ο Σάχης εντυπωσιάζεται από τις Ευρωπαίες και απαιτεί τη συνεύρεση με μια κυρία της υψηλής κοινωνίας (που, ως υπανδρευμένη, δεν είναι δυνατόν ν’ αποκτηθεί από τον ασιάτη ηγεμόνα), αγνοώντας πεισματικά τα ευρωπαϊκά ήθη, γεγονός πολύ κωμικό αφ’ εαυτού, αλλά και σε συνδυασμό με τη δουλοπρέπεια των αυστριακών. Ο κύριος χαρακτήρας, ο μελαγχολικός βαρώνος φον Τάιτινγκερ (που το όνομά του κάνει αναπόφευκτο συνειρμό με τον παλαιότατο οίκο απόσταξης και τη γνωστή σαμπάνια - πιθανόν γιατί και ο «εκρηκτικός» Τάιτινγκερ, όπως και ο αφρώδης οίνος, επισωρεύει τις ζυμώσεις που θα τον οδηγήσουν στην τελική του έκρηξη), υπεύθυνος να ικανοποιεί τις απαιτήσεις του ανατολίτη ηγεμόνα, αντικαθιστά την ποθητή κόμησα με μια πόρνη και πρώην ερωμένη του, τη Μίτσι Σίναγκλ, που της μοιάζει καταπληκτικά, και με την οποία ο Τάιτινγκερ είχε αποκτήσει ένα γιο. Μια προσομοίωση χλιδής και αισθησιασμού εξαπατά τον Σάχη ο οποίος, πριν επιστρέψει στα βάθη της Ασίας, χαρίζει ένα μαργαριταρένιο κολιέ στη σωσία για τις «υπηρεσίες» της.

Το γεγονός ότι ο Σάχης «έχαψε» το παραμύθι πυροδοτεί μια σειρά από ανατροπές αποκαλυπτικές μιας κοινωνίας ανιαρής, εφησυχασμένης κι ανύποπτης για την επερχόμενη κατάρρευσή της. Τα διακυβεύματα είναι μια καριέρα στρατιωτικού, μια άτυπη καριέρα προαγωγού, μια καριέρα πόρνης, καριέρες συγκεχυμένες κι εύθραυστες όπως και η οιονεί αρραγής κοινωνική συνοχή της αιμάσσουσας αυτοκρατορίας. Το εκποιημένο κολιέ μαργαριταριών αποκαλύπτει τον διαβρωτικό ρόλο του χρήματος στη νέα εποχή: η ιδιοκτήτρια του οίκου ανοχής, αφήνει την τελευταία της πνοή σ’ ένα «αξιοπρεπές» προάστειο χωρίς καν τη μεγαλοψυχία να γράψει τη διαθήκη της, ένας χυδαίος δημοσιογραφίσκος του «κίτρινου τύπου» και έμπορος κοκαḯνης αναλαμβάνει να καταστρέψει την υπόληψη του βαρόνου, ενώ η πάντα ερωτευμένη μαζί του «σωσίας» Μίτσι Σίναγκλ, μετά από εξευτελιστική φυλάκιση για οικονομικό σκάνδαλο, γίνεται ιδιοκτήτρια ενός θεάτρου κέρινων ομοιωμάτων της εποχής, ενός Βιοσκοπίου, που θ’ αναπαραστήσει, εν είδει παρωδίας, όλα τα στάδια έκπτωσης του ήθους των πρωταγωνιστών.

Το έργο του Ροτ χειρίζεται το παραμύθι ως σκάνδαλο: η ”Αγαπημένη του Σάχη” εμφανίζεται σε μια σκηνή «βαριετέ» του Βιοσκοπίου φορώντας το μαργαριταρένιο κολιέ και ο Τάιτινγκερ αντικρίζει αίφνης μια ζωή γεμάτη ομοιώματα και καρικατούρες των ανθρώπων, υποκατάστατα της φιλίας και του έρωτα, παρωδίες των θεσμών και υπολείμματα των εθνοτήτων που συνέθεταν την πάλαι ποτέ ακμαία αυτοκρατορία: για τον «πολυεθνικό» (και προφητικό, ως ένα βαθμό, της σύγχρονής μας εθνολογικής ανομοιογένειας της Ευρώπης) χαρακτήρα της ψυχορραγούσας αυτοκρατορίας είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο βαρόνος επιστρέφει στα Καρπάθια για να επιχειρήσει μια μάταιη τελευταία διαχείριση της φθίνουσας περιουσίας του: εκεί ο Δήμαρχος είναι γερμανικής-σαξονικής καταγωγής, ο οδηγός Μοραβός, οι χωρικοί είναι Ρώσοι των Καρπαθίων, ο Διευθυντής της Αστυνομίας κατάγεται από τη Μπρατισλάβα, ενώ ο δασοφύλακας από τη Γαλικία.

alt

Το ιδιάζον στον ρεμβώδη χαρακτήρα του φον Τάιτινγκερ είναι η αμεριμνησία με την οποία αντιμετωπίζει κάθε επιλογή και κάθε στάδιο της ζωής του, τις ασαφείς γι’ αυτόν έννοιες, τις οικονομικές του υποθέσεις, την ιδιότητά του ως ισόβιου εραστή μιας πόρνης, ακόμη και την επανεμφάνιση του αμοραλιστή νόθου γιου τους. Αποκαλεί άκριτα «παιδί του Λαού» τον ωμό υπασπιστή του, καθώς η ωμότητα και ο κυνισμός είναι άγνωστα σε ένα μελαγχολικό βαρόνο κατηγορήματα. Άμοιρος της εύθραυστης κοινωνικής του υπόληψης, συνεχίζει να κατατάσσει τους ανθρώπους σε τρεις -χονδρικά- κατηγορίες: τους ενδιαφέροντες, τους αδιάφορους και τους ενοχλητικούς (ennuyeux). Με το πιστόλι ήδη στον κρόταφο, φαίνεται ακόμη ανίκανος να εκτιμήσει τη βαρύτητα της περίστασης.

Είναι συμπαθής, γιατί είναι αριστοκρατικός και ανυποψίαστος σαν ήρωας του Τσέχωφ, απολίθωμα μιας παρελθούσας κατάστασης πραγμάτων. Η διαφθορά και η τρωτότητα του ήρωα προεικονίζει την κατάρρευση της παλαιάς τάξης πραγμάτων, που αποδεικνύεται ανήμπορη ν’ αντισταθεί στη ραγδαία εισβολή του Μοντέρνου. Όσο πιο σφιχτά συντίθεται η πλοκή -και αυτός ο ρυθμός εντείνεται προς το τέλος του βιβλίου-, τόσο εντονότερα καταδεικνύεται η ελαφρότητα του ανθρώπινου ήθους και το «ανέφελον» του δράματος που πλέκεται, ως εάν επρόκειτο για μαύρη κωμωδία. Ο Ροτ βάζει, στο τέλος της αφήγησης, τον Σάχη να επιστρέφει στη Βιέννη του εικοστού αιώνα και ν’ ανακτά το μαργαριταρένιο κολιέ που πριν χρόνια είχε χαρίσει στη Μίτσι Σίναγκλ, ώστε ο κύκλος του πεπρωμένου να κλείσει και να μπορέσει ο Ευνούχος να διατυπώσει, σε θυμοσοφικές φράσεις, τη βαθειά του γνώση για το σκοτάδι που περιβάλλει τα ανθρώπινα.

Δεν μπορεί κανείς να μην εντοπίσει μια λατρεία προς το ‘παλαιό’ και το ‘ανατολίζον’, καθώς και μια λαγνεία προς το αστικό τοπίο της Βιέννης. Το μυθιστόρημα στην Αυστρία του εικοστού αιώνα δέχτηκε την επίδραση μιας δημοσιογραφικής μικρής φόρμας, του βιεννέζικου χρονογραφήματος (επιφυλλίδας με τον γραμματολογικό τύπο «feuilleton»): η δημοσιογραφική ιδιότητα του Ροτ προσδίδει στο έργο του έντονο πραγματιστικό περιεχόμενο, όμως ο αναγνώστης δεν μπορεί παρά να καταγράψει το στοιχείο του παραμυθιού. Οι ήρωες παρελαύνουν σαν σύννεφα που κάθε άλλο παρά προμηνύουν καταιγίδα. Εν τούτοις μοιάζουν οι ίδιοι ν’ ακροβατούν στο χείλος της δυστυχίας, ενώ οι ζωές τους χάσκουν, ανοικτά πηγάδια έτοιμα να τους καταπιούν.

Δεν μπορεί κανείς να μην εντοπίσει μια λατρεία προς το ‘παλαιό’ και το ‘ανατολίζον’, καθώς και μια λαγνεία προς το αστικό τοπίο της Βιέννης. Το μυθιστόρημα στην Αυστρία του εικοστού αιώνα δέχτηκε την επίδραση μιας δημοσιογραφικής μικρής φόρμας, του βιεννέζικου χρονογραφήματος

Έχει ειπωθεί πως ο Ροτ υπήρξε «ένας συγγραφέας του δέκατου ένατου αιώνα», λόγω της άρνησής του για τον Μοντερνισμό. Οι μορφολογικοί ή γλωσσολογικοί πειραματισμοί του καιρού του δεν τον αφορούν, ούτε η εξερεύνηση του υποσυνειδήτου, ούτε -τέλος- ο αισθητισμός κάποιων ομοτέχνων του. Ο ρεαλισμός του, καθώς και η στράτευσή του στην περιγραφή της εποχής, είναι αμιγώς μη μοντερνιστικά στοιχεία. Ο W.G. Sebald είχε παρατηρήσει ότι «το πιο αξιοσημείωτο σχετικά με τη λογοτεχνική παραγωγή του Ροτ είναι ότι, σε μια περίοδο όπου το μυθιστόρημα είχε γίνει υπερτροφικό, ο Ροτ ετίμησε εκ νέου την τέχνη του να αφηγείσαι ιστορίες». Το ελαφρώς αναχρονιστικό στυλ του, που κατ’ουσίαν είναι η απουσία όποιου στυλ ή επιτήδευσης, βασίζεται σε μια μελαγχολική αίσθηση παρακμής και απαξίωσης του ancien régime.

Στο τέλος, ο συγγραφέας εφαρμόζει μιαν ακόμη τεχνική δανεισμένη από το αραβικό παραμύθι: τη δραματική οπτικοποίηση στην αφήγηση, δηλαδή την αναπαράσταση πληθώρας περιγραφικών λεπτομερειών, τη μιμητική απόδοση χειρονομιών και διαλόγων κατά τρόπον ώστε ο αναγνώστης να "δει" περισσότερο, παρά να φανταστεί τη σκηνή: το βιοσκόπιο αναπαριστά σαρκαστικά τον κόσμο που αποχωρεί. Όσο δε για τον οριακά αναίσθητο -καλύτερα: ασυναίσθητο- Τάιτινγκερ, αυτός αποχωρεί με μια πιστολιά, παίρνοντας μαζί του τα παρηκμασμένα μιλιταριστικά ιδεώδη των οποίων δεν στάθηκε αντάξιος, κι ενώ πίσω του αναβιώνει η μετάλλαξη του πρωσικού τέρατος σε δαμόκλειο σπάθη που επικρέμαται επί της Ευρώπης.

Το μυθιστόρημα πρωτοδημοσιεύθηκε από τον ολλανδικό οίκο «De Gemeenschap» το 1939, λίγο μετά τον θάνατο του συγγραφέα στο Παρίσι. Στην Ελλάδα έτυχε της εξαιρετικής μετάφρασης του Γιώργου Δεπάστα.

* Ο ΝΙΚΟΣ ΞΕΝΙΟΣ είναι εκπαιδευτικός και συγγραφέας.
Τελευταίο βιβλίο του, η νουβέλα «Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία» (εκδ. Κριτική).


alt

Γιόζεφ Ροτ
Χίλιες και δύο νύχτες
Μτφρ: Γιώργος Δεπάστας
Ολκός 2012
Σελ. 264

alt 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΟΖΕΦ ΡΟΤ

Ακολουθήστε την bookpress.gr στο Google News και διαβάστε πρώτοι τα θέματα που σας ενδιαφέρουν.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

«Χθες» του Χουάν Εμάρ (κριτική) – Μια πρωτοποριακή περιπλάνηση γεμάτη σουρεαλιστικές εικόνες

«Χθες» του Χουάν Εμάρ (κριτική) – Μια πρωτοποριακή περιπλάνηση γεμάτη σουρεαλιστικές εικόνες

Για τη νουβέλα του Χουάν Εμάρ (Juan Emar) «Χθες» (μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδ. Αλεξάνδρεια). Στην κεντρική εικόνα, ο συγγραφέας.

Γράφει η Ιωάννα Φωτοπούλου 

Ο ήρωας του ...

«Οι πλινθοποιοί» της Σέλβα Αλμάδα (κριτική) – Για τους άντρες που κληρονομούν το μίσος

«Οι πλινθοποιοί» της Σέλβα Αλμάδα (κριτική) – Για τους άντρες που κληρονομούν το μίσος

Για το μυθιστόρημα της Σέλβα Αλμάδα (Selva Almada) «Οι πλινθοποιοί» (μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδ. Κλειδάριθμος). Εικόνα: Ο πίνακας του Φερνάντο Μποτέρο «Ο χήρος». 

Γράφει η Φανή Χατζή  

Η ...


«Θρυμματισμένος χρόνος» της Αμπάρο Ντάβιλα (κριτική) – Οικογενειακές ιστορίες τρόμου ή όταν το ανοίκειο βρίσκεται μέσα στο σπίτι

«Θρυμματισμένος χρόνος» της Αμπάρο Ντάβιλα (κριτική) – Οικογενειακές ιστορίες τρόμου ή όταν το ανοίκειο βρίσκεται μέσα στο σπίτι

Για τη συλλογή διηγημάτων της Αμπάρο Ντάβιλα (Ambaro Davila) «Θρυμματισμένος χρόνος» (μτφρ. Ζωή Γιαλιτάκη, εκδ. Ροές). Εικόνα: Η συγγραφέας. 

Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος

Σκιές σκιών που φιδοσέρνονται. Αλλόκοσμες φιγούρες που βαθμηδόν αποδεικνύονται του κόσμου τούτου. Ρεαλισμός που κ...

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Ο «Άγγελος στο σπίτι» & η «Τρελή στη σοφίτα»: Η κατασκευή της γυναικείας ταυτότητας στη βικτωριανή εποχή

Πώς ο «Άγγελος στο σπίτι» και η «Τρελή στη σοφίτα», δυο γυναικείες φιγούρες που απεικονίζονται στη λογοτεχνία, αποτέλεσαν τη βάση για να οικοδομηθεί η γυναικεία ταυτότητα στη βικτωριανή εποχή. Εικόνα: Από την ταινία «Τζέιν Έιρ» (2011) του Κάρι Φουκουνάγκα. 

Γράφει η ...

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση: Ο Λεοπάρντι στην Αθήνα – Τα «Ανάλεκτα» & τα «Μικρά Ηθικά Έργα» υπό νέα θεώρηση

Εκδήλωση για το έργο του Τζάκομο Λεοπάρντι (1798-1837), μια από τις πιο σημαντικές και βαθιές φωνές της ιταλικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο Αθηνών. 

Επιμέλεια: Book Press

Το ...

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

«Μίμησις» του Έριχ Άουερμπαχ (κριτική) – Πώς η πραγματικότητα γίνεται λογοτεχνία

Για τη μελέτη του Έριχ Άουερμπαχ (Erich Auerbach, 1892-1957) «Μίμησις – Η εικόνα της πραγματικότητας στη δυτική λογοτεχνία» (μτφρ. Λευτέρης Αναγνώστου, εκδ. ΜΙΕΤ). Εικόνα: Ο Άουερμπαχ περίπου το 1930. ©Wikimedia

Γράφει ο Φώτης Καραμπεσίνης 

...

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

«Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ» του Ρομπέρτο Γκόρο (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Γκόρο «Η ζωή µε την Εντίθ Πιάφ», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα του ψυχιατρείου έτριξε καθώς έκλεινε πίσω του, λες και τ...

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

«Το τείχος του ονείδους» του Κλέαρχου Λιάτη (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Κλέαρχου Λιάτη «Το τείχος του ονείδους», το οποίο θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Νίκας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο Κυβερνήτης έριξε μια ψυχρή ματιά στο πρωινό που του είχε ετοιμά...

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

«Το πέμπτο παιδί» της Ντόρις Λέσινγκ (προδημοσίευση)

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Ντόρις Λέσινγκ [Doris Lessing] «Το πέμπτο παιδί» σε νέα μετάφραση της Έφης Τσιρώνη, το οποίο κυκλοφορεί στις 23 Σεπτεμβρίου, από τις εκδόσεις Διόπτρα.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Εκείνο το πρωί, ξαπλωμένη στ...

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τι διαβάζουμε τώρα; Τρία καλά αστυνομικά, πρώτα φθινοπωρινά

Τρία καλά πρόσφατα αστυνομικά μυθιστορήματα: Χόρχε Ροντρίγκες Γκόμες, Κάιλ Ντέκερ, Γιώργος Κ. Θεοχάρης. Πολιτικό θρίλερ στην ταραγμένη Βενεζουέλα, hardboiled αστυνομικό με έναν νέο, αναπάντεχο ήρωα και μία νέα φωνή στο ελληνικό αστυνομικό που «τα λέει όλα σε 200 σελίδες». Εικόνα: Vonderauvisuals, CC BY-NC-ND 2.0

...
Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Τι διαβάζουμε τώρα; 10 βιβλία ελληνικής πεζογραφίας περιμένοντας το φθινόπωρο

Αστυνομικές υποθέσεις με έντονο κοινωνικό προβληματισμό, δυστοπικές πραγματικότητες που όμως περιγράφουν την εποχή μας, σκοτεινές οντότητες που ξεπηδούν από τις λαϊκές αφηγήσεις: δέκα βιβλία ελληνικής πεζογραφίας που διαβάζουμε μετά το καλοκαίρι.

Επιλογή-παρουσίαση: Σόλων...

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Τι διαβάζουμε τώρα: Ποίηση καθώς τελειώνει το καλοκαίρι

Ποιήματα που συνομιλούν με αναμνήσεις, βιώματα, μύθους, κινηματογραφικά πλάνα. Τέσσερις προτάσεις λίγο πριν από το τέλος του καλοκαιριού. Εικόνα: «Οι Λουόμενοι της Ανιέρ» (1884) του Ζορζ Σερά.

Επιλογή-παρο...

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

ΠΡΟΘΗΚΕΣ

Newsletter

Θέλω να λαμβάνω το newsletter σας
ΕΓΓΡΑΦΗ

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ

ΤΑ ΠΙΟ ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

ΦΑΚΕΛΟΙ